Επιμέλεια συνέντευξης: Άννα Βαμβακάρη
Το Παλκοσένικο έχει σήμερα τη μεγάλη χαρά να φιλοξενεί την αγαπημένη ηθοποιό και σκηνοθέτιδα Κωνσταντίνα Σαραντοπούλου και να κουβεντιάζει μαζί της, με αφορμή την παράσταση “Χορεύοντας στη Λούνασα” που ανεβαίνει κάθε Σάββατο και Κυριακή στο Θέατρο Κάτω απ’ τη Γέφυρα.

Καλησπέρα Κωνσταντίνα, σε καλωσορίζω στο Παλκοσένικο, σε λίγες μέρες, το Σάββατο 21 Φεβρουαρίου κάνει πρεμιέρα, στο Θέατρο Κάτω απ’ τη Γέφυρα, το βραβευμένο έργο του Brian Friel “Χορεύοντας στη Λούνασα“. Πότε ήταν η πρώτη σου επαφή με αυτό το έργο και ποια στοιχεία του το έκαναν να ξεχωρίσει ώστε να το επιλέξετε;
Καλησπέρα Άννα και ευχαριστώ πολύ για την όμορφη υποδοχή.
Η πρώτη μου επαφή με το έργο ήταν περίπου πριν από δεκαοκτώ χρόνια, όταν το είδαμε με τον Νίκο (Δαφνή) στο Old Vic, στο Λονδίνο. Ήταν μια εμπειρία που με σημάδεψε βαθιά. Θυμάμαι να βγαίνω από το θέατρο με ένα αίσθημα γλυκιάς μελαγχολίας, σαν να είχα γνωρίσει προσωπικά αυτές τις πέντε γυναίκες και να κουβαλούσα μαζί μου τις σιωπές και τα ανεκπλήρωτα όνειρά τους.
Το έργο του Brian Friel ξεχωρίζει γιατί, ενώ είναι φαινομενικά μια απλή οικογενειακή ιστορία, κρύβει μέσα του τεράστια συναισθηματική ένταση. Μιλά για την ανάγκη του ανθρώπου να αγαπήσει και να αγαπηθεί, για τις κοινωνικές συμβάσεις που περιορίζουν και για εκείνες τις μικρές εκρήξεις ελευθερίας που έρχονται μέσα από τον χορό, τη μουσική, τη φαντασία.
Αυτό που μας έκανε να το επιλέξουμε ήταν ακριβώς αυτή η λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη σκληρή πραγματικότητα και την ποίηση. Το “Χορεύοντας στη Λούνασα” δεν κραυγάζει, ψιθυρίζει. Και μέσα σε αυτούς τους ψιθύρους κρύβεται μια συγκλονιστική δύναμη. Είναι ένα έργο που μιλά για το χθες, αλλά αγγίζει απόλυτα το σήμερα – για τις οικογένειες που παλεύουν, για τα όνειρα που αναβάλλονται, αλλά και για τη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη να χορέψουμε, έστω και για λίγο, έξω από τα όρια που μας επιβάλλονται.
Μετά από δύο χρόνια απουσίας σου από τη σκηνή, πάντα όμως δίπλα στο θέατρο, θα ερμηνεύσεις το ρόλο μιας από τις ανύπαντρες αδελφές Mundy. Σύστησέ μας το ρόλο σου.
Είναι για μένα μεγάλη χαρά που επιστρέφω με αυτό το έργο.
Η Κέιτ είναι η μεγαλύτερη από τις αδελφές και, για μένα, είναι η ραχοκοκαλιά της οικογένειας. Είναι η γυναίκα που έχει αναλάβει την ευθύνη για όλες – πρακτικά, οικονομικά, ηθικά.
Είναι η γυναίκα που έχει μάθει να αντέχει. Να κρατάει το σπίτι όρθιο, να παίρνει αποφάσεις, να βάζει όρια. Ως δασκάλα και βαθιά θρησκευόμενη, πιστεύει στην τάξη και στην ηθική – γιατί αυτές είναι οι άμυνές της απέναντι στον φόβο.
Αυτό που με συγκινεί πολύ στην Κέιτ είναι ότι πίσω από την αυστηρότητα κρύβεται μια τεράστια ευαισθησία. Δεν είναι σκληρή από χαρακτήρα, είναι σκληρή από ανάγκη. Κουβαλά την αγωνία της επιβίωσης και την ευθύνη για όλους. Και πολλές φορές νιώθω ότι παλεύει ανάμεσα σε αυτό που θα ήθελε να ζήσει και σε αυτό που θεωρεί ότι πρέπει να κάνει.
Την αγαπώ γιατί είναι μια γυναίκα που θυσιάζει κομμάτια του εαυτού της χωρίς ποτέ να το διατυμπανίζει. Και αυτή η σιωπηλή της δύναμη είναι, για μένα, βαθιά ανθρώπινη.
Ποια είναι τα συναισθήματά σου για αυτή την επιστροφή σου στη σκηνή;
Είναι μεγάλη χαρά και συγκίνηση η επιστροφή μου στη σκηνή. Αυτά τα δύο χρόνια δεν έλειψα από το θέατρο –ήμουν εκεί με άλλες ιδιότητες, ως παραγωγός, στην προώθηση, στη μουσική επιμέλεια, στη διδασκαλία και στις χορογραφίες, στα πάντα όλα…
Νιώθω επίσης μια δημιουργική ανυπομονησία. Κάθε επιστροφή έχει μέσα της και μια μικρή αγωνία – αν θα σταθώ αντάξια, αν θα ξαναβρώ τον ρυθμό. Αλλά αυτή η αγωνία είναι ζωντανή, είναι κομμάτι της μαγείας.
Και ίσως τώρα, μετά από αυτή την παύση, ανεβαίνω με μεγαλύτερη επίγνωση και βαθύτερη ανάγκη να επικοινωνήσω. Κι αυτό κάνει αυτή την επιστροφή ακόμη πιο ουσιαστική για μένα.

Το Θέατρο Κάτω απ’ τη Γέφυρα συνηθίζει να εντάσσει στο ρεπερτόριό του έργα που ακουμπούν σε κοινωνικά ζητήματα. Το έργο “Χορεύοντας στη Λούνασα” ποιους προβληματισμούς εκφράζει και ποια είναι τα ζητήματα που πραγματεύεται;
Το Θέατρο Κάτω απ’ τη Γέφυρα έχει πάντα έναν ιδιαίτερο προσανατολισμό: επιλέγει έργα που μιλούν για την ανθρώπινη καθημερινότητα και τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Το Χορεύοντας στη Λούνασα ταιριάζει απόλυτα, γιατί μέσα από την ιστορία των αδελφών Mundyδείχνει πώς οι κοινωνικοί περιορισμοί επηρεάζουν τις γυναίκες και όχι μόνο και πώς οι άνθρωποι παλεύουν να ζήσουν τις επιθυμίες τους. Είναι παραστάσεις που δεν σε αφήνουν αδιάφορο, σε κάνουν να σκεφτείς και να νιώσεις – και ξέρουμε ότι το κοινό μας, που μας ακολουθεί και αγαπά αυτό που κάνουμε, το εκτιμά και το περιμένει πάντα με χαρά.
Ο συγγραφέας του έργου έχει χαρακτηριστεί ως “ο Ιρλανδός Τσέχωφ” και τόσο τα έργα του Chekhov όσο και εκείνα τoυ Friel είναι πολυεπίπεδα. Χρησιμοποιούν και το χιούμορ ως μέσο, παρά την τραγικότητα των ηρώων τους. Πώς προσεγγίζεται σκηνοθετικά η παράσταση από τον Νίκο Δαφνή και ποιος ο ρόλος του χορού και της μουσικής στο ανέβασμά σας;
Ο Brian Friel έχει χαρακτηριστεί «Ιρλανδός Τσέχωφ», και όχι άδικα. Όπως και ο Anton Chekhov, γράφει για ανθρώπους που ζουν μέσα σε μικρές καθημερινές συνθήκες, αλλά κουβαλούν τεράστιους εσωτερικούς κόσμους. Το χιούμορ υπάρχει, αλλά είναι υπόγειο – σχεδόν πικρό – και λειτουργεί ως αντίβαρο στη σιωπηλή τραγικότητα.
Η σκηνοθετική προσέγγιση του Νίκου Δαφνή κινείται ακριβώς πάνω σε αυτή τη λεπτή ισορροπία. Δεν υπερτονίζει το δράμα ούτε «ελαφραίνει» τεχνητά τις στιγμές. Δουλεύει πολύ πάνω στις σιωπές, στις παύσεις, στις μεταξύ μας σχέσεις, αφήνοντας τον θεατή να ανακαλύψει τα υπόγεια ρεύματα των χαρακτήρων.
Όσον αφορά τον χορό και τη μουσική – που υπογράφω και επιμελούμαι – για μένα αποτελούν τον εσωτερικό παλμό του έργου. Έχουν έντονη δραματουργική σημασία. Δεν λειτουργούν απλώς ως αισθητικό στοιχείο, αλλά ως στιγμή απελευθέρωσης. Είναι η έκρηξη ζωής μέσα σε μια καταπιεσμένη καθημερινότητα. Εκεί που οι λέξεις δεν φτάνουν, το σώμα και ο ρυθμός παίρνουν τον λόγο. Είναι οι στιγμές ελευθερίας των ηρώων – και ίσως οι πιο αποκαλυπτικές.
Η Ιρλανδία του 20ου αιώνα του έργου, θεωρείς πως παρουσιάζει κοινά χαρακτηριστικά με την Ελλάδα του 2026;
Νομίζω πως, όσο κι αν αλλάζουν οι εποχές, οι άνθρωποι μοιάζουμε περισσότερο απ’ όσο θέλουμε να πιστεύουμε. Η Ιρλανδία του 20ού αιώνα, όπως τη βλέπουμε στο έργο του Brian Friel, είναι μια κοινωνία με έντονες προσδοκίες, θρησκευτική επιρροή και αυστηρούς ρόλους.
Στην Ελλάδα του 2026 τα πράγματα είναι σαφώς διαφορετικά· όμως εξακολουθούμε να μεγαλώνουμε με «πρέπει», με φόβους για το πώς θα μας δει η κοινωνία, με αγωνία για την επιβίωση και την αποδοχή. Οι μορφές αλλάζουν, αλλά ο εσωτερικός διχασμός παραμένει: τι οφείλω να κάνω και τι πραγματικά θέλω να ζήσω.
Αυτό είναι που κάνει το έργο διαχρονικό – αυτή η αναγνωρίσιμη ανθρώπινη κατάσταση, η απόσταση ανάμεσα στο «πρέπει» και στην επιθυμία. Και αυτή η απόσταση δεν έχει εποχή.

Το έργο επιδοτείται από το Υπουργείο Πολιτισμού, μια απαραίτητη συνθήκη για τα θέατρα στην Ελλάδα, είναι όμως επαρκείς οι επιδοτήσεις αυτές για το ανέβασμα μεγαλόπνοων, πολυπρόσωπων έργων; Το ανέβασμα αυτής της παράστασης με οκταμελή θίασο στην πειραματική σκηνή του θεάτρου (“Πίσω χώρος”) είναι ένα ρίσκο σε μια, κατά γενική ομολογία, δύσκολη χρονιά για τα θέατρα;
Η επιδότηση από το Υπουργείο Πολιτισμού είναι αναμφίβολα πολύ σημαντική. Σε μια περίοδο που τα θέατρα δοκιμάζονται οικονομικά, αυτή η ενίσχυση δεν είναι πολυτέλεια, είναι προϋπόθεση για να μπορούν να υλοποιηθούν απαιτητικές παραγωγές.
Όμως, για ένα πολυπρόσωπο έργο με οκταμελή θίασο, τα έξοδα είναι αντικειμενικά αυξημένα. Οι δυσκολίες ήταν πολλές – αλλά τα καταφέραμε! Είμαι χαρούμενη και ευγνώμων για τους συνεργάτες μας και τους ευχαριστώ θερμά για την υπέροχη συνεργασία.
Το Χορεύοντας στη Λούνασα είναι μια χειροποίητη παραγωγή, που βασίζεται στην επινοητικότητα, το ταλέντο, το μεράκι, την αγάπη και τον επαγγελματισμό όλων των συντελεστών. Το ανέβασμά της στον «Πίσω Χώρο» είναι σίγουρα ρίσκο, αλλά το θέατρο πάντα είχε μέσα του το ρίσκο – και χωρίς αυτό δεν μπορούν να υπάρξουν πραγματικά ζωντανές, ουσιαστικές παραστάσεις.

Στο Παλκοσένικο συλλέγουμε θεατρικές στιγμές που έχουν χαραχτεί στη μνήμη των ανθρώπων του θεάτρου. Αυτές μπορεί να έλαβαν χώρα τόσο πάνω στη σκηνή, πίσω από τις κουρτίνες ή και από τη θέση του θεατή. Έχεις κάποια θεατρική ανάμνηση που να παραμένει ανεξίτηλη στο μυαλό σου και που θα ήθελες να τη μοιραστείς μαζί μας;
Η πρώτη μου παράσταση ήταν στο Ηρώδειο, ακόμη σπουδάστρια στη Δραματική Σχολή, και παραμένει μια ανάμνηση ανεξίτηλη. Θυμάμαι το δέος όταν, κλέβοντας ένα βλέμμα προς το κοινό λίγο πριν την έναρξη από την πάροδο, συνειδητοποίησα τον χώρο και τους ανθρώπους μπροστά μου – τη χαρά που με κατέκλυζε, την ανυπομονησία, αλλά και ένα μικρό τράνταγμα νευρικότητας. Όλα μαζί δημιούργησαν μια αίσθηση μαγείας που ποτέ δεν θα ξεχάσω.
Κάθε φορά, η συνάντηση με τους συναδέλφους μου και το κοινό είναι μοναδική εμπειρία – κάθε παράσταση φέρνει νέες συγκινήσεις και μου δίνει την ευκαιρία να εξελίσσομαι συνεχώς, να ωριμάζω ως καλλιτέχνης και ως άνθρωπος.
Σας ευχαριστώ πολύ Άννα και Palcoscenico για την φιλοξενία!
Κωνσταντίνα Σαραντοπούλου


