Επιμέλεια Συνέντευξης: Κωνσταντίνος Αβράμης
Σήμερα στο Παλκοσένικο έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε την ηθοποιό Νατάσα Βλυσίδου και να κουβεντιάζουμε μαζί της
με αφορμή την παράσταση “Βουργουνδία” στην οποία πρωταγωνιστεί και που ανεβαίνει κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο Θέατρο Σφενδόνη.
Πως είναι η ζωή μετά τη δραματική σχολή; Ποιος είναι ο δρόμος που έχεις εσύ ακολουθήσει στο δρόμο προς την καρδιά του θεάτρου;
Όταν πλέον αποφοιτήσεις από την δραματική σχολή χάνεις το αίσθημα της ασφάλειας και του «ανήκειν». Ξαφνικά από εκεί που ήξερες ποιους ανθρώπους θα συναντήσεις αύριο έρχεσαι αντιμέτωπος με το άγνωστο και το εφήμερο που σου επιφυλάσσει αυτός ο χώρος. Στη δική μου περίπτωση η πρώτη συνεργασία ήρθε πολύ γρήγορα και απρόσμενα και αυτό με γλίτωσε από την πρώτη κρυάδα. Σιγά σιγά κατάλαβα πως είναι αδύνατον να μην περάσεις περιόδους έντονης ανασφάλειας, γιατί η ζήτηση είναι μικρή και η προσφορά μεγάλη, πράγμα που δεν πιστεύω όμως ότι πρέπει να μας καταβάλει. Κόντρα στο άγχος που με συντροφεύει από μικρό παιδί προσπαθώ να υπενθυμίζω στον εαυτό μου ότι δεν περνάνε όλα τα πράγματα από τον δικό μας έλεγχο και πολλές φορές αρκεί να εμπιστευτείς την ροή και να είσαι ανοιχτός να δεχτείς νέες προκλήσεις. Κάπως έτσι αβίαστα ήρθαν οι μέχρι στιγμής συνεργασίες μου και είμαι παραπάνω από ευγνώμων για καθεμία από αυτές ξεχωριστά. Προφανώς υπήρξαν στιγμές που απογοητεύτηκα, απορρίφθηκα και έμεινα μετέωρη, αλλά νομίζω έχοντας «γερό πυρήνα», πίστη, υπομονή, υποστηρικτικό περιβάλλον και μπόλικη επιμονή ό,τι είναι να έρθει θα φανεί. Είναι πολύ σημαντικό για εμένα να επιλέγεις συνειδητά, με φροντίδα και αγάπη σε ποιες δουλειές θέλεις να αφοσιωθείς και να αφιερώσεις όλο σου τον εαυτό. Το θέατρο είναι ένας χώρος συνάντησης, ένα ανοιχτό πεδίο δράσης και αυτή η δράση γεννιέται από τις σχέσεις των ανθρώπων μέσα σε ένα «προσυμφωνημένο παιχνίδι». Αυτό που προσπαθώ να κρατάω ζωντανό είναι η περιέργεια για κάθε καινούριο παιχνίδι και κάθε νέο συμπαίκτη.
Μέσα από τις παραστάσεις σου έχεις έρθει σε επαφή με πολύ διαφορετικά κείμενα και πολύ διαφορετικούς πληθυσμούς. Υπάρχει κάτι που έχει χαραχτεί μέσα σου από τις ανατροφοδοτήσεις που λαμβάνεις;
Νομίζω πως όλες οι μέχρι στιγμής συνεργασίες μου έχουν αφήσει χαραγμένο το αποτύπωμά τους μέσα μου, με διαφορετικό γραφικό χαρακτήρα η κάθε μια. Είναι πολύ ευτυχές για μένα το γεγονός ότι οι δουλειές που έχω συμμετάσχει είναι τόσο διαφορετικές μεταξύ τους, από κάθε άποψη, κείμενο, σκηνοθεσία, ομάδα κλπ. Νομίζω αυτό με βοήθησε πολύ και εμένα να εξελίξω τα εκφραστικά μου μέσα, να πειραματιστώ με τον λόγο και το σώμα μου. Ξεκινώντας πέρσι με την πρώτη μου δουλειά ένιωθα αρχικά σαν ένα μωρό που το έχουν ρίξει στην θάλασσα και δεν ξέρει κολύμπι. Σιγά σιγά ανακάλυψα ότι μπορείς να επιπλέεις, μπορείς και να κολυμπάς αργά και σταθερά στην αρχή και μετά όλο και πιο γρήγορα. Αν κάτι φοβάμαι πολύ είναι ο εφησυχασμός και η πλήξη, οπότε προσπαθώ κάθε μέρα και από λίγο να μην ξεχνώ να «κολυμπάω».

Από τον βίαιο και ωμό κόσμο της «ημέρας της φούστας» μεταφέρεσαι τώρα στα αριστοκρατικά σαλόνια, κατά πώς φαίνεται η «βουργουνδία». Σε ποιον κόσμο αισθάνεσαι ότι έχεις περισσότερα να πεις;
Πράγματι δύο κόσμοι αρκετά διαφορετικοί. Νομίζω πως πάντα έχεις κάτι να πεις ή τουλάχιστον αυτό είναι το ζητούμενο να βρει ο ηθοποιός απλώς κάθε φορά μετασχηματίζεται ο τρόπος που θα το πεις, το πώς θα το εκφράσεις και αυτό εξαρτάται από πολλά πράγματα. Είναι μεγάλη τύχη να δουλεύεις πάνω σε διαφορετικά πράγματα, γιατί έτσι εξελίσσεσαι και εσύ ως καλλιτέχνης και ανακαλύπτεις νέους δρόμους από τους άπειρους που υπάρχουν. Και οι δύο αυτές δουλειές με ωρίμασαν και με διαμόρφωσαν με τον δικό τους ξεχωριστό τρόπο και ευχαριστώ από καρδιάς την Ζωή Χατζηαντωνίου και την Κατερίνα Σκουρλή που μου εμπιστεύτηκαν τα εγχειρήματα αυτά στο ξεκίνημά μου.
Πως δουλέψατε με τη σκηνοθέτιδα και με την ομάδα; Υπάρχει κάτι που σε εξέπληξε ή που σε ενέπνευσε περισσότερο απ’ όσο προέβλεπες όταν ξεκινούσε η συνεργασία σας;
Από την ακρόαση κιόλας θυμάμαι την σκηνοθέτιδα να δηλώνει πως πρωταρχική της μέριμνα είναι η ομάδα. Αυτό ήταν κάτι που με ενθουσίασε εξαρχής, καθώς όπως ανέφερα ήδη πιστεύω πως το θέατρο το φτιάχνουν οι άνθρωποι για να το προσφέρουν στους ανθρώπους. Η δουλειά μας ξεκίνησε με σωματικούς αυτοσχεδιασμούς ελεύθερους και καθοδηγούμενους. Έτσι, ήρθαμε πολύ γρήγορα ο ένας σε επαφή με το σώμα και τα εκφραστικά μέσα του άλλου και χτίστηκε ένα κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Θεωρώ ότι ο αυτοσχεδιασμός είναι μείζονος σημασίας οποιοδήποτε κείμενο κι αν έχεις μπροστά σου. Δίνεται η δυνατότητα στους ηθοποιούς να καταλάβουν χωρίς φίλτρα τόσο ποιον έχουν απέναντί τους όσο και την δική τους λειτουργία μέσα στη ζητούμενη συνθήκη. Πολλές φορές το σώμα μπορεί να πει χιλιάδες λέξεις πριν το μυαλό προλάβει καλά καλά να τις αρθρώσει.

Τι θεωρείς ότι λείπει περισσότερο από τη θεατρική Αθήνα; Τι θεωρείς ότι περισσεύει;
Πιστεύω πως η θεατρική δημιουργία πηγάζει από την ανθρώπινη ανάγκη να κοινωνήσει κάτι με το σύνολο. Μπορώ, λοιπόν, να καταλάβω πως οποιαδήποτε δουλειά προκύπτει από τις ανάγκες των δημιουργών της να μοιραστούν με τον κόσμο κάτι που τους αφορά, ή τουλάχιστον έτσι θέλω να ελπίζω ότι συμβαίνει. Σίγουρα υπάρχει υπερπληθώρα παραστάσεων και πολλές μοιράζονται κοινούς πυρήνες. Όμως, αυτό κατ’ εμέ είναι και φυσιολογικό από την στιγμή που όλοι είμαστε μάρτυρες κοινών εμπειριών και ζούμε στον ίδιο χωροχρόνο. Με την ίδια λογική δεν πιστεύω ότι κάτι λείπει αυτή την στιγμή, γιατί όταν έρθει η ώρα του και εμφανιστεί η ανάγκη του να επικοινωνηθεί θα προκύψει. Για μένα αυτό που έχει μεγαλύτερη βαρύτητα είναι αυτό που βλέπω ως θεατής ή αυτό που «παίζω» ως ηθοποιός να προκύπτει όντως από μια ανάγκη να πω κάτι, να θέσω έναν προβληματισμό, να ανοίξω ένα πεδίο για σκέψη κριτική και όχι απλά να γεμίσω τον κόσμο με όμορφες ή βίαιες ή αληθοφανείς ή (βάλτε ό,τι επίθετο θέλετε) εικόνες. Από αυτές κατακλυζόμαστε καθημερινά με όλους τους δυνατούς τρόπους. Το θέατρο είναι κάτι ζωντανό, έχει αναπνοή, μια εικόνα δεν έχει, έχουμε άλλες τέχνες για αυτό το σκοπό. Οπότε για μένα θέση στην θεατρική σκηνή έχει οτιδήποτε «αναπνέει», «εισπνέει και εκπνέει» κάτι. Το τι είναι αυτό είναι στην διάθεση καθενός από εμάς να το απαντήσει και το πιο ωραίο είναι ότι για κανέναν μας δεν είναι το ίδιο.
Συνομιλεί η δουλειά σου με την τρέχουσα πολιτική επικαιρότητα, παγκόσμια ή εγχώρια; Εμπνέεσαι από το καθημερινό ή σε κατατρώει;
Πώς θα μπορούσε να μην; Τα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα αφήνουν ρωγμές μέσα στην ανθρώπινη εμπειρία. Είτε αυτά συμβαίνουν στην πλατεία Συντάγματος είτε σε άλλη χώρα που βρίσκεται χιλιόμετρα μακριά σου όπως για παράδειγμα στην Παλαιστίνη ή στην Βενεζουέλα. Δεν νομίζω ότι υφίσταται θέατρο χωρίς πολιτική θέση ή τουλάχιστον για μένα δεν μπορεί να υπάρξει. Είτε αυτό θίγει αμιγώς κοινωνικά ζητήματα είτε αφορά την ανθρώπινη ύπαρξη εν γένει, τον τρόπο δηλαδή που υπάρχουμε ως έλλογα όντα σε οργανωμένο κοινωνικό πλαίσιο. Τόσο στη θεατρική πράξη όσο και στη ζωή καλούμαστε διαρκώς να επιλέξουμε ανάμεσα σε κάτι. Το δικαίωμα – υποχρέωση στην επιλογή είναι και αυτό που συγκροτεί την ταυτότητά μας. Είμαστε πολιτικά όντα ακριβώς γιατί έχουμε το δικαίωμα της επιλογής, δυστυχώς όχι καθολικά όπως συμβαίνει αυτή την στιγμή στα μήκη και στα πλάτη της γης. Δεν νομίζω ότι μπορεί το θέατρο να σταθεί απλώς ως ένα είδος ψυχαγωγίας, είναι αλληλένδετο με την κοινωνία, ως αγωγός και φορέας της. Αν κάτι ελπίζω, είναι ότι μέσα από το θέατρο ο άνθρωπος θα συνεχίζει να επαναπροσδιορίζεται και να επανατοποθετείται στο κοινωνικό σύνολο.
Αν σκεφτείς το μέλλον, εννιά χρόνια μακριά από σήμερα, τι φοβάσαι, τι απεύχεσαι και τι σου προκαλεί αισιοδοξία;
Γενικά για πολλά χρόνια ήμουν άνθρωπος που τον απασχολούσε πολύ το μέλλον, το μετά, η επόμενη μέρα. Και έτσι κατέληξα να χάνω το παρόν για να κυνηγήσω το μέλλον. Τα τελευταία χρόνια προσπαθώ να το ελαττώσω αυτό, θέλω να νιώθω παρούσα κάθε στιγμή χωρίς να με κατατρώει η επόμενη που μέλλεται. Σε αυτό με βοήθησε πάρα πολύ η επαφή μου με το θέατρο και φυσικά το ταξίδι μου στην ψυχοθεραπεία. Σίγουρα αν κοίταζα μέσα απ’ την κλειδαρότρυπα τη ζωή μου σε 9 χρόνια θα έβλεπα φόβους αλλά και πολλές ελπίδες που τους αγκαλιάζουν. Όπως ανέφερα φοβάμαι πολύ την πλήξη αλλά και την λήθη, την απώλεια σκοπού να ξυπνάω το πρωί, αλλά και την απώλεια προσώπων, το σκοτάδι. Μα πιο πολύ απ’ όλα φοβάμαι να ξημερώσω σε έναν κόσμο που δεν θα υπάρχει αγάπη. Τους φόβους μου αυτούς τους αγκαλιάζουν η ελπίδα για μέρες φωτεινές, τα όνειρα για δράση, το παιχνίδι με μικρούς και μεγάλους, η αγκαλιά με αγαπημένους, τα ταξίδια, η θάλασσα, το θέατρο σίγουρα, η δημιουργία οποιασδήποτε φύσης, η προσφορά και η συνεργασία. Οπότε βάζω τώρα στοίχημα με τον εαυτό μου για τα επόμενα 9 χρόνια να κρατήσω όλα αυτά ζωντανά και ελπίζω κάτι να γίνει.

