Κουβεντιάζοντας με την ομάδα “νείρομαι”

Επιμέλεια συνέντευξης: Τασιάνα Τσιάκου
Σήμερα το Παλκοσένικο έχει τη χαρά να φιλοξενεί τις Καλλιόπη Κουνιάδη και Σάντυ Μακροπούλου και τους Στάθη Συμεωνίδη και Χρήστο Δαλκυριάδη, μέλη της θεατρικής ομάδας ¨νείρομαι¨ και να κουβεντιάζει μαζί τους με αφορμή τη νέα τους δουλειά “Παράσταση στον Πατέρα – το Ντοκιμαντέρ” που ανεβαίνει Kukaracha Theaterspace.
Η παράσταση πραγματεύεται μια τραυματική σχέση με το πρόσωπο του πατέρα. Τι επιδιώκετε να βιώσει ο θεατής μέσα από τη σκηνοθετική σας προσέγγιση;
Στάθης Συμεωνίδης: Ένας στόχος είναι να περάσουν από τη θέση των ηρώων. Μόνο και μόνο η συνθήκη δημιουργεί αυτή τη κατάσταση. Επί σκηνής είναι τρεις ηθοποιοί και το βλέμμα των θεατών. Με όσο καλή πρόθεση και να έρθει κάποιος, είναι πολύ πιθανόν μετά από λίγο να αρχίσει να κρίνει. Να του φαίνεται κάτι λάθος, κάτι να το ήθελε αλλιώς κ.α. Από εκείνη τη στιγμή στη δική μας συνθήκη όλοι οι θεατές είναι ο πατέρας. Αλλά αυτό συμβαίνει και ανάποδα. Οι ήρωες γίνονται ο πατέρας για τους θεατές. Και τελικά βλέπουμε πόσο εύκολα παίρναμε μέσα σε αυτό που μας απωθεί χωρίς καν να το καταλαβαίνουμε πολλές φορές. Κάτι άλλο που θα ήθελα να βιώσει ο θεατής μέσα στη παράσταση είναι πως ποτέ δεν είναι αργά για να δοκιμάσεις κάτι νέο όταν βλέπεις πως κάτι δεν λειτουργεί.
Στην παράσταση φαίνεται να παρουσιάζεται το βίωμα και η αποστασιοποίηση από τα γεγονότα μέσα από την αφήγησή τους, πράγμα που δικαιολογεί και τη λέξη “ντοκιμαντέρ ” στον τίτλο της. Κατά πόσον ήταν εύκολο το να ζωντανέψετε τους χαρακτήρες σας μέσα από μια τέτοια οπτική;
Καλλιόπη Κουνιάδη: Δεν θεωρώ ότι αναγνωρίζουμε την απόσταση όταν συμβαίνει. Μπορεί κάποιος απέξω να την παρατηρήσει, αλλά ο Χ, Ψ, (Ζ) που την βιώνει, δεν βλέπει το τοίχος που ο ίδιος έχει σηκώσει. Και εμένα αυτό με έχει όντως βοηθήσει. Χαίρομαι ειλικρινά όταν μπαίνει ο Μάριος (πατέρας) μέσα και ίσως επειδή κάναμε και λιγότερες πρόβες μαζί του, μου δημιουργεί μια ειλικρινή έκπληξη. Όποτε δραματουργικά βλέπουμε έναν χαρακτήρα που χαίρεται όταν βλέπει τον κακοποιητή του; Ενώ ξεκινάει με το αίσθημα του «τι ωραία που ήρθε για να του πω αυτά που θέλω» συνεχίζει με το «μην το παρακάνουμε όμως και φύγει» και φεύγει. Και καταλήγει η Ζ, να επιμένει στο ότι η ιστορία ήταν φανταστική, για να αντέξει την απουσία.
Χρήστος Δαλκυριάδης: Προσωπικά δεν κλήθηκαν να αντιμετωπίσω κάποια δυσκολία. Καθώς η αποστασιοποίηση από το ίδιο το γεγονός δεν σημαίνει άμεσα και την μη συναισθηματική εμπλοκή του χαρακτήρα. Με την αποστασιοποιημένη αφήγηση του ίδιου του γεγονότος κατάφερα να διεισδύσω στον ψυχικό κοσμο του χαρακτήρα μου και να αντιληφθώ το πως τον επηρέασε και τον καθόρισε μετέπειτα τόσο σαν μονάδα όσο και ως προς την σχέση του με τον πατέρα του.
Σάντυ Μακροπούλου: Στην πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ, όταν αφηγούνται το συμβάν με τον σκύλο και τον πατέρα τους, η Ψ συνειδητοποίησε για πρώτη φορά ότι τα φώτα πέφτουν πάνω της με τέτοιο τρόπο που την τυφλώνουν. Ό,τι και να έκανε δεν μπορούσε να δει ούτε ίχνος από τους θεατές. Τότε το βλέμμα της στράφηκε προς τα μέσα. Αναγκαστικά. Λόγω των φώτων. Αυτό
επηρέασε και τον τρόπο αφήγησής της. Αφηγείται, αποστασιοποιημένη από το γεγονός, αλλά πιο ζωντανή από ποτέ. Στο εδώ και τώρα, ο συμπαίκτης της, “το φως”, παίζει μαζί της, την ζωντανεύει στο παρόν, και αυτό είναι αρκετό. Θυμάμαι τον Στάθη (τον σκηνοθέτη μας) να επιμένει συνεχώς σε μια “αφαίρεση παιξίματος”, σε μια απόσταση.
Αρχικά, και αναφέρομαι στην περσινή μας παράσταση, η όλη διαδικασία μου έφερνε ένα μπέρδεμα. Συνεχώς, είχα απορίες και ρώταγα και αναρωτιόμουν και δεν καταλάβαινα πώς γίνεται οι χαρακτήρες να αφηγούνται χωρίς να τους συμβαίνει κάτι στο τώρα ή για την ακρίβεια χωρίς να “δείχνουν” ότι τους συμβαίνει κάτι. Εκείνη την περίοδο, βρήκα και
διάβασα ξανά Μπρεχτ και εκεί έγινε το κλικ. Μπορείς να υπάρχεις και αυτό είναι αρκετό. Μπορείς να αφηγείσαι και αυτό είναι αρκετό. Μπορείς να περνάς από έξω, μέσα σου. Να μεταφέρεις τις εικόνες και τα συμβάντα, χωρίς καμία προσπάθεια να σου συμβεί κάτι. Αλλά, να αφήσεις να σου συμβεί, και αν σου συμβεί. Και ακόμα παραπέρα, να εμπιστευτείς κάθε μέσο του θεάτρου ως συμπαίκτη σου. Έτσι, λοιπόν κι εγώ το άφησα, εμπιστεύτηκα τον Στάθη, την Καλλιόπη και τον Χρήστο και αφέθηκα να μπω μέσα σε αυτό. Φέτος, όλα ήταν πολύ πιο εύκολα, αφού πλέον είχε δημιουργηθεί ένας κώδικας μεταξύ μας. Εξάλλου η αποστασιοποίηση από το βίωμα έχει και κάτι που σε φέρνει πιο κοντά του. Μπορείς να το δεις, να το αντικρίσεις, να συνδιαλλαγείς μαζί του, να το αγκαλιάσεις, αφού πλέον μπορείς να συσχετιστείς μαζί του, χωρίς να σε καθορίζει το συναίσθημά του. Καθένας μας όταν αφηγείται, αναπόδραστα, αποστασιοποιείται. Για την ακρίβεια, έχει ήδη αποστασιοποιηθεί καθώς το γεγονός έχει τελεστεί σε έναν άλλο χρόνο. Είναι σπάνιες οι στιγμές που ενώ αφηγούμαστε, συγκινούμαστε. Μόνο όταν ανοίγει κάποια ρωγμή μέσα μας. Κατά τα άλλα, αφηγούμαστε τα πιο σκληρά γεγονότα, τα πιο τραυματικά μας συμβάντα με απόλυτη ψυχραιμία και αποστασιοποίηση, και όσο περισσότερο τα αφηγούμαστε τόσο αποστασιοποιούμαστε ή εμβαθύνουμε περισσότερο σε αυτά. Τώρα, αν το βίωμα ειπώνεται πρώτη φορά, εκεί αλλάζει… Εδώ το βίωμα είναι παλιό, ριζωμένο, πολυπαιγμένο, το έχουμε εντοπίσει, το έχουμε αναλύσει, το έχουμε κάνει μέχρι και παράσταση, το έχουμε αφουγκραστεί, σχεδόν γελάμε μαζί του. Έτσι λοιπόν, οι χαρακτήρες ζωντανεύουν γιατί υπάρχουν στο εδώ και τώρα, χωρίς καμία ανάγκη να πείσουν για ό,τι έζησαν, να αναπαραστήσουν, να δημιουργήσουν μια ψευδαίσθηση.
Τελικά, μέσα από την κίνηση, την αφήγηση και την επανάληψη κάποιων λεκτικών μοτίβων, οδηγούμαστε στην κάθαρση και στην θεραπεία του τραύματος; ‘Η μήπως σ έναν προβληματισμό που θα διαρκέσει; Ποια είναι η προσωπική σας αίσθηση όταν σβήνουν τα φώτα;
Σάντυ Μακροπούλου: Για μένα τα όρια είναι θολά. Η επανάληψη ήταν πάντα στοιχείο της τελετουργίας. Κάθε φορά που μπαίνουμε σε μια επανάληψη ο χρόνος διαστέλλεται και δημιουργούμε μια άλλη διάσταση στον χώρο. Μέσα σε αυτή την κατάσταση, όσο επαναλαμβάνουμε, τόσο βαθαίνουμε μέσα μας, και όσο βαθαίνουμε, ανακαλύπτουμε πράγματα. Κι εκεί, ίσως λυτρωθούμε, καθαρθούμε, ανακουφιστούμε, ή προβληματιστούμε κι άλλο. Μα σίγουρα κάτι θα βρούμε και αυτό είναι το σπουδαίο της πράξης της επανάληψης. Και το ακόμα σπουδαιότερο, μπορεί να συμβεί όταν διακόπτουμε την επανάληψη. Ύστερα από επιμονή και κούραση, επιλέγουμε να σταματήσουμε και τότε μπορεί να ανοίξει κάτι, ένας άλλος δρόμος. Μόλις σβήνουν τα φώτα υπάρχει μια στιγμή που ανασαίνω και νιώθω ανάλαφρη, ανακουφισμένη. Και την αμέσως επόμενη στιγμή μου δημιουργείται μια λαχτάρα για επανάληψη, να πάμε την παράσταση από την αρχή, πάλι, ξανά, τώρα. Εάν έρθει η κάθαρση, θα έρθει και το τέλος, σκέφτομαι. Ενώ, με την επανάληψη τίποτα δεν τελειώνει, ποτέ. Και εγώ δεν θέλω να τελειώνουν τα πράγματα, αλλά να βαθαίνουν και να εξελίσσονται.
Καλλιόπη Κουνιάδη: Αυτή την ερώτηση στην αρχή την διάβασα κυριολεκτικά και σκέφτηκα πως σε εμάς τα φώτα σβήνουν πριν το «κεφάλαιο δεύτερο η παράσταση», άρα κλείνουν στην αρχή της παράστασης των παιδιών και όχι στο τέλος. Σαν να ξεκινάνε από το σκοτάδι και να επιλέγουν να το κλείσουν όλο αυτό με φως. Τώρα αναφορικά με την ερώτηση περί τραύματος πιθανά να βοηθούσε η κίνηση, η επανάληψη και η αφήγηση. Νομίζω όμως ότι γίνεται τόσο εμμονικά που το μόνο που καταφέρνει είναι να μας φυλακίσει στην ανάγκη αποδοχής. Το ερώτημα «είσαι περήφανος για εμένα; » Είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Χρήστος Δαλκυριάδης: Η συνεχής επανάληψη των μοτίβων που δομούν το τραύμα, μου δίνει κάθε φορά την ευκαιρία να ανακαλύπτω και μία ακόμη πτυχή του, που μέχρι τότε ενδεχομένως να μην είχα παρατηρήσει. Είναι σίγουρα μία επώδυνη διαδικασία που πυροδοτεί αμήχανα συναισθήματα και σκέψεις αλλά θα έλεγα με βεβαιότητα πως είναι τρομερά παραγωγικό για εμένα τόσο σαν άνθρωπο όσο και σαν ηθοποιό.
Στάθης Συμεωνίδης: Δεν πιστεύω πως μπορούμε να οδηγηθούμε στη θεραπεία του τραύματος στη σκηνή. Αιωρείται όμως διαρκώς ένας προβληματισμός. Πώς και πού θα μιλήσω για αυτά που με βαραίνουν; Όταν κάτι με δυσκολεύει πρέπει να δημιουργήσω ένα πλαίσιο που το νιώθω οικείο για να μιλήσω. Ακριβώς αυτό κάνουν οι ήρωες στο έργο. Επιλέγουν το θέατρο ως το οικείο για εκείνους μέρος, μιας και είναι ηθοποιοί. Τώρα για την προσωπική μου αίσθηση όταν σβήνουν τα φώτα, είναι ότι νιώθω λιγότερο μόνος.

Δείτε ακόμα