Κουβεντιάζοντας με τις Γιώτα Μιχαλακοπούλου, Βέρα Ιωσήφ και Αντωνία Παυλέα

Επιμέλεια Συνέντευξης: Άννα Βαμβακάρη

Το Παλκοσένικο έχει σήμερα τη χαρά να φιλοξενεί τρεις νέες ηθοποιούς, τις Γιώτα Μιχαλακοπούλου, Βέρα Ιωσήφ και Αντωνία Παυλέα και να
κουβεντιάζει μαζί τους με αφορμή την παράσταση Wolves / Αυτό το παιδί στην οποία πρωταγωνιστούν και που ανεβαίνει στο ΠΛΥΦΑ

 

 

Τι πρόκειται να δούμε στην παράσταση “Wolves / Αυτό το παιδί”; Υπάρχει κάποιος συνδετικός κρίκος μεταξύ της παράστασης χορού και του θεατρικού έργου που θα παρακολουθήσουμε;

Αντωνία: Αρχικά στους «Wolves», κυριαρχούν ο ρυθμός και η ομαδικότητα. Πρόκειται για μια παράσταση που την δημιουργήσαμε η Ξένια και εμείς και δουλεύαμε πάνω σε αυτή για μήνες προσθέτοντας και αφαιρώντας. Λειτουργήσαμε και λειτουργούμε ομαδικά. Στην παράσταση «Αυτό το παιδί» στο επίκεντρο βρίσκονται οι οικογενειακοί δεσμοί. Οι σχέσεις του παιδιού με τον γονέα. Οι παραστάσεις αυτές, κατά τη γνώμη μου, συνδέονται, καθώς και οι δύο έχουν έντονο το στοιχείο της αγέλης/οικογένειας. Έχουμε ανάγκη ο ένας τον άλλον για να υπάρξουμε και να προχωρήσουμε και ποτέ δεν αφήνουμε κανέναν πίσω.

Βέρα: Η παράσταση έχει την πρωτοτυπία του να συνδυάζει δύο διαφορετικά υλικά, τους “Wolves” που είναι μια παράσταση χορού που παίζει πολύ έντονα με το ρυθμο, το χώρο, και την αντίθεση τάξης-αναρχίας και το “Αυτό το παιδί”, ένα θεατρικό έργο του Joel Pommerat το οποίο στην ουσία είναι ένα άθροισμα οικογενειακών στιγμών σε κρίση. Η αλήθεια είναι πως, εκ πρώτης όψεως, δεν φαίνεται να υπάρχει κάποιος άμεσος συνδετικός κρίκος ανάμεσα στις δύο παραστάσεις. Παρ’ όλα αυτά, νομίζω πως οι άνθρωποι έχουμε μια φυσική τάση να αναζητούμε συνδέσεις στα νοήματα οπότε το πεδίο είναι απολύτως ανοιχτό. Προσωπικά για εμένα που το βιώνω εκ των έσω, τα δύο υλικά αντικατοπτρίζουν, με έναν πολύ διαφορετικό τρόπο το καθένα, την εσωτερική πάλη του “πρέπει” και του “θέλω”, και του πως είναι να απομυθοποιείς όσα σου έχουν μάθει για να σε βρεις λίγο καλύτερα. – Ο Joel Pommerat, συγγραφέας του

Γιώτα: Η παράσταση WOLVES / ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΑΙΔΙ συνιστά, επί της ουσίας, την ώσμωση του παραστασιακού υλικού των διπλωματικών εξετάσεων της αποφοίτησής μας και, για εμάς,
λειτουργεί ως ένα συμβολικό double date γνωριμίας με το κοινό — το πρώτο μας καλλιτεχνικό ντεμπούτο ως επαγγελματίες πλέον ηθοποιοί. Το πρώτο μέρος, οι WOLVES, είναι μια παράσταση κίνησης, σε σύλληψη και χορογραφία της Ξένιας Θεμελή. Πρόκειται για μια ενδελεχή έρευνα που εκκίνησε από τη μελέτη των λύκων και αποκρυσταλλώθηκε στη διερεύνηση της δυναμικής της αγέλης και του συντονισμού. Το δεύτερο μέρος ,το θεατρικό έργο «ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΑΔΙ» του Joël Pommerat, σε σκηνοθετική επιμέλεια του Χρήστου Θεοδωρίδη, πραγματεύεται τις σχέσεις γονέων & παιδιών, τις συγκρούσεις , τις προσδοκίες και εν γένει τις συναισθηματικές δυναμικές που υφίστανται μέσα στην οικογένεια μέσω της συρραφής δέκα αποσπασματικών στιγμών από την καθημερινή ζωή. Το έργο βασίστηκε σε συνεντεύξεις που συγκέντρωσε ο συγγραφέας από γυναίκες που διέμεναν στη Νορμανδία. Η σκηνική σύνθεση των δύο υλικών που παρουσιάζουμε, παρόλο που φαινομενικά αντλούν το πρωταρχικό υλικό δημιουργίας τους από διαφορετικούς επικοινωνιακούς κώδικες λεξιλογίου, προσωπικά θεωρώ πως βρίσκονται στην καρδιά της αναζήτησης του ίδιου πυρηνικού ερωτήματος. Τι σημαίνει “εγώ”;, τι σημαίνει “εγώ σε σχέση με τον άλλον” και πώς αυτές οι ισορροπίες επανακαθορίζονται ανάλογα με το εκάστοτε κοινωνικό γίγνεσθαι στο οποίο εκτίθενται- είτε αυτό ονομάζεται αγέλη, οικογένεια ή ευρύτερο ταξικοπολιτικό σύνολο. Ένας θεατής λοιπόν ερχόμενος στην παράσταση , καλείται να συμμετάσχει σε μια εμπειρία διερεύνησης αυτών των δυναμικών και της αλληλεξάρτησης τους.

 

 

Ο Joel Pommerat, συγγραφέας του έργου «Αυτό το παιδί», θέτει στο επίκεντρο την οικογένεια, όχι αποκομμένα, αλλά ως μέρος του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου. Τι προσπαθεί να καταδείξει σε αυτό το έργο του;

Αντωνία: Ο Joel Pommerat σε αυτές τις δέκα στιγμές δείχνει με πολύ έξυπνο τρόπο πως λειτουργούν οι οικογενειακοί δεσμοί. Πως συνυπάρχουν τα παιδιά με τους γονείς τους. Διαβάζοντας και παρακολουθώντας το έργο του καταλαβαίνεις πόσα κοινά μπορεί να έχουν αυτές οι οικογένειες με την δικιά σου οικογένεια ή με τις οικογένειες ανθρώπων που γνωρίζεις. Σε αυτό το έργο, όπως και στην ζωή κανένας δεν έχει απόλυτα δίκιο ή άδικο. Η θέση που έχουμε στην κοινωνία, επηρεάζεται από τις οικογενειακές μας σχέσεις. Επίσης η κοινωνία διαμορφώνει τις σχέσεις των γονέων με τα παιδιά τους.

Βέρα: Νομίζω προσπαθεί να καταδείξει το αυτονόητο, δηλαδή ότι η οικογένεια είναι αναπόσπαστο κομμάτι του κοινωνικού συνόλου — δεν μπορούμε να τη δούμε αποκομμένα, αφού όλοι ανήκουμε και δρούμε μέσα σε αυτό. Οπότε, ό,τι συμβαίνει σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο επηρεάζει αναπόφευκτα και την οικογένεια. Κι αν κάποιες φορές μοιάζει να μένει “ανεπηρέαστη”, ακόμα κι αυτό είναι δείγμα της θέσης της μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο. Για μένα, τα δύο είναι άρρηκτα δεμένα μεταξύ τους. – Η Ξένια Θεμελή και ο Χρήστος Θεοδωρίδης είναι καλλιτέχνες

Γιώτα: Θεωρώ την αναπόφευκτη επίδραση που έχει το κοινωνικό σύνολο στη διαμόρφωση της ίδιας της οικογένειας. Ας μην ξεχνάμε πως οι συνεντεύξεις για το έργο πάρθηκαν το 2002, μια χρονιά πολιτικής λαίλαπας, όπου η Γαλλία κλήθηκε να αντιμετωπίσει την άνοδο της ακροδεξιάς, με τον Λεπέν να αγγίζει σχεδόν το 17% στις προεδρικές εκλογές. Η ίδια η Νορμανδία εκείνη την περίοδο ήταν έντονα πολιτικά πολωμένη· το πάνω τμήμα της ασκούσε έντονη συνδικαλιστική δράση για το συνεχώς αυξανόμενο ζήτημα της ανεργίας και την ανεπάρκεια κοινωνικής μέριμνας. Όλος αυτός ο αναβρασμός αποτυπώνεται στις στιγμές του έργου. Οι εντάσεις, η αίσθηση ανασφάλειας, το ζήτημα της ανεργίας, η έλλειψης κοινωνικής πρόνοιας ,η πίεση της καθημερινότητας,— όλα αυτά εισχωρούν στις οικογενειακές σχέσεις και επηρεάζουν βαθιά τον τρόπο που οι άνθρωποι επικοινωνούμε, συγκρουόμαστε ή προσπαθούμε να αγαπηθούμε μέσα σε ένα περιβάλλον που συνεχώς μεταβάλλεται. Συνεπώς, ένας τόσο βαθιά ενσυναίσθητος συγγραφέας όπως ο Pommerat δεν είναι αφελής για να απομονώσει την οικογένεια από το εξωγενές περιβάλλον που αυτή διαμορφώνεται.

 

 

Η Ξένια Θεμελή και ο Χρήστος Θεοδωρίδης είναι καλλιτέχνες με άποψη και κοινωνικά αντανακλαστικά και ήταν καθηγητές σας στη δραματική σχολή «Νέο Ελληνικό Θέατρο». Πώς μια σχέση εμπιστοσύνης και καθοδήγησης μετουσιώνεται σε παράσταση;

Αντωνία:Η Ξένια και ο Χρήστος είναι δύο υπέροχοι καλλιτέχνες και καθηγητές, που πάντα ό,τι κάνουν το κάνουν στο 100%. Στην σχολή, όπως και τώρα που συνεργαζόμαστε, ήταν και είναι μεγάλη μας χαρά η συνύπαρξη μαζί τους, πρώτα για αγαπούν αυτό που κάνουν, αλλά και γιατί έχουν έναν πολύ όμορφο τρόπο να σε καθοδηγούν αλλά και να σε αφήνουν ελεύθερο να υπάρξεις και να φέρεις κάτι δικό σου σε αυτό που δημιουργείται. Υπάρχει πάντα μια διακριτικότητα και τρυφερότητα και από τον Χρήστο και από την Ξένια, αλλά και από εμάς τους δέκα για κάθε κομμάτι του εαυτού που φέρνει ο καθένας από εμάς στην διαδικασία των προβών και ύστερα στην παράσταση. Έτσι ως καλλιτέχνες είμαστε ελεύθεροι να εκφραστούμε και να δημιουργήσουμε μαζί ισότιμα κάτι, πολλές φορές από το μηδέν. Με αυτόν τον τρόπο περνάμε από την θεωρία στην πράξη και από τις πρόβες στις παραστάσεις.

Βέρα: Ναι, ήταν καθηγητές μας στη σχολή, και η αλήθεια είναι πως είναι πολύ όμορφο — και σου δημιουργεί μεγάλη ασφάλεια — όταν στα πρώτα σου βήματα εκτός σχολής συνεργάζεσαι με ανθρώπους που εμπιστεύεσαι και σε υποστηρίζουν. Η μετάβαση αυτή έγινε με πολύ φυσικό τρόπο, γιατί ήδη είχαμε μια κοινή γλώσσα. Ξέραμε πώς δουλεύουν, μας ήξεραν κι εκείνοι αντίστοιχα, και μας είχαν ήδη δώσει εργαλεία που τώρα χρησιμοποιούμε στην πράξη. Φυσικά, εξαρτάται πάντα από τους ανθρώπους, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση ένιωσα πως ήταν μια ομαλή και φυσική πορεία. Εξάλλου, και οι δύο ήταν από τους καθηγητές που μας ενθάρρυναν να αναλαμβάνουμε ευθύνη από νωρίς και να λειτουργούμε ως συνεργάτες. Έτσι, η σχέση δεν άλλαξε στην ουσία της — απλώς άλλαξε το πλαίσιο.

Γιώτα: Η απάντηση εμπεριέχεται στην ερώτηση που αναφέρατε. Σχέση εμπιστοσύνης. Η Ξένια και ο Χρήστος είναι δύο καλλιτέχνες που προσωπικά θαυμάζω πολύ, τόσο για την αισθητική και τον τρόπο δουλειάς τους αλλά κυρίως για το ήθος τους. Για έναν ηθοποιό, πόσο μάλλον- έναν μαθητευόμενο στα χρόνια των σπουδών του, είναι ευτυχία η συνεργασία μαζί τους μιας και στα χέρια τους νιώθεις ασφαλής να δοκιμάσεις , να πειραματιστείς. να ξεπεράσεις τα προσωπικά σου όρια. Η διαδρομή που είχαμε μαζί στη δραματική σχολή μας επέτρεψε να μπορούμε να μιλάμε μια κοινή γλώσσα και η παράσταση τελικά είναι το φυσικό αποτέλεσμα αυτής της πορείας, όπου η εμπιστοσύνη ανάμεσα σε καθηγητή και μαθητή μετατρέπεται σε μια ζωντανή εμπειρία για το κοινό.

 

 

Θέλετε να μας πείτε λίγα λόγια για τη θεατρική ομάδα “SuΝdogs” και πώς προέκυψε το όνομά της;

Αντωνία: Είμαστε μια ομάδα δέκα νέων ηθοποιών που αγαπάμε πολύ αυτό που κάνουμε και είχαμε την ανάγκη να δημιουργήσουμε και να συνυπάρξουμε. Αποφασίσαμε λοιπόν να μην περιμένουμε κάποια ευκαιρία, αλλά να την δημιουργήσουμε μαζί, κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου, όπως και στην σχολή. Οι οκτώ από εμάς ήμασταν στο ίδιο έτος, ενώ οι δύο φοιτούσαν στο επόμενο έτος από εμάς, αλλά ήμασταν πάντα κοντά. Όταν αποφασίσαμε ότι θα προχωρήσουμε μαζί ως ομάδα, ψάχναμε ένα όνομα που να μας αντιπροσωπεύει, θέλαμε να βρούμε το ιδανικό, δεν ήταν πολύ εύκολο αυτό. Για αρκετό καιρό ψάχναμε κάποια λέξη που να μιλάει στην καρδιά μας και μια μέρα η Ελίνα έφερε την λέξη SuNdogs που είναι ατμοσφαιρικά οπτικά φαινόμενα και στα ελληνικά το συναντάμε ως «ηλιοδρόμια» ή δίδυμοι ήλιοι. Πρόκειται δηλαδή για μια οπτική ψευδαίσθηση που δημιουργεί δύο ακόμα «ήλιους», δυο φωτεινά σημεία, δίπλα από τον αληθινό ήλιο. Νομίζω αυτό το στοιχείο ήταν που μας κέρδισε. Για να δημιουργηθεί αυτό το φως χρειάζεται παραπάνω από ένας ήλιους. Έτσι και εμείς χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλον για να δημιουργήσουμε. Τέλος το όνομα συνδέεται και με μια στιγμή μας τις πρώτες μέρες της σχολής, πριν ακόμα γίνουμε ομάδα.

Βέρα: Η ομάδα SuΝdogs δημιουργήθηκε από απόφοιτους του Νέου Ελληνικού Θεάτρου του 2024. Εγώ και ο Πασέ αποφοιτήσαμε το 2025 και μπήκαμε στην παράσταση ως αντικαταστάτες για κάποιους από τους προηγούμενους απόφοιτους που δεν μπόρεσαν να συμμετάσχουν. Οπότε δεν γνωρίζω από που προέκυψε το όνομα ξέρω μόνο ότι sundogs είναι οι δίδυμες φωτεινές αντανακλάσεις δίπλα στον ήλιο. Αυτό που έχω να πω όμως για τους SuNdogs είναι ότι με εμπνέει ο ενθουσιασμός και η αποφασιστικότητά τους. Είναι νέοι ηθοποιοί που παίρνουν στα χέρια τους όλη τη διαδικασία, αναλαμβάνουν ευθύνες και τρέχουν για να κάνουν αυτό που αγαπούν και να το κάνουν όπως το θέλουν. Είναι κι αυτό μια μορφή επανάστασης μέσα στη ματαιότητα που μπορεί να φέρει η μετάβαση στον έξω κόσμο μετά τη δραματική σχολή.

Γιώτα: Πριν ένα περίπου χρόνο, ήταν Χριστούγεννα, βρεθήκαμε για την καθιερωμένη συνάντηση ανταλλαγής των δώρων μας. Όλοι μας, δειλά δειλά, μοιραστήκαμε τους προβληματισμούς μας και —κυρίως— την ανάγκη μας να δημιουργήσουμε έναν πυρήνα καλλιτεχνικής ύπαρξης. Μια ομάδα που θα μας επέτρεπε να υπηρετήσουμε την τέχνη μας, ακολουθώντας το μονοπάτι της συλλογικότητας και της πρωτοβουλίας. Αποφοιτήσαμε το 2024 από την Ανώτερη Σχολή Δραματικής Τέχνης «Νέο Ελληνικο Θέατρο» και θελήσαμε να συνεχίσουμε μαζί — να κρατήσουμε ζωντανό το όραμα που μας ένωσε στα χρόνια των σπουδών μας. Κάπως έτσι, πάρθηκε η απόφαση να ιδρύσουμε την ομάδα μας. Όσο για το όνομα, δεν θα σας κρύψω ότι παιδευτήκαμε λίγο να το βρούμε (χαχα), Το Sundogs, σημαίνει «δίδυμοι ήλιοι» , πρόκειται για ένα φυσικό φαινόμενο στην ατμόσφαιρα κατά το οποίο δημιουργούνται δύο φωτεινοί δακτύλιοι δίπλα στον Ήλιο. Οι Sundogs γεννιούνται όταν το φως διαθλάται- όταν ένας Ήλιος δεν αρκεί. Αυτό ακριβώς εκφράζει και τη δική μας ανάγκη ως ομάδα. Ο ένας χρειάζεται τον άλλον για να φωτίσει — όπως οι δίδυμοι ήλιοι του φαινομένου. Έτσι κι εμείς, μέσα στην ομάδα, υπάρχουμε μέσα από τη συνύπαρξη, τη στήριξη και τη συλλογικότητα. Αν λείψει ένας, το φως χάνει την πληρότητά του.

 

 

Πότε νιώσατε ότι η υποκριτική τέχνη θέλετε να είναι μέρος της ζωής και της σταδιοδρομίας σας;

Αντωνία: Δεν είναι μια συγκεκριμένη στιγμή που μπορώ να θυμηθώ τώρα. Το ήθελα όσο με θυμάμαι, και το επιλέγω κάθε μέρα να είναι μέρος της ζωής μου. Ουσιαστικά είναι πολλές μικρές αλλά και μεγάλες στιγμές και κάθε φορά ανακαλύπτω και μια ακόμα. Νομίζω ότι τις μέρες που είναι πιο δύσκολες, είτε γιατί με δυσκολεύει η ίδια η ζωή , είτε γιατί με δυσκολεύει αυτή η τέχνη ,είναι που το νιώθω πιο έντονα ότι η υποκριτική θέλω να είναι κομμάτι της ζωής μου.

Βέρα: Από πολύ μικρή έλεγα ότι θέλω να γίνω ηθοποιός, αν και δεν θυμάμαι ακριβώς πώς ξεκίνησε. Νομίζω ότι στην αρχή ήταν για πιο επιφανειακούς λόγους, μπορεί να έβλεπα ηθοποιούς στην τηλεόραση ή στις ταινίες και να σκεφτόμουν «Αχ, τι ωραία να έπαιζα κι εγώ εκεί». Παρ’ όλα αυτά, αυτή η επιθυμία οδήγησε τους γονείς μου να με γράψουν στην παιδική θεατρική ομάδα της Νέας Αρτάκης. Έκτοτε , από αυτή την πρώτη άγουρη εμπειρία του κόσμου του θεάτρου, νομίζω ότι υπήρχε μόνιμα ένα ζιζάνιο στο κεφάλι μου που μου έλεγε να ασχοληθώ με την υποκριτική.

Γιώτα: Η αλήθεια είναι πως ποτέ ως παιδί δεν είχα σκεφτεί το ενδεχόμενο να γίνω ηθοποιός. Σίγουρα υπήρχε ένα πρωτόλειο ενδιαφέρον που εκδηλωνόταν με τη συμμετοχή μου στις σχολικές παραστάσεις αλλά μέχρι εκεί. Στη δεύτερη καραντίνα την περίοδο του covid, αποφάσισα να γραφτώ σε ένα ερασιτεχνικό εργαστήριο υποκριτικής. Ε αυτό ήταν. Ξύπνησε μέσα μου σαν πυροτέχνημα μια μεγάλη ανάγκη εξερεύνησης αυτού του πεδίου και αποφάσισα ότι θέλω να ασχοληθώ σοβαρά με αυτή τη σπουδή. Βούτηξα μέσα σε αυτή την ανακάλυψη με μεγάλη όρεξη και από τότε μέχρι σήμερα νομίζω είναι η μοναδική συνθήκη στην οποία νιώθω ολοκληρωμένη.

 

 

Είστε νέες γυναίκες και καλλιτέχνιδες. Ποιες είναι οι ανησυχίες σας για το μέλλον, τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο;

Αντωνία: Με ανησυχούν χιλιάδες πράγματα τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Προσωπικά προσπαθώ να βρω ως γυναίκα αλλά και ως καλλιτέχνης τη θέση μου στον κόσμο. Ποια θέλω να είμαι, τι θέλω να κάνω. Με ανησυχεί πως θα υπάρχω σε αυτή την δουλειά, σε αυτή την χώρα, σε αυτόν τον κόσμο. Πως θα με στηρίζω, αν θα αμείβομαι έτσι όπως πρέπει. Σε κοινωνικό επίπεδο με ανησυχεί που ζούμε σε κράτη αδιάφορα για τον άνθρωπο. Συμβαίνουν τόσα πολλά γύρω μας, γενοκτονίες, καταστροφές, πόλεμοι, εγκλήματα. Νιώθω ότι δικαιώματα που έχουν κατακτηθεί με κόπο, αμφισβητείται το γεγονός ότι ανήκουν σε όλους ανεξαιρέτως. Νιώθω ότι πολλές φορές είμαστε αβοήθητοι και συνηθίζουμε σε οτιδήποτε παράλογο. Ωστόσο πιστεύω στο καλό και στο μαζί και προσπαθώ όσο μπορώ να βλέπω και αυτά, γιατί υπάρχουν.

Βέρα: Σε προσωπικό επίπεδο, ως νέα καλλιτέχνης, πολύ ειλικρινά ανησυχώ ότι ο βιοπορισμος θα αποτελεί ένα μόνιμο πρόβλημα. Και αυτός είναι και ο λόγος που ανησυχώ σε δεύτερο στάδιο για το πόση υπομονή μπορώ να κάνω ως ηθοποιός στην Ελλάδα. Σε κοινωνικό επίπεδο, βασική ανησυχία μου για το μέλλον είναι ότι καταστρέφουμε τον πλανήτη μέρα με τη μέρα και δεν μας καίγεται καρφί. Είδα χτες το “A Life on Our Planet” του David Attenborough και μου το υπενθύμισε (Δείτε το).

Γιώτα: Ανησυχώ για το πως θα μπορέσω να συνδράμω στην βελτίωση αυτού του κόσμου μέσω της τέχνης μου , η οποία ως επι το πλείστων είναι η τέχνη της αφήγησης, όταν βιώνουμε μια εποχή που οι πραγματικές αφηγήσεις φρικαλεοτήτων φαίνεται να σκρολάρονται μέσα σε δευτερόλεπτα και να πηγαίνουμε παρακάτω. Ζούμε σε μια εποχή που είμαστε τόσο εμποτισμένοι από την ταχύτητα των εικόνων, καθημερινά βλέπουμε όλη αυτή τη βιαιότητα και μετατοπιζόμαστε από την οργή στη συνήθεια. Είμαι ηθοποιός, μοιράζομαι αφηγήσεις με την ελπίδα οι θεατές φεύγοντας από μία παράσταση να είναι ελαφρώς μετατοπισμένοι από την ιστορία που είδαν, με την ελπίδα να επιστρέψουν στις ζωές τους ελαφρώς καλύτεροι, πιο ενσυναίσθητοι απέναντι στους δικούς τους ανθρώπους και στο κοινωνικό σύνολο . Όταν όμως βλέπω πως η ίδια η ζωή με διαψεύδει, όταν η θέαση ενός αιματοβαμμένου μωρού στη Γάζα λαμβάνει το χώρο άλλης μιας είδησης, είναι ο μύθος ικανός να κινητοποιήσει;

 

 

Τι αγαπάτε, τι σας θυμώνει και τι θα θέλατε να ήταν αλλιώς;

Αντωνία: Αγαπάω τα ταξίδια, τους ανθρώπους μου, τα σκυλιά, το καλό φαγητό, το να μαθαίνω νέα πράγματα. Με θυμώνει η αδικία και το ψέμα. Πολλά θα ήθελα να ήταν αλλιώς, δεν ξέρω από που να αρχίσω.

Βέρα: Αγαπάω τις γάτες. Με θυμώνουν πολλά πράγματα, ένα από αυτά είναι να κάνουν χριτσι-χριτσι σακουλάκια από κρουασάν ή πατατάκια (ή ότι άλλο παρεμφερές κατάλαβες τι εννοώ) Θα ήθελα πάρα πολλά, για αρχή να είναι λίγο πιο ανώδυνη η χρήση των ΜΜΜ στην Αθήνα.

Γιώτα: Αγαπώ τη θάλασσα και τη συντροφιά των αγαπημένων μου ανθρώπων, με θυμώνει η κρατική αναλγησία και θα ήθελα να ήταν παγκοσμίως αδιαπραγμάτευτη η δημόσια πρόσβαση στη γνώση και στην υγεία.

 

 

Στο Παλκοσένικο συλλέγουμε θεατρικές ιστορίες. Υπάρχει για εσάς κάποια στιγμή που να σας ενέπνευσε για να γίνετε ηθοποιοί, να σας συγκίνησε ή να σας δημιούργησε οποιοδήποτε άλλο δυνατό συναίσθημα;

Αντωνία: Θυμάμαι πολύ έντονα, όταν βρισκόμασταν στο 2ο έτος της σχολής και ανεβάζαμε την παράσταση «Το μεγάλο μας τσίρκο» από το ομώνυμο έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Ήταν μια έντονη περίοδος, κάθε φορά ανυπομονούσαμε να υπάρξουμε πάνω στην σκηνή όλοι μαζί, να πούμε αυτά που είχαμε να πούμε. Θυμάμαι να τελειώνει η παράσταση και να θέλω να ξεκινήσουμε πάλι από την αρχή. Ήταν πολύ όμορφες μέρες. Με συγκινούσε κάθε φορά η συνύπαρξη μας, τα τραγούδια, δεν ήθελα να τελειώσει.

Βέρα: Όταν ήμουν Β’ Λυκείου ζήτησα από τους γονείς μου να μην δώσω πανελλήνιες και να δώσω απευθείας για δραματικές. Μετά από συζήτηση καταλήξαμε ότι το πιο συνετό θα ήταν να περάσω πρώτα στο πανεπιστήμιο, αφού υπήρχαν σχολές που μου άρεσαν , και αν ήθελα ας το έκανα κι αυτό μετά τις σπουδές μου (και εδώ είμαστε τώρα). Διάβασα πολύ και πέρασα μια πολύ ψυχοφθόρα γ Λυκείου. Όμως εντέλει πέρασα στην πρώτη μου επιλογή , Κτηνιατρική ΑΠΘ. Αφού βγήκαν τα αποτελέσματα περνώντας με το αμάξι μια μέρα με τη μαμά μου στην Αθήνα δίπλα στο Εθνικό Θέατρο, της είπα “Μαμά κοίτα θα έρθεις να με δεις κι εμένα εδώ μια μέρα”. Όταν χάνω το κίνητρο, προσπαθώ να ξαναβρώ αυτή την αγνή επιθυμία που είχα τότε, που ότι και να γινόταν τριγύρω το τόξο του μεγαλύτερου στόχου ήταν προς τα εκεί. Και είναι εδώ που είμαι σήμερα.

Γιώτα: Όπως σας είπα και νωρίτερα, η απόφαση να ασχοληθώ με την υποκριτική ήρθε τόσο πηγαία που καλά καλά δεν είχα συνειδητοποιήσει ποιοι ήταν οι λόγοι που με ώθησαν με τέτοια ορμή στη πόρτα της δραματικής σχολής. Θυμάμαι σίγουρα, πως εκείνο το διάστημα των εισαγωγικών εξετάσεων, είχα παρακολουθήσει την ταινία «ο Πατέρας» με τον Antony Hopkins. Είδα αυτή την ταινία τρεις φορές συνεχόμενα. Με είχε καθηλώσει ο τρόπος που o Ηοpkins υπήρχε στο ρόλο του ανοϊκού πατέρα· τα βλέμματά του, οι σιωπές του, η ευθραυστότητα του. Είπα μέσα μου: «Αυτή η τέχνη είναι μαγεία». Είναι συγκλονιστικό να μπορείς να μεταφέρεις ιστορίες, να δίνεις σάρκα και οστά σε πρόσωπα που δεν γνωρίζεις, να ακροβατείς στις παρυφές του πραγματικού και του φαντασιακού. Το να ανακαλύπτεις τις ζωές άλλων ανθρώπων και, με κάποιον τρόπο, να τις βιώνεις εσύ ο ίδιος μέσα από την τέχνη, είναι το πιο ζωογόνο συναίσθημα που μπορεί να υπάρξει. Είναι σαν να σου δίνεται η ευκαιρία να ζήσεις πολλές ζωές μέσα σε μία· να βλέπεις τον κόσμο μέσα από άπειρα βλέμματα, να κατανοείς, να συμπονάς, να αγαπάς.

 

 

Μιας και είναι ομαδική η συνέντευξη, θα σας θέσω κάποιες ερωτήσεις που αφορούν στην καθεμιά από εσάς και θα κληθούν να τις απαντήσουν οι άλλες δύο.

Πείτε μας κάτι ενδιαφέρον που δεν ξέρουμε για:

-την Αντωνία

Βέρα: Η Αντωνία μια μέρα ενώ ερχόταν στην πρόβα το λεωφορείο είχε τόσο κόσμο που η πόρτα της έκλεισε το πόδι απ’ έξω.

Γιώτα: Η Αντωνία διαθέτει ένα σπάνιο ενδιαφέρον για την φροντίδα των παιδιών και μια πυρηνική έγνοια για τη διαπαιδαγώγησή τους.

-τη Βέρα

Αντωνία: Η Βέρα είναι ένας άνθρωπος που γνωρίζω πιο ουσιαστικά φέτος, αφού τώρα γίναμε ομάδα. Είναι ο άνθρωπος που δεν φοβηθεί να πει αυτό που πιστεύει, πάντα με έναν πολύ ευγενικό τρόπο. Επίσης είναι η φωνή της λογικής και έχει πάντα μια αισιόδοξη ματιά στα πράγματα.

Γιώτα: Η Βέρα είναι μια μάχιμη κτηνίατρος που τραγουδάει εξαιρετικά Τζένη Βάνου.

-τη Γιώτα

Αντωνία: Η Γιώτα είναι ένας άνθρωπος πολύ οργανωτικός. Κάθε φορά που από την κούραση, η ομάδα μπορεί λίγο να διαλυθεί, η Γιώτα είναι εκείνη που είναι πάντα τόσο συγκεντρωμένη και θα βοηθήσει τους υπόλοιπους να «επιστρέψουν» στην διαδικασία. Επίσης η Γιώτα είναι ο άνθρωπος που θα πας για κρασί και για χορό και ο άνθρωπος που θα χρειαστείς αν θέλεις να κάνεις ανακαίνιση.

Βέρα: Στη Γιώτα αρέσει πάρα πολύ η θάλασσα, είναι χειμερινή κολυμβήτρια, το καλοκαίρι μπορεί να περάσει έως και 4 ώρες μέσα στο νερό.


Υπάρχουν κάποιοι στίχοι ή κάποιο θεατρικό κείμενο που να το έχετε συνδυάσει με:

-την Αντωνία

Βέρα: “You were always on my mind”

Γιώτα: Την Αντωνία την έχω συνδυάσει με αυτούς τους στίχους :

«Βγες, τραγούδα τη ζωή
Πες θα ′ρθει ξανά πρωί
Δες τον ήλιο μ’ άλλα μάτια
Με ενός παιδιού χαρά
Γιατί κι εσύ παιδί ήσουν μια φορά»

-τη Βέρα

Αντωνία: Με το θεατρικό έργο «Festen» που είχαν ανεβάσει στο 2ο έτος.

Γιώτα: Τη Βέρα, την έχω συνδυάσει με το μονόλογο της Οφηλίας από τη «Μηχανή Άμλετ» του Müller.

-τη Γιώτα

Αντωνία: Με τους στίχους «ένα πρωινό η Παναγιά μου θα ‘ρθει να με βρει στην ακρογιαλιά. Πέλαγο κρυφό τα όνειρά μου κι έστειλες εσύ βάρκα με πανί.» Την θυμάμαι πάντα να το τραγουδάει.

Βέρα: “Έτσι είμαι εγώ και δεν μπορώ ούτε και θέλω να αλλάξω” (μάνα edition)


Μέσα από τη δημιουργική διαδικασία, τι ανακαλύψατε για τη …. ;

-την Αντωνία

Βέρα: Ότι τώρα που τη γνωρίζω καλύτερα με συγκινεί πολύ όταν φτάνει σε ακραίες πτυχές της σκηνικά ενώ στην καθημερινή της ζωή είναι από τους πιο γλυκούς και ήρεμους ανθρώπους.

Γιώτα: Η Αντωνία μπορεί να παραμένει σοβαρή όταν χρειάζεται, αλλά έχει την ικανότητα να φέρνει μια αστεία ατμόσφαιρα, ακριβώς τη στιγμή που όλοι το χρειάζονται. Το χιούμορ της είναι διακριτικό και εύστοχο, και βοηθά να αποκλιμακώνονται οι εντάσεις, δημιουργώντας έτσι έναν ιδανικό συνδυασμό: σοβαρότητα και χαλαρότητα, επαγγελματισμός και ανθρώπινη ζεστασιά.

-τη Βέρα

Αντωνία: Η Βέρα έχει κάτι πηγαίο. Είναι πολύ ομαδική και πάντα έχει μια ηρεμία που σε κάνει να νιώθεις, πως όλα στο τέλος θα λειτουργήσουν.

Γιώτα: Η Βέρα έχει το χάρισμα της εργατικότητας και της ψυχραιμίας. Πολλές φορές στις πρόβες όταν έπρεπε να παρθεί μια απόφαση, ασυναίσθητα αναζητούσα το βλέμμα της για να καταλάβω τη γνώμη της επι του θέματος.

-τη Γιώτα

Αντωνία: Ότι πάντα δουλεύει πολύ και ότι όσο και αν της έρχονται δύσκολα τα πράγματα δεν τα παρατάει.

Βέρα: Ότι είναι πάντα εκεί με δουλειά έτοιμη και οργανωμένη. Μου αρέσει πολύ να συνεργάζομαι μαζί της, με κάνει να νιώθω σιγουριά και αυτό σου δίνει μεγαλύτερη σκηνική ελευθερία.


 

Διαβάστε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ.

Δείτε ακόμα