Κουβεντιάζοντας με τον Αιμιλιανό Σταματάκη

Επιμέλεια συνέντευξης: Διονύσης Μαλαπέτσας

Σήμερα το Παλκοσένικο έχει τη μεγάλη χαρά και τιμή να φιλοξενεί στη συντροφιά του τον αγαπημένο ηθοποιό, με την υπέροχη φωνή, Αιμιλιανό Σταματάκη και να κουβεντιάζει μαζί του με αφορμή την παράσταση “Νίκος Ξυλούρης – Ο Αρχάγγελος της Κρήτης” στην οποία πρωταγωνιστεί και που ανεβαίνει από Τετάρτη ως Κυριακή, στο Θέατρο Ήβη.

Αιμιλιανέ σε καλωσορίζουμε στο Παλκοσένικο και ξεκινώντας θα θέλαμε να σε γνωρίσουμε καλύτερα. Πότε συνειδητοποίησες το ταλέντο και τη φωνή σου και πως αντέδρασε το οικογενειακό σου περιβάλλον, όταν τους ανακοίνωσες ότι θέλεις να ασχοληθείς με την υποκριτική;

Αρχικά, το αστείο της υπόθεσης είναι ότι όταν πήγαινα κατασκήνωση, πιο μικρός, θυμάμαι ότι ήταν οι πρώτες στιγμές που μου ήρθε στο μυαλό ότι μ’ αρέσει να τραγουδάω. Αν ρωτούσες τους γύρω μου θα σου λέγανε ότι δεν κάνω ούτε για αστείο. Γιατί βρισκόμουν σε μια τέτοια ιδιαίτερη ηλικία που ακόμη η φωνή μου δεν είχε διαμορφωθεί, λόγω της μεταφώνησης. Αισθανόμουν ότι το έχω μέσα μου, αλλά πραγματικά δε μπορούσα να επικοινωνήσω πουθενά μουσικά. Δεν έβρισκα που ακριβώς είναι η φωνή μου. Και όλοι νόμιζαν ότι είμαι παράφωνος. Ενώ εγώ ήξερα πολύ καλά μέσα μου, ότι είμαι πολύ σωστός μουσικά. Αλλά το πίστευα μόνο εγώ κι όχι άλλοι.

Τελικά άρχισα να κάνω μαθήματα κιθάρας, άρχισα να τραγουδάω. Έπαιρνα την κιθάρα μου, μαζευόμασταν στις παραλίες, παίζαμε. Και σιγάσιγά εισέπραττα πως αυτό ήταν κάτι θετικό για τον κόσμο. Πέρα από τις πρώτες φορές που σκόνταψα ας πούμε. Από εκεί άρχισα να ασχολούμαι και με το συγκρότημα στο σχολείο μου. Εκεί ήταν και η πρώτη μου επαφή με το θέατρο. Γιατί μια μέρα ανακοινώθηκε από τη θεατρική ομάδα ότι θέλουν να κάνουν τη «Μήδεια» και να έρθουν άνθρωποι να διαβάσουν κείμενο και είπα, γιατί όχι; Και μπορώ να πω ότι ήταν από τις πιο ουσιαστικές εμπειρίες μου στην επαφή μου με το θέατρο. Γιατί είχαμε τον κύριο Παπαδημητρίου, που ήταν και εξαιρετικός δάσκαλος και τρομερός σκηνοθέτης και μουσικός. Και πού να το ξέρει κανείς, και εγώ δε θα το φανταζόμουν ποτέ,ότι η πρώτη μου επαφή με ένα φιλόλογο στο σχολείο μου, θα ήταν μια από τις πιο ουσιαστικές επαφές μου με την υποκριτική.

Από την πρώτη κιόλας στιγμή αρχίσαμε να μιλάμε για πράγματα του πώς είναι να καμώνομαι και το πώς είναι να μιλάω στα αλήθεια σαν να είμαι εγώ και τέτοιες διαδικασίες, που με κάνανε να δω το θέατρο με έναν άλλον τρόπο. Έμεινα στη θεατρική ομάδα, ασχολήθηκα με αυτό, ασχολούμουν και με τις χορωδίες και με τους χορούς και με όλα. Σε σημείο που πάντα έκανα μια πρόβα και σταματούσα να πηγαίνω στο μάθημα.

Και όταν το συνειδητοποίησαν και οι δικοί μου, είπανε φυσικό και επόμενο, συνέχεια με αυτά ασχολείται. Είχα μπάντες εκτός, ροκ μπάντες εκτός σχολείου, μέσα στο σχολείο. Ήμουν συνέχεια σε αυτό. Οπότε κάπως έτσι ήμουν πάντα και το αποδέχτηκαν οι δικοί μου σαν κάτι πολύ φυσιολογικό. Φυσιολογική συνέχεια. Ο αδερφός μου, ο ένας από τους δύο, είναι επαγγελματίας τραγουδιστής οπότε δεν ήταν κάτι καινούργιο. Ουσιαστικά μετά από εκεί η απόφαση μου ήταν να πάω στην θεατρολογία, να σπουδάσω το θέατρο σε θεωρητικό επίπεδο αρχικά και κατ’ επέκταση σε πρακτικό υποκριτικό επίπεδο στο Ωδείο Αθηνών.

Το Ωδείο Αθηνών, που έχει πραγματικά αποφοίτους που όλοι έχουν αναδειχθεί σε σπουδαίους ηθοποιούς και σκηνοθέτες και που τώρα με το νέο νομοσχέδιο που ετοιμάζει η κυβέρνηση για την Ανώτατη Σχολή Παραστατικών Τεχνών ουσιαστικά μένει εκτός, όπως και η Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν, η Δήλος και πολλές άλλες. Ποιες είναι οι σκέψεις σου σχετικά;

Επειδή υπάρχουν πάρα πολλές συγκρούσεις σε σχέση με τις σχολές, επειδή έχω μεγάλη θέση σε σχέση με τις σχολές, γιατί διδάσκω, γιατί προετοιμάζω ανθρώπους να μπουν σε δραματικές σχολές, η πεποίθησή μου είναι ότι το επάγγελμά μας αντιμετωπίζει τεράστιο πρόβλημα και αυτό λέγεται δραματικές σχολές. Το Ωδείο Αθηνών είναι σαφέστατα σε ένα πολύ υψηλότερο επίπεδο από οποιαδήποτε άλλη σχολή στην Ελλάδα. Λυπάμαι, πολλοί δεν θέλουν να το καταλάβουν, αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Σαφώς, χρόνο με το χρόνο, μπορεί να αλλάζει αυτό σιγά-σιγά και δεν μπορεί να ισχύει πάντα. Σαφώς, υπάρχουν κι άλλες σχολές που κάνουν εξαιρετική δουλειά. Δε θέλω να μειώσω κάποιον, αλλά πρακτικά δεν χρειάζονται τόσες πολλές σχολές. Όταν είμαστε τόσοι πολλοί και όταν χρόνια τώρα βγαίνουν τόσοι πολλοί, δεν υπάρχει περίπτωση να καλυτερέψει τίποτα για το επάγγελμά μας. Αν δεν έχουμε άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος και αν δεν υπάρχει ένας έλεγχος για το ποιος βγαίνει από πού. Λυπάμαι που πολλοί θα πούνε «αχ, τι λέει αυτός» και θα σκέφτονται ότι θα χάσουν τη δουλίτσα τους, αλλά η αλήθεια είναι ότι χρειαζόμαστε μόνο 2-3 δραματικές σχολές. Δεν χρειαζόμαστε παραπάνω από αυτό. Εμείς έχουμε 50. Ο Μανωλικάκης (Ανδρέας) το έχει πει από το 2011. Δε λέω κάτι καινούριο. Οπότε ναι, το Ωδείο Αθηνών είναι μια από τις σχολές, καλώς-κακώς, γίνεται μια εξαιρετική δουλειά. Εγώ αισθάνθηκα τυχερός, όχι κάτι άλλο, όχι προνομιούχος, αλλά τυχερός, γιατί θέλει τύχη για να βρεθείς εκεί και τυχερός και με τους συναδέλφους που είχα και με τους δασκάλους.

 

 

Στο Ωδείο Αθηνών έτυχε να έχεις καθηγητή και τον αείμνηστο Δημήτρη Ήμελλο, με τον οποίο είχες μια πολύ ιδιαίτερη σχέση. Πως θυμάσαι σήμερα αυτό τον σπουδαίο ηθοποιό, άνθρωπο και δάσκαλό σου;

Ο Ήμελλος ήταν ο δάσκαλός μου, πολλούς δάσκαλους είχαμε προφανώς, απλά έτυχε σε όλους μας, όπως και σε πολλούς ανθρώπους στην Ελλάδα, ο Ήμελλος να έχει μία τρομερή ισχύ ως δάσκαλος, μία τρομερή έμπνευση που έδινε στον κόσμο και άνοιγε παράθυρα, που άλλοι άνθρωποι δεν μπορούσαν να ανοίξουν. Είναι από αυτούς τους λίγους ανθρώπους, που μπορεί κάποιος να τον αποκαλέσει “δάσκαλο” με όλη τη σημασία της λέξης. Εγώ τον θεωρώ τον κορυφαίο που έχει περάσει ποτέ απ’ την Ελλάδα. Και όταν λέω τον κορυφαίο, το εννοώ! Και είναι πιθανό να πει κάποιος, “Α, εντάξει υπερβολές”. Όποιος δεν είχε την τύχη να τον συναντήσει, μπορεί να το θεωρεί περίεργο αυτό και το καταλαβαίνω.

Θυμάμαι πάντα αυτό που μας έλεγε: “Μπορώ να αλλάξω έστω έναν; Ας αλλάξω έναν! Δεν με νοιάζει. Θα έχει γίνει δουλειά μου!”. Και όλη του η φιλοσοφία ήταν ότι το ζητούμενο είναι αυτοί που θα έρθουν μετά. Δεν είμαστε μόνο εμείς τώρα. Και αν αλλάξω τώρα έναν μπορεί να είναι αυτός ένας σπόρος για άλλους δέκα αύριο. Και αυτό είναι πάρα πολύ συγκινητικό. Θα σου πω μόνο ότι από τις τελευταίες μέρες σε αυτό το κόσμο, όλη του η έγνοια και όλη του η συζήτηση, που είχε το κουράγιο ακόμα να κάνει, ήταν για το θέατρο και για τη φιλοσοφία θέατρου.  Δηλαδή, ήταν δραματουργία, ήταν φιλοσοφία γύρω από το θέατρο, γύρω από συγκεκριμένα έργα οι συζητήσεις μας. Γιατί πάντα η ανάγκη του ήταν να μιλάμε για τις ζωές μας και όλα ήταν σε μία συνάρτηση με το θέατρο. Οπότε, ήταν μια δύσκολη τελευταία στιγμή η συνάντηση αυτή πριν φύγει.

Έχεις λάβει μέρος σε ένα τεράστιο εύρος διαφορετικών παραστάσεων, από τις «Καμπάνες του Εντελβάις» ως το «Jesus Christ Super Star» και από τον «Άνθρωπο που γελά» ως το «Νίκο Ξυλούρη» πως αντιλαμβάνεσαι την καλλιτεχνική σου εξέλιξη στο χρόνο;

Είναι μία δύσκολη ερώτηση, γιατί πάντα υπάρχει προφανώς η σύγκρουση για το αν υπάρχει αυτή η εξέλιξη. Όχι μόνο πως την αντιλαμβάνεσαι, αλλά ο συνεχής μόχθος και η ανησυχία είναι αν υπάρχει καλλιτεχνική εξέλιξη. Αυτό θέλουμε να πιστεύουμε. Νομίζω ότι ένας ηθοποιός δίνει μία τεράστια μάχη με τον εσωτερικό του κόσμο για να καταλάβει αν και πώς εξελίσσεται. Εγώ ο τρόπος με τον οποίο να αντιλαμβάνομαι την εξέλιξή μου έχει να κάνει καθαρά με τον εσωτερικό συγκινησιακό μου κόσμο.

Δηλαδή, έρχομαι πια σε σχέση με τα 11-12 χρόνια πριν που ξεκίνησα, που δεν είναι και μεγάλη πορεία. Έχω ξεκινήσει να έρχομαι σε μία πιο εύκολη επαφή με αυτά που με ακουμπάνε και με συγκινούν και με ενδιαφέρει να αφηγηθώ και έρχεται σε μία δεύτερη πια γραμμή το να με ενδιαφέρει να δείξω πόσο ταλαντούχος είμαι.

Προσπαθώντας να είμαστε πολύ ειλικρινείς όλοι μέσα μας και κυρίως οι καλλιτέχνες έχουμε την ανάγκη μιας αποδοχής από τους άλλους. Ο άνθρωπος που είναι πάνω στη σκηνή έχει ανάγκη την αποδοχή του κοινού. Παρόλα αυτά στο τέλος της μέρας αυτό είναι ένα προσωπικό κομμάτι. Εδώ δε βρισκόμαστε για αυτό το προσωπικό κομμάτι. Εδώ βρισκόμαστε ίσαίσα πολύ περισσότερο για τον εσωτερικό κόσμο αυτού που θα έρθει να μας δει. Οπότε σιγάσιγά και με πολύ «ξύλο» έρχεται μια συνειδητοποίηση του ποιος είναι ο ανώτερος σκοπός. Και δεν είναι τόσο η προσωπική ευχαρίστηση όσο η αφήγηση αυτών που μας ενώνουν.

Θέλω να σε πάω τώρα έξω από τα σύνορα. Έχεις εργαστεί και στην Αγγλία, σε μιούζικαλ. Πέρα απ’ τις μισθολογικές, τι διαφορές εντοπίζεις σε σχέση με το ελληνικό θέατρο;

Το πιο δυνατό κομμάτι της Αγγλίας. γρήγορα και απλά, είναι το κομμάτι της οργάνωσης. Η οργάνωση βρίσκεται σε τέτοιο βαθμό, που ο μέσος Έλληνας δε μπορεί καν να αντιληφθεί. Μια υπερπαραγωγή εκατομμυρίων στήνεται μέσα σε μια εβδομάδα. Όχι γιατί είναι πρόχειρη ή στημένη στο πόδι, όχι γιατί είναι της λογικής πάμε να τελειώνουμε για να σώσουμε λεφτά,αλλά γιατί απλά είναι τόσο οργανωμένα τα πράγματα. Εδώ, θέλουμε να εξοικονομήσουμε χρήμα, οπότε γι’ αυτό προσπαθούμε να κάνουμε πιο σύντομα τα πράγματα. Εκεί, δε χρειάζεται να εξοικονομήσουμε τίποτα. Πριν αρχίσει το πλάνο καν, πριν αρχίσει η πρώτη πρόβα, όλα έχουν οργανωθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούν να βοηθηθούν όλοι. Παράδειγμα, πολύ απλό. Μου λένε, μέσα σε μια εβδομάδα έχεις μάθει το ρόλο σου και παίζεις. Πώς γίνεται αυτό; Όταν περνάς, μια audition στην Αγγλία, περνάς από διάφορες φάσεις. Εγώ έπρεπε να κάνω εννιά συναντήσεις με την παραγωγή του Άντρου Λόιντ Βέμπερ,για να παίξω τελικά στην παράσταση, γιατί ήταν και πρωταγωνιστικός ρόλος. Μέσα στη διάρκεια των εννιά αυτών συναντήσεων, που έγιναν μέσα σε ενάμιση-δύο μήνες, βήμα-βήμα σου μάθαιναν το ρόλο.

Οπότε, όταν το κάνουν αυτό για όλους τους ρόλους και όταν όλοι οι ρόλοι έχουν μάθει πια λόγια, τραγούδια και τα λοιπά, το μόνο που τους μένει είναι το blocking. Το στήσιμο, δηλαδή, το σκηνοθετικό, το οποίο υπάρχει στην εντέλεια, έτοιμο και έρχεται ο σκηνοθέτης και το στήνει. Να διευκρινίσω ότι αυτό είναι για παραγωγές που τρέχουν πάρα πολλά χρόνια. Δεν είναι για κάτι που δημιουργείται εκ νέου.

Το καλό στην Ελλάδα είναι ότι η πλειονότητα των παραστάσεων δημιουργούνται εκ νέου. Αυτό καλλιτεχνικά έχει ένα πολύ μεγαλύτερο challenge. Και είναι πολύ πιο δημιουργικό. Άρα, σε σύγκριση, εδώ πάντα έχουμε μια πιο ουσιαστική δημιουργική διαδικασία, αλλά και τα πράγματα είναι οργανωμένα με έναν τρόπο που στο κάνουν ευχάριστο. Καλλιτεχνικά, δε θα πω ότι υστερούμε κάπου. Μπαντζετικά υστερούμε, γιατί εκεί το κοινό είναι όλος ο πλανήτης. Αλλά, αν θέλω να πάρω τους σπουδαιότερους σκηνοθέτες στην Αγγλία και τους σπουδαιότερους σκηνοθέτες στην Ελλάδα, θα επέλεγα αυτούς στην Ελλάδα.

 

 

Αν και είσαι ένας πολύ νέος άνθρωπος, υπάρχουν κάποια σημεία καμπής στην ως τώρα πορεία σου, κάποιες επιλογές σου που σε έσπρωξαν παραπέρα;

Σίγουρα ήταν η επιλογή μου ήταν να πάω στο εξωτερικό. Ήταν μια ενηλικίωση. Είναι διαφορετικό να βιοπορίζεσαι στο εξωτερικό και διαφορετικό να πηγαίνεις διακοπές. Έπρεπε να επιβιώσω σε ένα σύστημα που δεν ήξερα καλά. Ένα αρκετά σαρκοβόρο και δύσκολο σύστημα, το οποίο όμως είναι και τίμιο, γιατί δεν έχει να κάνει με το ποιος είσαι. Το θέμα είναι αν μπορείς. Και αυτό είναι πολύ τίμιο, άσχετα αν πρέπει να πας τις 5.30 ώρα το πρωί να περιμένεις στην ουρά τρία τετράγωνα, για να κάνεις οντισιόν για ένα έργο που πιθανότατα δεν υπάρχει περίπτωση να σε πάρουν, γιατί υπάρχουν εκατοντάδες άνθρωποι που πηγαίνουν.Θες οπωσδήποτε ατζέντη, οπότε σε ένα τέτοιο σύστημα όταν φεύγεις από την Ελλάδα χρειάζεται να ενηλικιωθείς για να μπορέσεις να ανταπεξέλθεις. Και όταν είσαι μόνος σου, όταν δεν έχεις δίπλα σου τα αδέρφια σου, τους δικούς σου ανθρώπους, φίλους.

Ένα δεύτερο σημείο καμπής στη ζωή μου θα έλεγα πως ήταν ο Θοδωρής Αμπαζής και η παράσταση Ο Άνθρωπος που γελά”, του Βίκτωρος Ουγκώ. Με έβαλε στη διαδικασία να παίξω κάτι τόσες πολλές φορές και να έρθω πραγματικά σε επαφή με το τι πάει να πει, ακόμα και εκατό παραστάσεις μετά, να προσπαθείς να εμβαθύνεις και να ψάξεις κάτι που σε απασχολεί. Και δεν είναι το να διεκπεραιώνω κάθε μέρα κάτι για να κάνω δουλίτσα και έρχεται το κοινό και θα δει ένα τελειωμένο πράγμα. Είναι ένα ζωντανό πράγμα. Και όταν τελείωσα τον “Άνθρωπο που γελά” και με ρώτησε κάποιος σε μια συνέντευξη τι θα ήθελες να κάνεις τώρα; Ποιος θα ήταν ο ρόλος που θα ήθελες να κάνεις;του είπα τον “Άνθρωπο που γελά”. Έτσι όπως γινόταν αυτή η δουλειά, με τον τρόπο του Θοδωρή, ήταν μια αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνομαι και εγώ τα πράγματα. Υπήρχε στο μυαλό μου και πάντα ήθελα να το ψάχνω και να μην σταματάει για μένα εδώ. Αλλά με τον “Άνθρωπο που γελά”, λόγω του φιλοσοφικού και πολιτικού επιπέδου αυτού του έργου είχα τη δυνατότητα να το κάνω πράξη και να το προσπαθήσω και να έρθω πιο κοντά με αυτό.

Υπάρχει και ένας τρίτος σταθμός στη ζωή μου, αρκετά σημαντικός και μεγάλος, ο οποίος έχει να κάνει με το εξής. Από τις σχολές, και με τους συμφοιτητές μου, τον Γιώργο Κουτλή, τον Ερρίκο Μηλιάρη, την Ελένη Μπούκλη που είμαστε συμμαθητές, υπήρχαν πολύ συχνά συζητήσεις, σε σχέση με το τι σκεφτόμαστε να κάνουμε μετά, πώς το βλέπουμε κλπ. Υπάρχει πάντοτε αυτή η σύγκρουση μεταξύ της τέχνης και του βιοπορισμού. Και πάντοτε θα υπάρχει όταν αυτό καλείσαι να το κάνεις ως επάγγελμα. Οπότε μία καμπή στη ζωή μου ήταν η συνάντηση με τον Γιάννη Κακλέα, γιατί είναι ένας άνθρωπος, ο οποίος έχει κάνει χιλιάδες παραστάσεις και αλίμονο αν υπάρχει κάποιος άλλος πέρα από τον Γιάννη που να ξέρει τι πάει να πει καταλαβαίνω πού απευθύνομαι και καταλαβαίνω ποια είναι το καλλιτεχνικό ζητούμενο κάθε φορά και ποιο είναι το κοινό κάθε φορά. Και ποια είναι η ηλικία κάθε φορά, ποια είναι η θεματική και πού απευθύνομαι. Νομίζω ότι ο Κακλέας, επειδή έχει κάνει παραστάσεις από υπόγεια, κάποια έργα που μπορεί να ξεκίνησε κάποτε με πέντε θεατές μέσα σε κάτι εργοστάσια που πήγαινε όλη η Αθήνα, μέχρι τα πιο εμπορικά θέατρα με τις τεράστιες υπερπαραγωγές, έχει δει όλο το φάσμα. Και είναι από αυτούς, τους λίγους, που κατανοούν πώς λειτουργεί η μηχανή του θεάτρου και πάντα έχει τεράστιο ενδιαφέρον να το παρατηρώ αυτό. Να σου πω ένα παράδειγμα, εγώ τον θαυμάζω γιατί όταν δουλέψαμε για το «MobyDick» ήταν τελείως διαφορετικός ο τρόπος δουλειάς, από όταν ας πούμε χρειάστηκε να κάτσουμε κάτω και να μιλήσουμε σοβαρά για το πώς πρέπει να γίνει η αντικατάσταση για τον “Ρινόκερο” (του Ευγένιου Ιονέσκο). Επειδή το λέω συχνά, έχοντας μπει λοιπόν κι εγώ στη διδασκαλία τα τελευταία χρόνια, μιλάω για τη σημασία της φόρμας. Δηλαδή προτού αρχίζουμε να αναλύουμε ποια είναι η υποκριτική προσέγγιση, πρέπει πρώτα να καταλάβουμε τι παίζουμε. Ο Γιάννης ξεκαθαρίζει πολύ καλά τι παίζει, τι πρόκειται να γίνει. Για να μπορεί μετά να είναι σαφές αυτό.

Αυτές τις καμπές μπορώ να σκεφτώ τώρα. Και βέβαια οι παραστάσεις που έπαιξα στην Επίδαυρο! Μπορεί άλλη στιγμή να σου πω άλλα, προς το παρόν  όμως αυτά. Σίγουρα υπάρχουν κι άλλα. Δηλαδή υπάρχουν πολύ μεγάλα κεφάλαια, όπως ο Δημήτρης Παπαδημητρίου, άλλος δάσκαλος και τεράστιος καλλιτέχνης. Υπάρχουν πάρα πολλοί για τους οποίους θα μπορούσα να πω πως νιώθω τυχερός. Αλλά μέχρι στιγμής έχω πει ήδη κάποια σημαντικά ονόματα, όπως οι Ήμελλος, Αμπαζής, Κακλέας.

Ξέρεις και συναντάς και πολλούς άλλους ανθρώπους. Φέτος γνωριστήκαμε πολύ περισσότερο με τον Νικορέστη (σ.σ. Χανιωτάκη), με την Άλκηστη (σ.σ Πρωτοψάλτη). Και κάθε χρόνο, το όμορφο με τη δουλειά, είναι ότι έρχεσαι σε επαφή με ανθρώπους που δεν το περιμένεις. Το καλοκαίρι γνώρισα τον Χατζηνάσιο, δουλέψαμε μαζί. Είναι ευλογία να συναντιέσαι με ανθρώπους. Πόσο μάλλον κάποιους που τους ήξερες και από μικρός.

Φέτος ενσαρκώνεις έναν πολύ σπουδαίο άνθρωπο και τραγουδιστή, τον Νίκο Ξυλούρη. Πως αισθάνεσαι παίζοντας αυτό το ρόλο και πως νιώθεις, που το κοινό έχει αγαπήσει τόσο αυτή την παράσταση;

Ευγνωμοσύνη τεράστια, γιατί ήταν σίγουρα ένα στοίχημα και πολύ μεγάλη ευθύνη και βάρος. Αυτό που ξέραμε εξαρχής και που όλοι λέγανε είναι πως δεν υπάρχει περίπτωση, κανένας δεν αγγίζει τον Νίκο Ξυλούρη. Δεν θα ξεχάσω λοιπόν, όταν άρχισα να βλέπω τα πρώταπρώτα βίντεο και να ψάχνω τα πρώτα πράγματα για τον Ξυλούρη, που γίνονταν αναφορές σε ένα ντοκιμαντέρ για τον Πάρι Περυσινάκη, ένα πολύ σημαντικό, σύγχρονο, μουσικό δημιουργό της Κρήτης, ο οποίος έλεγε πάντα πως όποιος πιάσει τον Ψαρονίκο καίγεται, δεν είναι για να τον αγγίζεις.  Δε θα φανταζόμουν ποτέ ότι μετά θα γνωρίσω τον Πάρι και ότι θα μου κάνει μαθήματα λύρας, και ότι θα μιλάμε σε σχέση με την αισθητική του Ξυλούρη κτλ. Εξ αρχής συνειδητοποίησα ποιο είναι αυτό το βάρος, οπότε είναι μεγάλη ευγνωμοσύνη το να συμβαίνει αυτό και να υπάρχει τέτοια αγάπη από το κοινό και τέτοια συγκίνηση και να πιστεύουμε ότι ήταν ένα επίτευγμα που πέτυχε.

Μπορώ να πω ότι ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι αφενός γιατί δεν προσπαθούμε να τον μιμηθούμε τον ίδιο, αλλά προσπαθούμε να πιάσουμε το πνεύμα του, την ιδέα του ως ανθρώπου, γιατί δε γίνεται να τον μιμηθείς σε καμία περίπτωση, τη φιλοσοφία του και την καρδιά του. Αυτό προσπαθήσαμε -και εγώ προσωπικά να αγγίξουμε λίγο και να το μεταφέρουμε στον κόσμο. Είναι ένα κομμάτι της τέχνης μας και υπάρχουν πράγματα που προσπαθώ να μιμηθώ στον τρόπο του, όχι να μιμηθώ τον ίδιο ή να μιμηθώ τον ήχο του, τη φωνή του. Προσπαθώ τα ιδιώματά του και την ενέργειά του, προσπαθώ να έρθω κοντά σε αυτόν και ψυχικά, όπως τον αντιλαμβάνομαι εγώ. Και αυτό είναι το ωραίο, αυτή είναι η δικιά μου αντίληψη.

Στην παράσταση παίζεις κρητική λύρα. Έμαθες λύρα για τις ανάγκες της παράστασης; Αυτή η κοινή εμπειρία ένιωσες να σε φέρνει πιο κοντά στον Νίκο Ξυλούρη;

Φυσικά και έμαθα για τις ανάγκες της παράστασης, δεν είχα καμία σχέση με τη λύρα. Μακάρι να έπρεπε να παίζω λαούτο, γιατί θα ήταν πιο εύκολο λόγω του ότι παίζωκιθάρα και είναι πιο κοντά. Η λύρα ήταν κάτι τελείως καινούργιο που προφανώς με δυσκόλεψε πάρα πολύ. Και όταν λέμε έμαθα, παίζω στο επίπεδο που μπορεί να φτάσει κάποιος όταν παίζει 5-6 μήνες. Παίζω σε επίπεδο τέτοιο ώστε να δημιουργηθεί η ψευδαίσθηση στο κοινό. Η πραγματική λύρα είναι αυτή που παίζουν ο Μαθιός και ο ΡαφαήλΔαμουλάκης, τα δύο αδέρφια που παίζουν λύρα στην παράσταση και είναι όλη τους η ζωή αυτό. Ξυπνάνε και κοιμούνται με τα όργανα δίπλα τους. Τι ακριβώς να παίξω εγώ... Εγώ παίζω μόνο για να δημιουργηθεί στο κοινό αυτή η ψευδαίσθηση που λέγαμε, μόνο για μερικά δευτερόλεπτα και φαντάσου χρειάστηκαν πάρα πολλές ώρες δουλειάς για να το πετύχουμε αυτό.

 

Φωτογραφία: Γιώργος Καλφαμανώλης

 

Σε φέρνει πιο κοντά στον Ξυλούρη;

Ένα από τα βασικότερα πράγματα, επειδή και εγώ είμαι τραγουδιστής, όπως ήταν και ο Νίκος, ένας μοναδικός τραγουδιστής σε όλα του, κατάλαβα τον μηχανισμό του αυτιού του και της φωνής του. Αν δεν έμπαινα στη διαδικασία να παίξω λύρα, δε θα το καταλάβαινα. Η φωνή του Νίκου είναι η λύρα. Ό,τι γύρισμα, ό,τι τρόπος, ό,τι μελωδία, είναι όλα έμπνευση που έρχεται από τον ήχο της λύρας. Οπότε και εμένα με βοήθησε αυτό, γιατί μπήκα στη διαδικασία, σε γυρίσματα και σε μουσικούς δρόμους, που δεν είχα. Εγώ τραγουδούσαελληνικό ροκ και έντεχνο και κυρίως ξένο ροκ, μιούζικαλ, δηλαδή δυτικότροπη μουσική, μέχρι εκεί. Χρειάστηκε να ασχοληθώ με έναν δάσκαλο καθαρά παραδοσιακού τραγουδιού της Κρήτης για να με βοηθήσει.

Χωρίς να θέλουμε να προδώσουμε το παραμικρό απ’ την παράσταση, υπάρχει μια σκηνή που ο Ξυλούρης, τραγουδώντας τα λόγια του Γιάννη Ρίτσου απ’ το «Καπνισμένο Τσουκάλι», φιλάει μια κασετίνα τσιγάρα, ένα στιγμιότυπο που κρύβει πίσω του μια πολύ σπουδαία ιστορία. Εσένα ως νέο άνθρωπο και καλλιτέχνη σε κινεί συναισθηματικά η σκηνή αυτή;

Είναι ένα στιγμιότυπο που κρύβει πίσω του μια ιστορία, για το πως σώθηκαν τα τραγούδια, οι στίχοι αυτοί του Γιάννη Ρίτσου, όταν τους έγραφε στην εξορία, και το πως τα διέσωσε ο Κατράκης, σε εκείνον οφείλουμε τη διάσωση αυτή. Ο Νίκος πίστευε, από αυτά που ξέρουμε, δε μιλάω σε καμία περίπτωση ως κάποιος ειδήμων της ζωής του Νίκου. Μιλάω με βάση αυτά που έχω καταλάβει, διαβάζοντας πολλά πράγματα, λόγω του ότι τον υποδύομαι, και από πολλές συζητήσεις με την ίδια του την οικογένεια. Ο ίδιος είχε μια ανασφάλεια ότι δεν είναι αρκετά μορφωμένος, σε σχέση με τους ανθρώπους της πόλης, ότι μπορεί κάποιος να τον θεωρήσει χωριάτη. Υπήρχε αυτή η ανασφάλεια μέσα του. Γι’ αυτό και είχε ειδικά στην Αθήνα μια τεράστια συστολή. Και γι’ αυτό πολλές φορές το φέρνω και ως χιούμορ στην παράσταση. Ότι υπήρχαν στιγμές που δεν καταλάβαινε στίχους και λόγια. Παρ’ όλα αυτά, το ένστικτό του τον καθιστούσε πάντα αλάνθαστο. Και όπως και στην παράσταση, του λέει κάποιες στιγμές η Ουρανία, η γυναίκα του, ότι λίγοι έχουν τη δικιά σου την πραγματική μόρφωση. Εννοούσε την τεχνική του παιδεία, άσχετα αν δεν έχει μάθει γράμματα και αν υπέγραφε με ένα σταυρό, ήταν καλλιτέχνης μέσα του. Πολύ δουλεμένος καλλιτέχνης. Νομίζω ότι δεν υπήρχε περίπτωση το ένστικτό του να μην τον οδηγήσει σε ένα έργο σαν το “Καπνισμένο Τσουκάλι” και να μη θέλει να τραγουδήσει στίχους όπως αυτοί του Ρίτσου. Και οι ίδιοι οι στίχοι αυτοί δεν εμπεριέχουν μέσα τους, χωρίς να έχω ζήσει εκείνη την εποχή, το τι συνέβαινε γιατί υπήρχε ανάγκη να γραφτούν, το τι αφηγείται, το τι περάσαν. Οπότε, νομίζω, ήταν μια συνομιλία καλλιτεχνών ψυχική και πνευματική, αυτή είναι αυτή η σκηνή. Λεοντής, Ρίτσος, Ξυλούρης, σε μια συνάντηση σε έναν μη τόπο, κάπου.

 

από το Αρχείο Γιάννη Ρίτσου, Ιστορικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη

Πριν την παράσταση υπήρχαν τα τραγούδια του Ξυλούρη στα ακούσματά σου και γενικότερα τι μουσική προτιμάς να ακούς στην καθημερινότητά σου;

Τραγουδούσα τραγούδια του, από όταν ήμουν 12 χρονών, γιατί ήταν πασίγνωστα. Άλλα τόσα, τα είχα μέσα μου, πάρα πολύ ζεστά, χωρίς καν να έχω συνειδητοποιήσει, χωρίς να έχει περάσει καν στο συνειδητό μου, ότι είναι δικά του, ενώ τα ήξερα. Κάπως, από τα παιδικά ακούσματα, ας πούμε. Πολλά είδη μουσικής ακούω στη ζωή μου. Δεν έχω μείνει σε κάποιο συγκεκριμένο. Ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου το έχω περάσει στη ροκ, γιατί μου άρεσε πάντα να την τραγουδάω. Δε θα συζητήσω καθόλου το κομμάτι του μιούζικαλ, γιατί αυτό είχε να κάνει με πιο επαγγελματικούς σκοπούς. Απέκτησα αρκετά ευρύ ρεπερτόριο στο μιούζικαλ, μόνο και μόνο γιατί ήθελα να ασχοληθώ με αυτό στο εξωτερικό. Τα δικά μου ακούσματα είχαν κινηθεί κυρίως σε γαλλικά μιούζικαλ, γιατί τέτοια μου αρέσανε πάρα πολύ μουσικά. Μέχρι τώρα που ακούω από Indie, μέχρι Folklore Κέλτικη, ακούω ό,τι με συγκινεί. Απλά η βάση, αν πρέπει να πω, τι με χαρακτηρίζει ως άνθρωπο, ήταν πάντα η ροκ. Αυτή τη στιγμή, με χαρακτηρίζει η παγανιστική Folk.

Την παράσταση έχει σκηνοθετήσει ο Νικορέστης Χανιωτάκης, που εκτός από ταλαντούχος σκηνοθέτης, κατάγεται από την Κρήτη και είναι καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης. Επίσης και εσύ έχεις μια κριτική ρίζα. Πως ήταν συνεργασία σας με το Νικορέστη;

Δούλευε στο μυαλό του Νικορέστη πάρα πολλά χρόνια όλο αυτό. Ήξερε πολύ καλά πώς θέλει να το κάνει και όταν ένας άνθρωπος έχει το όραμα στο μυαλό του όλα γίνονται πολύ πιο εύκολα. Είναι πάντοτε ανοιχτός στο τι έχει να προσφέρει ο ηθοποιός του, είναι πολύ μεγάλη χαρά να δουλεύει κανείς μαζί του. Αρχικά, εγώ νομίζω ότι θα τον έλεγα τον Αστυνόμο Σαΐνη του ελληνικού θεάτρου. Δεν υπάρχει περίπτωση ακόμα και αν σου φαίνονται όλα βουνό, να μην σκαρφιστεί λύσεις, οι οποίες θα είναι απόλυτα λειτουργικές και θα έχει, στη πλειονότητα των περιπτώσεων, πάρα πολύ δίκιο, για το τι πρέπει να συμβεί για να λυθούν αυτά τα προβλήματα. Το σκέφτεται πολύ καλά και το οργανώνει πολύ καλά από κάθε μεριά, για να γίνει το καλύτερο αποτέλεσμα. Πώς βγαίνεις να πάρεις λίγο αεράκι στην εξοχή και να εκπνεύσεις με ανακούφιση, έτσι είναι να δουλεύεις με τον Νικορέστη, μια ανακούφιση. Είναι πολύ ωραία! Εγώ, αυτό που προτιμώ για να απελευθερωθώ καλλιτεχνικά και χρειάζομαι είναι το να γνωρίζει ο άλλος το τι θέλει να κάνει. Όταν έχει το όραμα και ξέρει που θέλει να το πάει τότε και εγώ μπορώ να προσφέρω σε αυτή τη δημιουργική διαδικασία και να προτείνω πράγματα.

(σ.σ. Την ώρα της συνέντευξης περνάει από δίπλα μας μια κυρία, που ζητάει συγνώμη για τη διακοπή και λέει στον Αιμιλιανό ότι είναι η δεύτερη φορά που έρχεται να δει την παράσταση και πως είναι εξαιρετική.)

Ο Νικορέστης λοιπόν είναι πολύ καλός “αγοραστής”, δηλαδή βλέπει αυτά που στη δημιουργική διαδικασία μπορεί να του “πουλήσει” ο ηθοποιός και ξέρει τι να αγοράσει για να συνθέσει την παλέτα. Για μένα είναι μια πολύ ουσιαστική δουλειά του σκηνοθέτη, όταν προτείνει πράγματα ο ηθοποιός και όταν έχει πολλούς ηθοποιούς που προτείνουν πράγματα,είναι σαν να πάρεις πολλά έπιπλα για να διακοσμήσεις ένα σπίτι. Δεν μπορείς να πάρεις τα πάντα, πρέπει να ξέρεις τι να πάρεις και, από ποιον, για να συνθέσεις τον ωραίο καμβά, οπότε σε συνδυασμό με το ποιο είναι το όραμά του, ξέρει να το κάνει πάρα πολύ καλά. Το πρόβλημα είναι ότι δεν έχουν αυτή τη δεξιότητα οι περισσότεροι σκηνοθέτες.

Η παράσταση για τη ζωή του Νίκου Ξυλούρη θα ανεβαίνει εδώ στη σκηνή του θεάτρου Ήβη ως το Πάσχα. Ποια είναι τα επόμενα σχέδια σου, ετοιμάζεις κάτι για το καλοκαίρι ή για την επόμενη σεζόν;

Θα συνεχίσει το έργο και το καλοκαίρι, ετοιμάζουμε την περιοδεία της παράστασης στην Ελλάδα, Θα ανακοινωθούν σύντομα τα μέρη και οι ημερομηνίες. Θα περάσει φυσικά και από Κρήτη. Είναι πολύ νωρίς να μιλάμε για του χρόνου, δεν έχει αποφασιστεί από την παραγωγήτο αν θα συνεχιστεί η παράσταση, υπάρχει όμως το ενδεχόμενο. Προς το παρόν έχει ακόμα μέλλον το ταξίδι του Ξυλούρη και αυτό είναι χαρμόσυνο. Παράλληλα, εγώ θα ξεκινήσω γυρίσματα για μια σειρά στην τηλεόραση, την οποία ακόμα δυστυχώς δεν μπορώ να ανακοινώσω.

 

Φωτογραφία: Γιώργος Καλφαμανώλης

 

Στο Παλκοσένικο αγαπάμε να συλλέγουμε θεατρικές ιστορίες και να τις αποτυπώνουμε σε ψηφιακό χαρτί· ιστορίες που έλαβαν χώρα είτε πάνω στη σκηνή, είτε πέριξ αυτής, στην πλατεία, στα παρασκήνια, στα καμαρίνια, στο φουαγιέ και που δεν έτυχε να φωτιστούν από τους προβολείς, μα για κάποιο λόγο έμειναν χαραγμένες στη μνήμη. Έχεις κάποια τέτοια ιστορία που να θυμάσαι και που θα ήθελες να μοιραστείς μαζί μας;

Θα σας κάνω δώρο μια ιστορία που δεν την ξέρει κανένα περιοδικό και κανένας δημοσιογράφος μέχρι τώρα. Την ξέρουν μόνο φίλοι μου και οι πιο δικοί μου άνθρωποι με τους οποίους την έχω μοιραστεί. Είναι μια μοιραία ιστορία που πιστεύω ότι είναι και ένας από τους λόγους που εγώ βρίσκομαι εδώ που βρίσκομαι.

Όταν έδινα εξετάσεις για τη δραματική σχολή, είχα πάρει αυτή τη χαζή απόφαση να περάσω, αν τα καταφέρω, είτε στο Εθνικό, είτε στο Ωδείο, αλλιώς να μην προσπαθήσω να μπω σε κάποια δραματική σχολή. Καλώς, κακώς δεν έχει σημασία. Με μεγάλη αγάπη και προσπάθεια κατάφερα να μπω στο Ωδείο, γιατί ήξερα τι δουλειά γίνεται. Προφανώς και το Εθνικό ήταν καλοδεχούμενο, δεν το συζητάμε, αλλά ήταν δύσκολο. Είχα φύγει από το Ναύπλιο, έχοντας τελειώσει από εκεί με τη θεατρολογία, χρωστώντας κάποια μαθήματα, αλλά έφυγα από εκεί και προετοιμαζόμουν. Παράλληλα είχα αγοράσει εισιτήρια για την παράσταση “Το τρίτο στεφάνι” του Ταχτσή, καθώς ήθελα πολύ να δω αυτή την παράσταση, γιατί έπαιζαν και αγαπημένοι μου άνθρωποι τότε εκεί, εννοώ που τους θαύμαζα πολύ. Έδωσα εξετάσεις πρώτα στο Εθνικό και πέρασα στη δεύτερη φάση, μετά έγινε η τελευταία φάση, στην τρίτη φάση δεν μπήκα και ήμουν πολύ δυστυχισμένος, πάρα πολύ, σε επίπεδο που έλεγα πρέπει να αποφασίσω τι θα κάνω στη ζωή μου, ήμουν κομμάτια, συντετριμμένος πραγματικά. Και θυμάμαι λοιπόν τότε, είχα κατέβει κάτω στο μετρό του Συντάγματος , η ώρα 56 το απόγευμα και τότε νομίζω πως το κάνουμε ακόμα το να δίνουμε εισιτήρια σε άλλους για να προλάβουν μια διαδρομή ακόμα απλώθηκε λοιπόν τότε ένα χέρι και μέσα από χιλιάδες κόσμου, ήταν το Νίκου Χύτα, που έπαιζε τότε στο “Τρίτο στεφάνι” και μου έδωσε ένα εισιτήριο. Ήμουν εκστασιασμένος εκείνη τη στιγμή και προσπάθησα να του μιλήσω, να του πω κάτι, τι να του πρωτοπώ, για όλα αυτά που είχα στο μυαλό μου, δεν μπορούσα να του πω τίποτα κι εκείνος απλά σήκωσε το χέρι του και με χαιρέτησε με ένα χαμόγελο και έφυγε,ενώ κρατούσα το εισιτήριό του. Τελικά πήγα, είδα το “Τρίτο Στεφάνι”, μου άρεσε πάρα πολύ και η Μεντή, μου άρεσε πάρα πολύ και ο ήχος πάρα πολύ και είχα έτσι μέσα μου ένα γλυκόπικρο συναίσθημα τι μπορεί να χάσω, τι μπορεί να μη ζήσω και τα λοιπά.

Έναν μήνα μετά, έδινα εξετάσεις στο Ωδείο στη δεύτερη φάση, περνάω στην τρίτη πια, που είχα κάνει το workshop και τελικά πέρασα και ήμουν τότε ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος,δηλαδή πέταγα από χαρά και δεν το πίστευα ότι μπορεί να έχει συμβεί. Χοροπηδούσα κυριολεκτικά στον δρόμο και τυχαίνει να πηγαίνω πάλι στο Μετρό Συντάγματος, κατέβηκα κάτω και θυμήθηκα, ότι ένα μήνα πριν αυτός ο άνθρωπος μου είχε δώσει ένα εισιτήριο μέσα από χιλιάδες κόσμου, που περνούσαν εκείνη τη στιγμή, στις 5-6 ώρα το απόγευμα. Τότε, ξανά ο ίδιος ο άνθρωπος εμφανίστηκε μπροστά μου, σήκωσε το χέρι του και μου ξαναδίνει εισιτήριο, το λέω τώρα και ανατριχιάζω. Ένα περίεργο, μεταφυσικό εισιτήριο που μου δόθηκε δύο φορές από τον ίδιο άνθρωπο. Ποιες άραγε να είναι οι πιθανότητες. Είναι ίσως η ιστορία που με χαρακτηρίζει στη ζωή μου και που μοιραία με κάνει να πιστεύω ότι έχω βρεθεί εδώ.

Διαβάστε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ.

Δείτε ακόμα