Κουβεντιάζοντας με τη Μαρία Τσιμά

Επιμέλεια Συνέντευξης: Διονύσης Μαλαπέτσας
Το Παλκοσένικο έχει σήμερα τη μεγάλη χαρά να κουβεντιάζει με την ηθοποιό Μαρία Τσιμά που πρωταγωνιστεί στην παράσταση “Το Χελιδόνι”, η οποία ανεβαίνει κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00 στο Θέατρο ΕΛΕΡ.
Το έργο του Κλουά προσεγγίζει ένα πολύ δύσκολο θέμα, τη διαχείριση της άδικης απώλειας αγαπημένων προσώπων. Υπάρχει κάποιο γεγονός που σας έκανε να επιλέξετε να ανεβάσετε ξανά την παράσταση αυτή;
Εγώ δέχτηκα την πρόταση του Γιάννη Αναστασάκη για να παίξω την Αμέλια. Είχα δει το έργο με την Σοφία Σεϊρλή και είχα συγκλονιστεί . Δέχτηκα με χαρά αλλά έχω μεγάλο άγχος γιατί είναι ένας δύσκολος ρόλος , πολύ σύνθετος και απαιτητικός .  Κάθε μέρα στην πρόβα είναι και μια δοκιμασία αντοχής του συναισθήματος και μια τάση να αντισταθώ στο αυτονόητο.
Η απώλεια, όσο σκληρή κι αν είναι, υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τρόποι να τη διαχειριστεί κάνεις. Στο έργο συγκρούονται δύο τέτοιοι τρόποι διαχείρισης. Υπάρχει σωστός και λάθος;
Κάθε άνθρωπος πενθεί και διαχειρίζεται την απώλεια με τον δικό του τρόπο. Όσα στερεοτυπικά αφηγήματα γνωρίζουμε για τον πόνο νομίζω ότι εξυπηρετούν πατριαρχικές ή κοινωνικές κυρίαρχες αντιλήψεις . Βολεύει πολύ την εξουσία πχ να κρίνει τον τρόπο που πενθούν οι συγγενείς των δολοφονημένων στα Τέμπη  και να προτάσσει ως ζητούμενο τη σιωπή τους.  Η Αμέλια πενθεί και αρνείται ακόμα και μετά το θάνατο του γιού της την πραγματική του ιστορία. Βεβαίως πονάει αλλά για να απασχολεί το μυαλό της κάνει σεμινάρια, μαθαίνει να φτιάχνει γλυκά, οριγκάμι, περίεργες σπεσιαλιτέ, φτιάχνει άλμπουμ με φωτογραφίες,  κάνει μαθήματα φωνητικής. Δίπλα μας πολλοί άνθρωποι πενθούν  και δεν το γνωρίζουμε και άλλες φορές κι εμείς οι ίδιοι πενθούμε τους δικούς μας ανθρώπους και καλούμαστε να παίζουμε κάθε βράδυ.
Μπορεί τα μαζικά τρομοκρατικά χτυπήματα να μην αφορούν άμεσα στην Ελλάδα, τουλάχιστον όχι ακόμα, ωστόσο έχουμε και εμείς τις δικές μας μαζικές τραγωδίες. Ενυπάρχει πολιτικό μήνυμα στο έργο;
Βέβαια. Το έργο δεν μιλά μόνο για την απώλεια. Ποιοι είναι αυτοί που ορίζουν το “κανονικό” και το “διαφορετικό”; Ποιοι πολίτες έχουν δικαιώματα; Ποιες ομάδες μπαίνουν στο περιθώριο και γιατί; Πώς γίνεται να σωπαίνεις μια ζωή; Πώς είναι να φοβάσαι να είσαι ο εαυτός σου; Μεγάλα ζητήματα που βεβαίως είναι θέματα πολιτικής.
Δύο άνθρωποι μέσα σε ένα δωμάτιο καλούνται να σηκώσουν το βάρος και την ένταση της πλέον πολύνεκρης τραγωδίας των ΗΠΑ. Πόσο περιοριστική ήταν η συνθήκη αυτή σκηνοθετικά αλλά και ερμηνευτικά;
Το κείμενο έχει μεγάλες απαιτήσεις. Σπάει ο τέταρτος τοίχος και ο θεατής είναι σα να μπαίνει στο δωμάτιο που κινούνται δύο άνθρωποι που η σχέση τους δοκιμάζεται συνεχώς. Θέλει μεγάλη ακρίβεια, ακινησίες, λιτότητα, όχι συναισθηματισμούς και κυρίως συνεχόμενη παρατήρηση του άλλου.
Το χτύπημα στο Pulse είχε πολλαπλώς ρατσιστικό χαρακτήρα, καθώς πέραν του φονταμενταλισμού, οι περισσότεροι θαμώνες ήταν μέλη της LGBTQ+ κοινότητας. Δέκα χρόνια αργότερα που θεωρείτε πως βρίσκεται η ανθρωπότητα σε σχέση με το ρατσισμό, κάνει βήματα προς τα εμπρός ή προς τα πίσω;
Γενικά η ανθρωπότητα νομίζω ότι περνάει μια δύσκολη φάση γιατί  την ίδια στιγμή που κάνει ένα βήμα μπροστά οπισθοχωρεί . Πολλά έχουν κερδίσει με επίπονους αγώνες οι άνθρωποι της LGBTQ+ κοινότητας αλλά ακόμα δέχονται επιθέσεις σε κάθε σημείο της γης. Είναι ζήτημα παιδείας, πολιτικής βούλησης για να αλλάξει το τοπίο. Αλλά φοβάμαι ότι ο κόσμος αρχίζει να σκοτεινιάζει.
Στο «Χελιδόνι», η αλήθεια αποκαλύπτεται σταδιακά και με μεγάλη συναισθηματική ένταση. Πιστεύετε ότι η αλήθεια λυτρώνει τελικά τον άνθρωπο ή τον επιβαρύνει;
Η αλήθεια είναι σκληρή πολλές φορές και θέλει τρόπο. Δεν μπορείς να λες μόνο αλήθεια. Η ζωή θα ήταν αβάσταχτη. Αλλά είναι το ζητούμενο να ζήσουμε όσο πιο κοντά της γίνεται. Όσο αντέχουμε. Τις πιο δύσκολες κινήσεις τις κάνουμε όταν έχουμε σύνδεση με την αλήθεια μας. Απλά δεν είναι μία και πάντα ίδια η αλήθεια. Αλλάζουμε ευτυχώς και μετακινούμαστε.
Ένα τραγούδι είναι η αφορμή για να ξετυλιχθεί ένα κουβάρι καταπιεσμένων συναισθημάτων. Τελικά, η τέχνη είναι ένας τρόπος να “γιατρεύουμε”  την απώλεια;
Η Τέχνη είναι ο τρόπος να αντέχουμε και να δημιουργούμε. Να είμαστε σοβαροί με τη ζωή μας αλλά την ίδια στιγμή να καταλάβουμε ότι παίζουμε. Η Τέχνη είναι παρηγορητική και επαναστατική και ό,τι θέλει. Είναι ανάγκη μας.
Πώς ανταποκρίνεται το ελληνικό κοινό σε μια τόσο φορτισμένη ιστορία; Υπήρξαν κάποιες αντιδράσεις θεατών που να ξεχωρίσατε;
Συγκινούνται. Σωπαίνουν. Παρακολουθούν την ιστορία με μεγάλο ενδιαφέρον. Επίσης οι αντιδράσεις  είναι κοινές και στους νέους ανθρώπους και σε μεγαλύτερες ηλικίες.
Στο Παλκοσένικο αγαπάμε να συλλέγουμε θεατρικές ιστορίες και να τις καταγράφουμε σε ψηφιακό χαρτί. Ιστορίες που μπορεί να συνέβησαν είτε πάνω στη σκηνή, είτε πέριξ αυτής και που δε φωτίστηκαν από τους προβολείς, κατάφεραν όμως να μείνουν χαραγμένες στη μνήμη σας. Έχετε κάποια τέτοια ιστορία που θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας;
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τους μεγάλους ηθοποιούς, τον Γιώργο Μιχαλακόπουλο, τον Ηλία Λογοθέτη και την Έρση Μαλικένζου στην παράσταση μας “Ο Πάππος μου ήτο Ασιάτης” στο Θέατρο Μουσούρη (1998). Πόσο αντικομφορμιστές ήταν και πόση έλλειψη σοβαροφάνειας είχαν, ενώ ήταν απολύτως παρόντες για 8 παραστάσεις την εβδομάδα για 8 ολόκληρους μήνες. Έπαιζαν σαν παιδιά στα καμαρίνια, έκαναν τη ζωή μας υπέροχη, χόρευαν μπαλέτο στα παρασκήνια, μιλούσαν ξένες γλώσσες χωρίς να τις γνωρίζουν, μπέρδευαν τα κουβάρια /props, τρυπούσαν τα τσιγάρα με βελόνα για να μην καπνίζουμε, γέμιζαν τα παπούτσια μας με εφημερίδες  και κάθε μέρα ήταν σαν γιορτή. Χαιρόμασταν να πηγαίνουμε όχι μόνο γιατί θα παίζαμε Ιονέσκο και βεβαίως γιατί θα μοιραζόμασταν τη σκηνή μαζί τους, αλλά και γιατί θα μας σκάρωναν τις πιο ωραίες φάρσες. Σαν παιδιά γυμνασίου. Μας εκπαίδευαν να αγαπάμε τη δουλειά μας και να μην  παίρνουμε τον εαυτό μας μόνο σοβαρά, ενώ την ίδια στιγμή τολμούσαν  να ακροβατήσουν στην υποκριτική με κίνδυνο να κάνουν και λάθη. Υπέροχοι!

Δείτε ακόμα