Κουβεντιάζοντας με τον Γιάννη Παναγόπουλο

Επιμέλεια Συνέντευξης: Άννα Βαμβακάρη

Σήμερα στο Παλκοσένικο έχουμε τη μεγάλη χαρά να φιλοξενούμε τον ηθοποιό, σκηνοθέτη και δάσκαλο υποκριτικής, Γιάννη Παναγόπουλο και να κουβεντιάζουμε μαζί του με αφορμή την παράσταση «Το Πόδι της Χήνας», στην οποία παίζει από 19 Απριλίου και κάθε Κυριακή, Δευτέρα και Τρίτη στο Θέατρο Από Μηχανής- Πάνω Σκηνή.

 

Φωτογραφία: Χρήστος Συμεωνίδης

 

Γιάννη σε καλωσορίζουμε στο Παλκοσένικο και ξεκινώντας θα θέλαμε να σε γνωρίσουμε λίγο καλύτερα. Μίλησε μας για τις πιο σημαντικές επιλογές της ζωής σου που σε οδήγησαν εδώ που βρίσκεσαι σήμερα.

Ας ξεκινήσουμε ίσως με την απόφασή μου να αφήσω πίσω τις σπουδές μου στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και να δώσω εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου το 2006. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, όλα ήταν πολύ διαφορετικά στη ζωή μου και στον τρόπο που αυτή πορευόταν – δούλευα σε μια φαρμακευτική εταιρεία στο τμήμα marketing management, είχα ήδη δεκτός να κάνω ένα μεταπτυχιακό στο Λονδίνο, τελείωνα τη στρατιωτική μου θητεία- και όλα μου έμοιαζαν τρομακτικά προδιαγεγραμμένα. Έτσι, πήρα την απόφαση να ακολουθήσω ένα όνειρο που στην αρχή φοβόμουν να τολμήσω. Και έδωσα, με τη βοήθεια της Βασιλικής Τρουφάκου και του Μίνου Θεοχάρη, στη Σχολή του Εθνικού. Μετά από αυτό, όλα πήραν μια άλλη τροπή. Τα πράγματα άρχισαν να κυλούν πολύ πιο εύκολα και φυσικά για το μυαλό και την ψυχή μου. Ίσως τελικά όλα συνέβησαν όπως έπρεπε να συμβούν.

 

Αυτή την περίοδο σε πετυχαίνουμε στην Αθήνα, όπου μοιράζεις τη ζωή σου μεταξύ αυτής και του Βερολίνου. Πώς διαχειρίζεσαι αυτή τη συνθήκη;

Αυτό που λέω σε όλους είναι ότι, ευτυχώς, το Βερολίνο μου έδωσε την ευκαιρία να πάρω απόσταση από τη ζωή μου στην Αθήνα και να καταλάβω πραγματικά τι με ευχαριστεί και τι με κάνει χαρούμενο στο να ζω και να εργάζομαι σ’ αυτήν. Για να εκτιμήσει κανείς κάτι ή για να το δει όσο γίνεται με μια αντικειμενικότερη ματιά, χρειάζεται την πολυτέλεια της απόστασης. Κι εγώ, ευτυχώς, την διεκδίκησα για τον εαυτό μου. Η απόφαση να φύγω στο Βερολίνο πάρθηκε αρχικά, μάλλον υποσυνείδητα, καθώς είχα φτάσει σε ένα burn-out, με πολλές ώρες δουλειάς και ακόμα περισσότερες υποχρεώσεις. Χρειαζόμουν λίγο χρόνο για τον εαυτό μου. Ίσως γιατί έκλεινα τα 40, ίσως γιατί κάποια πράγματα είχαν κάνει τους κύκλους τους στη ζωή μου.

Και μετά ήρθε η συνειδητή σύνδεση και επιλογή, ότι θα μπορούσα μέσω του διδακτορικού μου να συνεχίσω την έρευνά μου στο Βερολίνο, να δοκιμάσω πράγματα εκεί επαγγελματικά και να δω πώς θα εξελιχθούν. Αλλά κυρίως για να πάρω χρόνο για μένα. Νομίζω ότι είχα αφήσει να περάσει πολύς καιρός χωρίς να καταλαβαίνω ακριβώς τι μου συμβαίνει. Και κυρίως στην μετά-Covid περίοδο. Έτρεχα, μέσα σε έναν τροχό, παλεύοντας διαρκώς με τις εξελίξεις. Πέντε χρόνια γεμάτα. Με τα μαθήματα στις δραματικές σχολές, τις δουλειές μου στο θέατρο, αλλά κυρίως με το τι συνέβαινε στο ΣΕΗ (Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών), οι προσπάθειες μας για την επιδοματική στήριξη των καλλιτεχνών μέσα στο lockdown, οι δεκάδες υποθέσεις που έφταναν στο Πειθαρχικό Συμβούλιο μέσα στο κίνημα MeToo, οι διαπραγματεύσεις για τις συλλογικές συμβάσεις, η κατοχύρωση των συγγενικών δικαιωμάτων, δεκάδες εργασιακές διαφορές, θέματα πνευματικής ιδιοκτησίας, αγωγές, μηνύσεις, δικαστήρια. Και κάπως έτσι έφτασα στο σημείο που ένιωσα ότι έπρεπε να πατήσω λίγο φρένο και να κατεβάσω ταχύτητα. Και το Βερολίνο βρέθηκε ως ένα καταφύγιο για μένα, όσο παράδοξο και να ακούγεται.

 

Πόσο διαφορετικά λειτουργούν τα πράγματα εκεί για έναν καλλιτέχνη, σε σχέση με την Αθήνα;

Καλώς ή κακώς, θα μιλήσω από μια προνομιακή θέση. Τόσο στην Αθήνα όσο και στο Βερολίνο, η πραγματικότητα που έχω βιώσει δεν είναι αυτή που επικρατεί για την πλειονότητα των καλλιτεχνών. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, ομολογώ ότι έχω υπάρξει από τους τυχερούς. Η μία δουλειά έφερε την επόμενη και έχω καταφέρει να δομήσω μια ζωή μέσα στο επάγγελμά μου που και μου δίνει τη δυνατότητα να βιοπορίζομαι και να κάνω πράγματα που με αφορούν. Παρ’ όλα αυτά, η εμπειρία μου στο Σωματείο μου έδωσε τη δυνατότητα να κατανοήσω καλύτερα την ελληνική πραγματικότητα. Και ναι, αν έπρεπε να μιλήσω γι αυτή θα ήταν με μελανά χρώματα.

Στο Βερολίνο η συνθήκη που γνώρισα ήταν ιδανική. Δούλεψα σε οργανισμούς και ομάδες, όπως οι Rimini Protokoll και η HfS Ernst Busch, με φοβερά καλή οργάνωση, σαφώς καθορισμένες αρμοδιότητες, απίστευτη ευγένεια και ανοιχτωσιά, εξαιρετικές μισθολογικές απολαβές και υψηλή ποιότητα συνεργασίας. Όμως, θα ήταν άδικο να πω ότι αυτή είναι η κανονικότητα που βιώνουν οι καλλιτέχνες που ζουν στο Βερολίνο. Γιατί γνωρίζω ότι το Βερολίνο, ως πόλη με μεγάλο καλλιτεχνικό πληθυσμό, είναι επίσης γεμάτο από ηθοποιούς, performers, εικαστικούς και χορευτές, οι οποίοι και αυτοί αντιμετωπίζουν πολλά προβλήματα, όπως ακριβώς οι συνάδελφοί μας στην Αθήνα. Και μιλώ για την Αθήνα, γιατί ξέρω πως στην επαρχία τα πράγματα είναι ακόμη πιο δύσκολα. Υπάρχουν, φυσικά, κάποια Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα (ΔηΠεΘε) στην Ελλάδα, τα οποία κάνουν φιλότιμες προσπάθειες παρά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, κυρίως λόγω των ελλιπών χρηματοδοτήσεων. Αντίθετα, τα αντίστοιχα θέατρα στη Γερμανία, ακόμα και στις επαρχιακές περιοχές της χώρας, είναι πολύ ισχυρά, με μεγάλες χρηματοδοτήσεις από τα ομόσπονδα κρατίδια. Τα περισσότερα από αυτά, μάλιστα, διαθέτουν ρεπερτόριο σε θέατρο, όπερα, μπαλέτο και κουκλοθέατρο, κάτι που τους επιτρέπει να λειτουργούν με μια ιδιαίτερα σταθερή και οργανωμένη βάση.

 

 

Φωτογραφία: Χρήστος Συμεωνίδης

 

Είσαι ηθοποιός, σκηνοθέτης και καθηγητής υποκριτικής και τώρα στην παράσταση «Αλεξάνδρεια» ανέλαβες τη δραματουργική επεξεργασία. Μίλησε μας για τη δουλειά σου στην παράσταση και για τη συνεργασία σου με τον Φωκά Ευαγγελινό και την εξαιρετική ομάδα της Αλεξάνδρειας.

Στην «Αλεξάνδρεια» είχαμε μια εξαιρετική, δυναμική συνεργασία με τη συγγραφέα του έργου, τη Ζέτη Φίτσιου, έξι μήνες μέχρι την έναρξη των προβών αλλά και κατά τη διάρκειά τους. Μας γνώρισε ο Φωκάς (σ.σ. Ευαγγελινός) και αμέσως ξεκινήσαμε να δουλεύουμε με αγάπη για το υλικό, προσπαθώντας να είμαστε όσο πιο ακριβείς, λεπτομερείς αλλά και προσωπικοί γίνεται. Με τον Φωκά γνωριζόμαστε από την εποχή της σχολής, μιας και ήταν καθηγητής μου στο Εθνικό. Πολύ νωρίς συνεργαστήκαμε, στην ουσία στην πρώτη μου δουλειά μετά τη σχολή, στις τελετές έναρξης και λήξης των Special Olympics 2011.

Σήμερα, μετά από 20 χρόνια γνωριμίας, μπορώ να πω ότι ο Φωκάς είναι ένας από τους πιο πολύτιμους συνεργάτες που έχω συναντήσει στο θεατρικό κόσμο. Η ευγένεια και η καλοσύνη του είναι τόσο σπάνια και συγκινητικά χαρακτηριστικά. Θεωρώ ότι το μεγαλύτερο επίτευγμα αυτής της διαδικασίας, που φάνηκε τελικά και στο παραστασιακό αποτέλεσμα, ήταν το καλό κλίμα που υπήρχε στις πρόβες και που κατα πολύ οφείλεται στην κεφαλή της ομάδας που ήταν ο Φωκάς.

Όλα έρχονται και ανθίζουν όταν υπάρχει καλή διάθεση για να βγάλεις τον καλύτερο εαυτό σου, να προστατεύσεις και να εμπιστευτείς τους συνεργάτες σου. Όταν δημιουργείται αυτή η ατμόσφαιρα, τότε όλοι ανοίγονται και σου δίνουν απλόχερα τα καλύτερα κομμάτια τους. Και μπορώ να το πω με απόλυτη σιγουριά, γιατί έχω βρεθεί σε πολύ δύσκολα και τοξικά περιβάλλοντα. Εκεί, οι άνθρωποι θα εγκλωβιστούν, θα σφιχτούν για να προστατεύσουν τους εαυτούς τους και θα καταλήξουν να μην δώσουν όσα εν δυνάμει θα μπορούσαν να προσφέρουν. Στις δουλειές που ηγούμαι, προσπαθώ κι εγώ να δημιουργώ τις καλύτερες των συνθηκών και να δουλεύω με σεβασμό στους γύρω μου. Εμπιστεύσου τους συνεργάτες σου, δώσ’ τους χώρο, αφού κι εκείνοι να καταθέσουν θέλουν κομμάτι της ψυχής και της δουλειάς τους και πάντα κερδισμένος θα είσαι.

 

Η «Αλεξάνδρεια» είναι ένα ταξίδι στο χώρο, στο χρόνο και στη συλλογική μνήμη. Πού στοχεύατε όταν πήρατε την απόφαση να δώσετε σάρκα και οστά σε αυτό το μεγαλεπήβολο εγχείρημα;

Η τελευταία λέξη που είπες, η «συλλογική μνήμη», είναι ακριβώς ο τόπος όπου συναντηθήκαμε όλοι. Η αρχική ιδέα και το όραμα προήλθαν από τον Φωκά, ο οποίος για χρόνια το συζητούσε – ίσως και δεκαετία αν μπορώ να θυμηθώ σωστά- μιας και πίστευε βαθιά ότι η Αλεξάνδρεια είναι μία ιστορία, ένα τοπόσημο, μία μνήμη για την οποία δεν έχουμε μιλήσει αρκετά, τουλάχιστον σε καλλιτεχνικό επίπεδο. Ακόμα και το ίδιο το άκουσμα της λέξης, γεννά εικόνες και συνάψεις.

 

Υπάρχουν κάποιες συνεργασίες τις οποίες έχεις ξεχωρίσει στη διάρκεια της καλλιτεχνικής σου πορείας;

Με βλέπεις και διστάζω λιγάκι, γιατί σκέφτομαι τι εννοούμε συνεργασίες. Μπορεί να σε έχουν εμπνεύσει άνθρωποι με τους οποίους συνυπήρξες με διάφορους τρόπους, είτε μέσα από φιλικές σχέσεις, είτε μέσα από έντονες συζητήσεις, είτε γιατί σου φώτισαν κάτι στην πορεία σου και σε επηρέασαν τελικά καλλιτεχνικά. Άρα τους/τις κουβαλούσες μέσα σου όσο εργαζόσουν για κάτι. Ήταν συνεργάτες σου, έστω και εν αγνοία τους.

Θα ξεκινήσω αναφέροντας τη Ζωή Μυλωνά, συνιδρύτρια της ομάδας μας, Novus Theatre Ensemble, και σκηνοθέτρια της επόμενης παραγωγής μας, «Το Πόδι της Χήνας», με την οποία έχουμε γίνει οικογένεια και μοιραζόμαστε από τις πιο βαθιές μας αγωνίες μέχρι τις πιο τρελές ιδέες μας. Ξέρει τα πιο πολλά πράγματα για μένα και ακόμα μ’ αγαπάει- θα θελα να πιστεύω. Ο Δήμος Κλιμενώφ, με τον οποίο πορευόμαστε 16 χρόνια μαζί και με έχει βοηθήσει να διαμορφώσω φίλτρα για το πώς αντιλαμβάνομαι τη ζωή μου, την καθημερινότητά μου, την καλλιτεχνική μου ύπαρξη και για το πώς θέλω να υπάρχω στον κόσμο, με καλοσύνη και όχι με έναν στριφνό και δύσκολο τρόπο.

Επίσης, η γνωριμία μου με τη Σοφία Βγενοπούλου, μέσω των προγραμμάτων του Εθνικού Θεάτρου, ήταν πολύ καθοριστική για την πορεία μου και για το πως αντιλαμβάνομαι την ύπαρξή μου μέσα στο επάγγελμα αυτό. Γνωριστήκαμε το 2015, την περίοδο των μεγάλων προσφυγικών κυμάτων, μέσα από το πρόγραμμα “Θέατρο στα Ελληνικά”, στο οποίο συμμετείχαν έφηβοι/ες πρόσφυγες, έλληνες έφηβοι/ες και ηθοποιοί του Εθνικού Θεάτρου με στόχο την ευαισθητοποίηση και την ενθάρρυνση μέσα από τη θεατρική εμπειρία της εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας. Ακόμη και σήμερα, μετά από δέκα χρόνια, κρατάω επαφή με κάποια από τα παιδιά αυτά, όπως για παράδειγμα με τη Χέλια που ζει στην Ελλάδα και σπουδάζει ψυχολογία και τον Αλί που ζει πια στην Αγγλία. Πρόσφατα μίλαγα ξανά μαζί τους, μιας και έχουν καταγωγή από το Ιράν, με αφορμή τα γεγονότα της τελευταίας περιόδου. Άκουγα τις ιστορίες τους, την αγωνία για τις οικογένειές τους που βρίσκονται στο Ιραν και παράλληλα, διαβάζοντας σχόλια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σε άρθρα ή αναρτήσεις για το πόλεμο, έβλεπα τη χυδαιότητα και τη βαρβαρότητα που πολλοί μιλούν για τους μετανάστες, ξεχνώντας πόσο εύκολα μπορεί να βρεθούμε στην ίδια θέση, όπως συνέβη στις προηγούμενες γενιές των παππούδων και των γιαγιάδων μας. Δεν μπορώ καν να αντιληφθώ πως γίνεται να μην κρατάμε την καρδιά και το μυαλό μας ανοιχτό στον πόνο του Άλλου και πώς γίνεται να μην καταλαβαίνουμε πόσο αλληλεξαρτώμενες είναι οι ζωές μας.

Επιστρέφοντας στην ερώτησή σας, άλλοι άνθρωποι με τους οποίους και τις οποίες έχω συνεργαστεί και έχουν επηρεάσει τη στάση μου στα πράγματα είναι οι καρδιακοί μου πια φίλοι, Γιάννης Στόλλας, με τον οποίο συνεργαστήκαμε στην «Αλεξάνδρεια» αλλά διδάσκουμε μαζί και στη Δραματική Σχολή του Πειραϊκού Συνδέσμου, στον οποίο οφείλω πολλά για το πως καταλαβαίνω πια τα πράγματα στο χώρο μας αλλά και στο ότι είναι επιλογή και αγώνας να παραμένει κανείς φωτεινός και αγνός μέσα σε αυτόν, η Καλλιόπη Παναγιωτίδου, μία συνάδελφος που εκτιμώ για την καθαρότητά των προθέσεων της, τη δομημένη σκέψη και το ταλέντο της, η Ειρήνη Μουντράκη, ο Μικές Γλύκας, η Σαβίνα Τσάφα, ο Χρήστος Σταθούσης, ο Μάριο Μπανούσι, ο Άρης Λάσκος, η Ελίνα Γιουνανλή, ο Χρήστος Συμεωνίδης και μπορώ να πω κι άλλα πολλά ονόματα ανθρώπων που με εμπνέουν με τη στάση τους στα πράγματα κι ας μην έχουμε συνεργαστεί όπως ο Βασίλης Μαγουλιώτης, η Ειρήνη Μακρή, η Ευδοξία Ανδρουλιδάκη, η Νεφέλη Μαϊστράλη ή η Λένα Κιτσοπούλου.

Αν και δεν έχουμε συνεργαστεί πρακτικά, οι συζητήσεις μας με έχουν γεμίσει ελπίδα για το πώς μπορούν να υπάρχουν άνθρωποι στον χώρο μας που κινούνται με σεβασμό και αγάπη για την τέχνη τους, για τον άνθρωπο δίπλα τους, με πολιτική άποψη. Και σίγουρα ξεχνώ πολλούς και πολλές, και θα με πιάσει απελπισία όταν θα διαβάζω τη συνέντευξη και θα δω ότι τους/τις ξέχασα. Σε αυτούς τους ανθρώπους οφείλω τη χαρά που ακόμα μπορώ να κρατάω στην καθημερινότητάς μου. Καταλαβαίνεις πόσο σπουδαίο είναι αυτό; Είναι ένας διαρκής αγώνας στο παρόν το να βρίσκεις «συμμάχους» που να σε καταλαβαίνουν και να τους καταλαβαίνεις σ’ αυτή τη ζωή που περιγράφεται ως επι των πλείστων από μοναχικές πορείες και ιδιώτευση, από αγωνίες που σε τυραννούν, από ματαιώσεις και δυσκολίες. Το να βρίσκεις λοιπόν «συγγένειες», κάπως-κάπου, σου δίνει ελπίδα.

 

Φωτογραφία: Χρήστος Συμεωνίδης

 

Είσαι ιδρυτικό μέλος της «Novus Theatre Ensemble». Θέλεις να μας πεις λίγα πράγματα για την ομάδα που έχετε δημιουργήσει;

Κάποια στιγμή μαζί με τον Δήμο (σ.σ. Κλιμενώφ) και τη Ζωή (σ.σ. Μυλωνά) συζητούσαμε για το τι μας αφορά πραγματικά στο θέατρο και πώς βλέπουμε τη δική μας καλλιτεχνική ύπαρξη μέσα σ’ αυτό. Τυχαίνει και οι τρεις μας να έχουμε σπουδές με κοινωνιολογικό και ανθρωπολογικό υπόβαθρο, παράλληλα με τις καλλιτεχνικές μας σπουδές, και αυτό μας οδήγησε στο να θέλουμε να μιλήσουμε μέσα από το έργο μας για ζητήματα που αφορούν την εποχή μας. Έτσι, τον Ιανουάριο του 2021 ιδρύσαμε την ομάδα.

Τελευταία μας παραγωγή ήταν η παράσταση «Καύσωνας» που κάναμε στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση το Μάρτιο του 2024. Εμείς την περιγράφουμε ως μια ελεγεία για τη γενιά των millennials και τον κόσμο γύρω μας που τρέχει με ιλιγγιώδεις ταχύτητες. Με αφορμή και πεδίο έρευνας το “brand” του ελληνικού καλοκαιριού, θέλαμε να μιλήσουμε για τις αλλαγές στη ζωή μας τα τελευταία είκοσι χρόνια, μετά δηλαδή την «χρυσή εποχή» του 2004. Από τότε που έγινε η παράσταση, το 2024, μέχρι σήμερα οι αλλαγές αυτές έχουν γίνει ακόμα πιο έντονες, αλλαγές που σε κάνουν να νιώθεις ότι προσπαθείς μάταια μέσα σε ένα σύστημα προκαθορισμένο, σχεδόν εχθρικό.

Μιλούσα χθες, για παράδειγμα, με μια φίλη που δουλεύει σε εταιρία real estate και μου επιβεβαίωνε ότι άπειρα ακίνητα στην Αθήνα έχουν πουληθεί σε ξένους επενδυτές και ιδιοκτήτες. Και δεν μιλώ μόνο για τις γνωστές περιπτώσεις για την απόκτηση “golden visa” από Κινέζους, Άραβες και Ισραηλινούς, αλλά και για αμερικανικές, γαλλικές και γερμανικές επενδύσεις ή για expats και nomads που ζουν στην Ελλάδα. Αυτό έχει φέρει ήδη τεράστιες αλλαγές στο ανθρωποτοπίο και στην καθημερινότητά μας και θα φέρει κι άλλες. Ας αναλογιστούμε μόνο το που έχουν εκτοξευθεί τα ενοίκια. Στο κέντρο πια είναι αδύνατον κανείς να μείνει. Το βλέπω από μένα που παλαιότερα έμενα στα Εξάρχεια. Το βλέπω στο στενό μου φιλικό κύκλο. Οι περισσότεροι φίλοι μου έχουν μετακομίσει στην Κυψέλη, στην Καλλιθέα, στα Πατήσια (και είμαι βέβαιος ότι σύντομα θα αρχίσουν να εξωθούνται ακόμα πιο μακριά σταδιακά όπως έχει συμβεί και στις περισσότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες), γιατί εκεί τα ενοίκια είναι φθηνότερα. Που και πάλι για τους μισθούς της Ελλάδας είναι αδιανόητα υψηλά. Πια ένα μέτριο σε μέγεθος και κατάσταση διαμέρισμα ενοικιάζεται για τουλάχιστον 600 ευρω το μήνα, ενώ ο βασικός μισθός είναι 750. Προχθές για μία σακούλα ψώνια στο σούπερ μάρκετ, και δεν υπερβάλλω, πλήρωσα 22 ευρώ. Έχουμε γίνει μια πολύ ακριβή χώρα, που όμως δεν παρέχει στους πολίτες της τις ανέσεις που θα περίμενε κανείς για το αντίστοιχο κόστος ζωής. Στο τρένο και στο μετρό, για παράδειγμα, η αναμονή 15 λεπτών πια είναι το σύνηθες, ακόμα και σε ώρες αιχμής. Ή αν μιλήσουμε για τους δρόμους της πόλης, θα πρέπει «αποδεχτούμε» ότι πέρα από τις μεγάλες λεωφόρους, δεν υπάρχει δρόμος που δεν είναι γαζωμένος με λακκούβες. Εάν είσαι οδηγός μηχανής, όπως εγώ, φαντάζομαι το έχεις παρατηρήσει ακόμα περισσότερο.

 

Τον Απρίλιο θα ανέβει η παράσταση «Το Πόδι της Χήνας» στην οποία παίζεις. Τι να περιμένουμε ότι θα δούμε;

Πρέπει να πω ότι αυτή είναι μία από τις πιο ευχάριστες και δημιουργικές περιόδους της ζωής μου ως ηθοποιός. Είναι πραγματικά αναζωογονητικό να δουλεύεις με έναν άνθρωπο που εμπιστεύεσαι πλήρως, πόσω μάλλον με μια ολόκληρη ομάδα συνεργατών με τους οποίους και τις οποίες έχετε δουλέψει πάνω σε μια μέθοδο συλλογής υλικού για τη δημιουργία της δραματουργιας της παράστασης που φέρνει και πολύ προσωπικά στοιχεία στο τελικό αποτέλεσμα. Ανυπομονώ να δω πώς το κοινό θα αντιδράσει και πως αγκαλιάσει αυτόν τον κόσμο που δημιουργούμε. Αν θα έπρεπε να περιγράψω την παράστασή μας θα έλεγα ότι είναι μία σάτιρα που αναφέρεται στην εργασιακή κουλτούρα. Τέσσερις υπάλληλοι μιας πολυεθνικής εταιρείας συναντιούνται στο διάλειμμά τους, το οποίο παίρνει μια αλλόκοτη τροπή. Θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει ως μια μαύρη κωμωδία με επιρροές από ταινίες τρόμου και camp μιούζικαλ, που διακωμωδεί τον σύγχρονο εργασιακό κόσμο. Η παράσταση εναλλάσσεται συνεχώς μεταξύ του ονειρικού και του εφιαλτικού, του αστείου και του σπαρακτικού, του πραγματικού και του παράλογου.

 

Ποιες είναι οι σκέψεις σου για τους ηθοποιούς που σκηνοθετούν. Ποια πλεονεκτήματα και ποιους περιορισμούς εντοπίζεις;

Πάντα με χαρά προσμένω τους συναδέλφους που έρχονται να μοιραστούν με το κοινό τις ιστορίες τους. Είμαι πάντα ανοιχτός και ενδιαφερόμενος όταν πηγαίνω στις παραστάσεις τους, οι οποίες πολλές φορές είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες και ανατρεπτικές. Αυτό που αντιλαμβάνομαι είναι ότι ένας/μια ηθοποιός αποφασίσει να σκηνοθετήσει, έχοντας βιώσει ο ίδιος ή η ίδια την αγωνία του να βρίσκεσαι πάνω στη σκηνή απέναντι στο κοινό, κατανοεί πολύ περισσότερο την ανάγκη για αγάπη και φροντίδα σε αυτή τη διαδικασία. Αυτό τον/την καθιστά πιο ευαίσθητο/η και κατανοητικό/ή απέναντι στους συνεργάτες του/της και του/της επιτρέπει να προσφέρει περισσότερη υποστήριξη και φροντίδα στους ηθοποιούς.

 

 

Φωτογραφία: Χρήστος Συμεωνίδης

 

Βρέθηκες για κάποια χρόνια στο Προεδρείο του Σ.Ε.Η., ποια ήταν η εμπειρία σου τότε; Πιστεύεις πως έχει αλλάξει κάτι ως προς τις συνθήκες εργασίας των ηθοποιών τα τελευταία χρόνια;

Για να αλλάξουν οι συνθήκες εργασίας των ηθοποιών, είναι απαραίτητο να υπογραφεί επιτέλους η Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. Παρά το γεγονός ότι μιλάμε για αυτήν από το 2012, μέχρι σήμερα δεν έχει επιτευχθεί κάτι τέτοιο. Ειδικά στο ελεύθερο θέατρο, η κατάσταση παραμένει τελείως αβέβαιη. Υπάρχει η διάθεση, οι συζητήσεις συνεχίζονται, αλλά η πολυπόθητη υπογραφή φαίνεται να καθυστερεί. Θα ήθελα να πιστεύω ότι, μετά το ξέσπασμα του κινήματος MeToo, έχουν αλλάξει αρκετά πράγματα στη νοοτροπία του χώρου μας. Πλέον, οι εργαζόμενοι/ες είναι πιο προετοιμασμένοι να μιλήσουν όταν δέχονται παραβατικές ή υπέρμετρα σκληρές συμπεριφορές από τους συνεργάτες τους. Πίστευα πως αυτά τα φαινόμενα ανήκουν στο παρελθόν. Ωστόσο, τελευταία έχω ακούσει ότι εμφανίζονται ξανά μικρές περιπτώσεις ανθρώπων που δεν φαίνεται να έχουν καταλάβει ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν έχουν θέση στη σύγχρονη εποχή. Αυτό με στεναχωρεί, γιατί νόμιζα ότι το θέμα είχε τελειώσει.

 

Αυτό τον καιρό ετοιμάζεις παράλληλα και τη διδακτορική σου διατριβή στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Θέλεις να μας πεις λίγα λόγια σχετικά με αυτή;

Ο τίτλος του διατριβής μου είναι «Πολιτισμική Δημοκρατία: Πώς το Θέατρο στοχεύει στην Κοινωνική Αλλαγή. Το παράδειγμα του Εθνικού Θεάτρου». Ο όρος αναφέρεται στη συνύπαρξη και συμμετοχή όλων των κοινωνικών στρωμάτων στην πολιτιστική παραγωγή και την πολιτιστική ζωή μιας κοινωνίας. Πρόκειται για μια προσέγγιση που επιδιώκει την εξίσωση των ευκαιριών πρόσβασης στον πολιτισμό, με στόχο να δημιουργηθεί ένας πιο δημοκρατικός και συμπεριληπτικός πολιτιστικός χώρος. Αναγνωρίζεται, ή θα πρέπει να αναγνωρίζεται, ότι ο πολιτισμός δεν είναι μονολιθικός και ότι θα πρέπει να εκτιμώνται και να ενσωματώνονται διαφορετικές κουλτούρες, υποκουλτούρες, ομάδες και ιστορίες. Κάθε κοινωνική ομάδα, ανεξαρτήτως φύλου, φυλής, οικονομικής ή κοινωνικής θέσης, έχει το δικαίωμα να εκφραστεί πολιτιστικά.

Ιδανική θα ήταν η δημιουργία δομών και φορέων που θα εξασφάλιζαν τη συμμετοχή των πολιτών στη διαδικασία λήψης πολιτιστικών αποφάσεων, ενενσωματώνοντας τη συμμετοχική διακυβέρνηση στον πολιτιστικό τομέα και την ενίσχυση των τοπικών πρωτοβουλιών. Τώρα μόλις ολοκλήρωσα τον τρίτο χρόνο συγγραφής της διατριβής μου. Θα μπορούσα να έχω προχωρήσει πιο γρήγορα, αλλά δυστυχώς ο χρόνος δεν είναι αρκετός. Όταν ήμουν στο Βερολίνο, είχα τον χρόνο να επικεντρωθώ, χωρίς να αποσπώμαι από άλλες δουλειές ή παραγωγές που έπρεπε να τρέξουν. Παρ΄ όλα αυτά, ελπίζω ότι στα επόμενα δύο χρόνια θα καταφέρω να την ολοκληρώσω. Το διδακτορικό είναι ένα μοναχικό ταξίδι που απαιτεί χρόνο και αφοσίωση. Δυστυχώς, επειδή δεν έχω κάποια υποτροφία για να μπορώ να ασχολούμαι αποκλειστικά με αυτό, και πρέπει ταυτόχρονα να μοιράζω τον χρόνο μου στις δουλειές μου για να βιοπορίζομαι, έχω μείνει λίγο πίσω σε σχέση με το χρονοδιάγραμμα που είχα θέσει στον εαυτό μου.

 

Οι λέξεις “πολιτισμός”, “πολίτης” και “πολιτική” έχουν κοινή ρίζα τη λέξη “πόλις”. Μπορεί να υπάρξει το ένα χωρίς το άλλο;

Σαφώς και δε μπορεί. Το πιστεύω τόσο πολύ που το έκανα και θέμα της διατριβής μου, άλλωστε (γέλια) Τώρα που το σκέφτομαι, και πέρα από το λογοπαίγνιο, όντως, αυτά ακριβώς είναι και τα ζητήματα που με απασχολουν και έχουν ορίσει το πως πορεύομαι. Ως πολίτης, καλλιτέχνης, ως καθηγητής, ως ενεργό μέλος των συνδικαλιστικών διαδικασιών. Πώς οι πολίτες, με την ανάγκη τους να εκφραστούν ενεργά και να υπάρξουν τελικά μέσα στην και για την πόλη τους, προσπαθούν να βρουν τους τρόπους να το κάνουν. Άλλωστε, κάπως έτσι δημιουργήθηκε και το ίδιο το θέατρο στην αρχαία Ελλάδα, ως ένας τόπος όπου συζητούνταν οι αξίες της δημοκρατίας, της δικαιοσύνης, της ελευθερίας και της ευθύνης του πολίτη.

 

 

Φωτογραφία: Χρήστος Συμεωνίδης

 

Αν το θέατρο δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, μπορεί ίσως να οξύνει τα κοινωνικά αντανακλαστικά μας;

Το θέατρο έχει τη δύναμη να αλλάξει τον κόσμο! Το έχω δει να συμβαίνει. Δεν θα συμβεί από τη μια στιγμή στην άλλη, ούτε υπάρχει κάποιος μαγικός διακόπτης που να τα αλλάξει όλα αμέσως. Είναι μια διαδικασία, βήμα-βήμα. Το θέατρο μπορεί να ανοίξει το μυαλό σου, να σε παρακινήσει να αναζητήσεις άλλους κόσμους, να μπεις στα παπούτσια του Άλλου, να συνεργαστείς, να δουλέψεις δίπλα δίπλα, να μοιραστείς κοινές αγωνίες, να ανακαλύψεις σκέψεις και ιδέες άλλων ανθρώπων που δεν είχες σκεφτεί πριν. Να συνειδητοποιήσεις ότι υπάρχει ένας κόσμος έξω από τον μικρόκοσμό σου.

 

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σου, ετοιμάζεις κάτι για το καλοκαίρι ή για την επόμενη σεζόν; Θα συνεχίσουν κάποιες από τις φετινές παραστάσεις και του χρόνου;

Λογικά, θα συνεχίσουμε με κάποιες παραστάσεις, ενώ παράλληλα προσπαθώ να οργανωθώ για δύο επόμενες σκηνοθετικές δουλειές, αν και ακόμα δεν έχουν ανακοινωθεί. Παράλληλα, συνεχίζω τη δουλειά μου στη δραματική σχολή του Πειραϊκού Συνδέσμου και προχωράω με το διδακτορικό μου.

 

Στο Παλκοσένικο αγαπάμε να συλλέγουμε θεατρικές ιστορίες και να τις αποτυπώνουμε σε «ψηφιακό χαρτί». Ιστορίες που μπορεί να έλαβαν χώρα στα παρασκήνια, στην πλατεία, στο φουαγιέ και που δε φωτίστηκαν από τους προβολείς της σκηνής, ωστόσο για κάποιο λόγο έμειναν χαραγμένες στη μνήμη. Έχεις κάποια τέτοια στιγμή που να θυμάσαι και να θες να μοιραστείς μαζί μας;

Ήμασταν σε πρόβες για την τελετή έναρξης των Special Olympics στην Αθήνα τον Ιούλιο του 2011 και αργά το βράδυ εμφανίστηκε ένα πρόβλημα με κάποια σκηνογραφικά αντικείμενα που έπρεπε να λυθεί. Είχαν φύγει όλοι οι εθελοντές και πολλοί από τους συνεργάτες, και μείναμε πίσω ελάχιστοι μαζί με τον Φωκά, περιμένοντας να λυθεί τοπρόβλημα για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε την επόμενη μέρα με τις πρόβες μας. Κάποια στιγμή, πολύ αργά τη νύχτα, ήρθε γλυκός ο ύπνος να με πάρει πάνω στις κερκίδες του Καλλιμάρμαρου. Ξύπνησα από τις φωνές χαράς των τεχνικών, λίγο πριν ξημερώσει, όταν λύθηκε, επιτέλους, το πρόβλημα.

 

 

Διαβάστε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση “Αλεξάνδρεια’ εδώ.

&

Φωτογραφία: Χρήστος Συμεωνίδης

 

Διαβάστε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση “Το πόδι της χήνας” εδώ.

Δείτε ακόμα