Επιμέλεια συνέντευξης: Διονύσης Μαλαπέτσας
Σήμερα το Παλκοσένικο έχει τη μεγάλη χαρά να φιλοξενεί τον πολυσχιδή ηθοποιό Γιώργο Κισσανδράκη και να κουβεντιάζει μαζί του με αφορμή τις παραστάσεις «Συνέδριο για το
Ιράν» και «Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου» στις οποίες πρωταγωνιστεί τη φετινή σεζόν.
Γιώργο σε καλωσορίζω στο Παλκοσένικο και ξεκινώντας θα ήθελα να σε γνωρίσουμε καλύτερα. Ξεκινάς από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο της Αθήνας όπου σπουδάζεις Μάρκετινγκ και Επικοινωνία, ακολουθούν μεταπτυχιακά στο Λονδίνο και έπειτα βρίσκεσαι στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών. Μίλησε μας για αυτή την τόσο
ενδιαφέρουσα πορεία και πως σε οδήγησαν τα βήματά σου στο θεατρικό σανίδι;
Κατάλαβα πως ήθελα να γίνω ηθοποιός ήδη από τη Δευτέρα Δημοτικού, μας ρωτούσαν τότε τι θέλετε να κάνετε όταν μεγαλώσετε και εγώ απαντούσα θέλω να γίνω ηθοποιός. Και μάλιστα επειδή η μητέρα μου έχει πάει σε δραματική σχολή, όταν στο σπίτι διαβάζαμε μαζί κάποιο κείμενο, μου έλεγε για παράδειγμα εδώ χρωμάτισε τη φωνή σου, μην το διαβάζεις απλά και εμένα μου άρεσε αυτό και το έκανα. Μετά στο σχολείο, επειδή όλα τα άλλα παιδιά διάβαζαν κανονικά, με τον απλό τρόπο που διαβάζουμε στην ηλικία αυτή και εγώ έκανα τον άλλο τρόπο που μου έμαθε η μάνα μου, αυτό με έκανε να μην είμαι και τόσο cool και έτσι το άφησα. Στη συνέχεια άρχισα να σκέφτομαι πως θέλω να γίνω ένα σωρό άλλα πράγματα, πχ, φωτογράφος, δικηγόρος, μάγειρας και οτιδήποτε άλλο μπορείς να φανταστείς. Ότι έβλεπα στο σινεμά ή στην τηλεόραση από ηθοποιούς που μου άρεσαν ήθελα να το κάνω κι εγώ. Μεγαλώνοντας, οι γύρω μου έλεγαν πως το να γίνεις ηθοποιός δε γίνεται, οι ηθοποιοί πεινάνε -κάτι που ισχύει- είναι πολύ δύσκολο επάγγελμα κλπ. Φτάνει λοιπόν η στιγμή να συμπληρώσω το μηχανογραφικό μου και δεν έχω ιδέα πραγματικά του τι να δηλώσω. Κάθομαι και το σκέφτομαι, συζητούσα με τα αδέρφια μου, με τους γονείς μου. Κάτι άλλο που ήθελα πολύ να κάνω -και ακόμα το θέλω- είναι η αρχιτεκτονική, σκέφτομαι λοιπόν, να τη βάλω κι αυτήν; Δεν είχα ιδέα πραγματικά. Στο μηχανογραφικό επιλέγεις πρώτα αυτές που έχουν την υψηλότερη βάση. Είμαστε τώρα στις αρχές του 2000 και τότε το Μάρκετινγκ ήταν ακόμα το επάγγελμα του παρόντος και του μέλλοντος, είχε τεράστια ζήτηση. Το βάζω λοιπόν κι εγώ πρώτο. Δεύτερη βάζω τη σχολή ηλεκτρολόγων μηχανικών, που ωστόσο δεν μπορώ να φανταστώ καν τον εαυτό μου να είχε περάσει εκεί, γιατί δεν είχα κανένα ενδιαφέρον γι’ αυτό. Πέρασα λοιπόν στην ΑΣΟΕΕ, στο τμήμα Μάρκετινγκ, πήγα στη σχολή, πέρασα πολύ όμορφα φοιτητικά χρόνια, έκανα καλούς φίλους, αλλά είδα πως όλη αυτή η διαδικασία δε με ενδιέφερε. Γράφτηκα παράλληλα και στη θεατρική ομάδα της ΑΣΟΕΕ, που ήταν ήδη μέλος ένας φίλος μου και μου το πρότεινε, ξεκινάω λοιπόν κι εγώ και αρχίζει να μου αρέσει, αλλά ακόμα δεν έχω αποφασίσει καν να γίνω ηθοποιός, γιατί πάντα θυμάμαι τα λόγια εκείνα πως είναι δύσκολο να γίνει κανείς ηθοποιός και καλύτερα να μην το επιλέξει.
Τελείωσα τη σχολή στα τέσσερα χρόνια και ήμουν ακόμα 21 ετών. Ούτως ή άλλως ήθελα να ταξιδέψω κιόλας εκτός Ελλάδας, ήταν και καλά χρόνια τότε ακόμα το 2004. Αποφασίζω να φύγω για μεταπτυχιακό στην Αγγλία. Επειδή με ενδιέφερε το Μάρκετινγκ, αλλά όχι με την καπιταλιστική του θεώρηση, λέω αν είναι να κάνω αυτή τη δουλειά να βρω είτε κάτι πιο κοινωφελές, είτε που να ενδιαφέρει εμένα περισσότερο, όπως κάτι που έχει να κάνει με τις τέχνες και τον πολιτισμό. Ας πούμε να δουλέψω σε ένα μουσείο, σε ένα θέατρο ή σε μια εταιρεία κινηματογράφου, αλλιώς σε ένα κοινωφελές ίδρυμα για το περιβάλλον ή κάτι τέτοιο. Έτσι βρίσκω, ένα μεταπτυχιακό πολιτιστικής διαχείρισης και πάω και κάνω αυτό κι ενώ είμαι εκεί φεύγω και πάω για ένα χρόνο στο πανεπιστήμιο της Περούτζια στην Ιταλία για να μάθω ιταλικά, το έκανα σαν ένα άτυπο Erasmus. Επιστρέφω στην Αγγλία και ξεκινάω κατευθείαν δεύτερο μεταπτυχιακό, γιατί είχα κάνει ήδη αίτηση πριν τελειώσω με το πρώτο. Το δεύτερο μεταπτυχιακό ήταν στην κοινωνική και δημόσια επικοινωνία. Βλέπεις, σιγά-σιγά το γύρναγα προς τα εκεί που ήθελα… Το τελειώνω και αυτό και μετά φτάνει η στιγμή που κάτι πρέπει να κάνεις. Δεν μπορείς να κάνεις πενήντα μεταπτυχιακά για να αποφεύγεις διαρκώς την πραγματικότητα, κάποια στιγμή πρέπει να αποφασίσεις τι θα κάνεις. Ή κάνεις διδακτορικό αν θέλεις να γίνεις καθηγητής πια σε αυτό που έχεις σπουδάσει και να το διδάξεις σε άλλους ή να αφιερωθείς στην έρευνα, ή θα πιάσεις μια δουλειά στον τομέα σου για να ζήσεις. Έτσι άρχισα να ψάχνω δουλειά, έκανα κάποιες αιτήσεις γιατί είχα καλά πτυχία και με δέχτηκαν σε διάφορες θέσεις στο εξωτερικό, θυμάμαι στην αρχή ήταν μια θέση στο Βέλγιο. Αλλά τότε ήταν που σκέφτηκα ότι εγώ αυτό που πραγματικά ήθελα να κάνω ήταν να γίνω ηθοποιός και αν δεν το δοκιμάσω θα μου μείνει απωθημένο. Οπότε αποφασίζω να πάω σε μια δραματική σχολή έστω για να το δοκιμάσω. Θα υπάρχει κάποιος άνθρωπος εκεί να μου πει αν όντως κάνω γι’ αυτό, τουλάχιστον αν δεν κάνω να το ξέρω, να πω εντάξει το δοκίμασα, δεν κάνω γι΄ αυτό, θα κάνω κάτι άλλο, αλλά κλείνει αυτό το κεφάλαιο και το αποδέχομαι. Επιστρέφω λοιπόν στην Ελλάδα, δίνω εξετάσεις και μπαίνω στη δραματική σχολή του Ωδείου Αθηνών και τέλος, είχα βρει αυτό που έψαχνα και δεν ξανακοίταξα πίσω ποτέ. Παρότι η πραγματικότητα σε προκαλεί να μετανιώσεις, γιατί όντως στο επάγγελμα αυτό όλα είναι δύσκολα, κυρίως τα οικονομικά είναι δύσκολα… Αλλά, ξέρω ότι αυτό που κάνω είναι αυτό που μου αρέσει και δε θα μπορούσα να κάνω οτιδήποτε άλλο πέραν αυτού.

Διαβάζω εδώ πως μεταξύ άλλων κάνεις capoeira και κάπου ενδιάμεσα σε όλα αυτά έχεις πάρει μέρος και ως χορευτής σε μια τελετή αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων;
Τελευταία έχω αφήσει λίγο την capoeira, κυρίως λόγω χρόνου και ναι η αλήθεια είναι ότι το έχω κάνει και αυτό, έχω πάρει μέρος στην τελετή αναβίωσης αυτή, χορευτής πάντως δεν είμαι σίγουρα! Θα γελάει ο κόσμος αν το ακούσει…
Παρόλα αυτά, τα τελευταία χρόνια συνεργάζεσαι με την «Ορχήστρα των Μικρών Πραγμάτων» των Χρήστου Θεοδωρίδη και Ξένιας Θεμελή, μια ομάδα που δίνει μεγάλη έμφαση στην κινησιολογία και στις χορογραφίες, της οποίες επιμελείται η Ξένια.
Η πρώτη μου επαφή με την ορχήστρα ήταν το 2016, όταν έκανα μια αντικατάσταση ενός ηθοποιού σε μια παράσταση στον Άμλετ που είχαν ανεβάσει τότε τα παιδιά. Εγώ έκανα τον Οράτιο. Η παράσταση είχε μια ασύλληπτη χορογραφία, στην Ορχήστρα σίγουρα δεν έχει ξαναυπάρξει τέτοια χορογραφία και δεν ξέρω αν έχει υπάρξει ξανά σε ολόκληρο το ελληνικό θέατρο τέτοια χορογραφία. Δεν ήταν σαν τις άλλες που μετράς 8άρια κλπ. Κάθε νούμερο που μέτραγες ήταν και άλλη κίνηση και έπρεπε να είσαι συντονισμένος με τους άλλους, να περπατάτε μαζί, να κάνετε ταυτόχρονες κινήσεις, μετρούσαμε κάτι 67άρια, 68άρια. Η οποία όμως χορογραφία ήταν καταπληκτική, δηλαδή αν το έβλεπες, έμενες με το στόμα ανοιχτό. Και η Ξένια και ο Χρήστος και η Ιζαμπελα, ο πυρήνας δηλαδή της Ορχήστρας των Μικρών Πραγμάτων είναι φοβεροί. Έχουν ταλέντο, έχουν σοβαρότητα, έχουν αισθητική, έχουν και σωστή αντιμετώπιση και σκέψη. Και χαίρομαι πραγματικά πολυ που ανήκω στους σταθερούς τους συνεργάτες και μπορώ και εξελίσσομαι μαζί τους.
Πες μας κάτι άλλο που δεν ξέρουμε για εσένα. Τι αγαπάς, τι μισείς, κάτι που θα ήθελες να ήταν αλλιώς.
Λοιπόν, ανάμεσα σε βουνό και θάλασσα, προτιμώ θάλασσα ξεκάθαρα. Μου αρέσει πολύ να κάνω ποδήλατο. Αγαπώ πάρα πολύ τα ταξίδια και νομίζω πως είναι το καλύτερο πράγμα που μπορεί κάποιος να κάνει, να ταξιδεύει και να γνωρίζει νέα μέρη, νέες κουλτούρες. Σου ανοίγει το μυαλό το ταξίδι. Θα ήθελα να αλλάξω πολλά πράγματα στην ζωή και στην πραγματικότητα, όπως για παράδειγμα τις κοινωνικές ανισότητες, ξεκινώντας και από τον εαυτό μου τον ίδιο, όχι ότι δεν είμαι ευχαριστημένος με αυτό που είμαι αλλά ακόμα και σε εμάς τους ίδιους κάποιες αλλαγές μπορούν να γίνουν πάντα. Ας πούμε και σε επίπεδο σκέψης, επειδή έχουμε μεγαλώσει σε μια εντελώς πατριαρχική κοινωνία, αναγκαστικά μας έχει αφήσει πολλά κατάλοιπα και αντιλήψεις που έχουν εντυπωθεί και σε εμάς και προσπαθούμε να τις αποβάλλουμε. Το παλεύω κι εγώ και βελτιώνομαι μέρα με τη μέρα. Θα ήθελα να υπάρχει μεγαλύτερη ενσυναίσθηση στον κόσμο. Θα ήθελα να υπάρχει μεγαλύτερη αξιοπιστία στις προθέσεις των ανθρώπων, γιατί όλα στον κόσμο αυτό γίνονται από ανθρώπους για ανθρώπους και δυστυχώς απ’ ότι φαίνεται παντού και πάντα οι άνθρωποι είναι διεφθαρμένοι.

Έχεις ήδη χαράξει μια μεγάλη διαδρομή στο θέατρο και φέτος σε βλέπουμε, προς το παρόν τουλάχιστον, να παίζεις σε δύο παραστάσεις διαφορετικού ύφους που συζητήθηκαν πολύ τις προηγούμενες χρονιές και συνεχίζουν και φέτος, μιλάμε φυσικά για το «Συνέδριο για το Ιράν» και το «Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου». Θες να μας συστήσεις τις δύο αυτές παραστάσεις;
Ας ξεκινήσω με το «Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου» που είναι και η πρώτη που είχαμε ανεβάσει χρονικά σε σχέση με το Συνέδριο. Πρόκειται για έναν αυτοβιογραφικό μονόλογο του Γάλλου συγγραφέα Εντουάρ Λουί, όπου σαν παιδί μιλάει στον πατέρα του και προσπαθεί να αναμοχλεύσει μνήμες σχετικά με τον τρόπο που μεγάλωσε ο ίδιος όντας ομοφυλόφιλος και ο πατέρα τους όντας καταπιεστικός και σε κάποιο βαθμό κακοποιητικός – κυρίως με το λόγο- και σίγουρα μη αποδεχόμενος την επιλογή του γιου του και προσπαθεί να βρει το τι πήγε λάθος με τη σχέση τους. Το ενδιαφέρον είναι ότι το κείμενο αυτό ξεκινάει έτσι αλλά καταλήγει να γίνεται τελείως πολιτικό από την άποψη ότι ο συγγραφέας συνειδητοποιεί πως ο πατέρας του ήταν κομμάτι μιας συγκεκριμένης τάξης, η οποία φρόντισε να μην τον μορφώσει, να του δώσει συγκεκριμένα πατριαρχικά στερεότυπα και να τον κάνει τελικά εκείνον τον άνθρωπο που ήταν, ένας μη υποστηρικτικός πατέρας για το γιο του. Και ενώ ξεκινάει ως ένα δριμύ κατηγορώ για τον πατέρα του, στο τέλος τον καταλαβαίνει και κατανοεί πως δεν έφταιξε εκείνος για το τι άνθρωπος είναι και πως υπάρχει ακόμα χρόνος να αλλάξει αυτό που είναι. Και τελικά αναγνωρίζει ότι ο πατέρας του καταλαβαίνει και κάνει κάποια βήματα για να αλλάξει. Εμείς στην παράσταση, είχε μια σκέψη ο Χρήστος, να είμαστε δύο άτομα, αντί για ένας, εγώ και ο Ντένης Μακρής και κάνοντας αυτό έχεις πάντα στη σκηνή και την άλλη πλευρά, δηλαδή όταν μιλάει ο γιος βλέπεις και τον πατέρα και το αντίστροφο ή τη μητέρα, ή τον αδερφό, ή τον περίγυρο, γιατί αναφέρονται κι άλλοι στο έργο. Και οι ρόλοι μας εναλλάσσονται συνεχώς και χωρίς να το καταλάβουμε, κατάφερε ο Χρήστος να φέρει πάνω στη σκηνή όλο τον κόσμο και όχι μόνο τον άνθρωπο που μιλάει. Είχε έρθει μάλιστα και ο ίδιος ο Λουί και είχε δει την παράσταση και του είχε κάνει εντύπωση αυτό το εύρημα.
Επίσης, ο ίδιος ο Λουί έχει παίξει αυτή την παράσταση σε σκηνοθεσία του Οστερμάιερ στη Θεσσαλονίκη. Ήταν μόνος επί σκηνής, είχε τη γραφομηχανή του και μίλαγε ουσιαστικά στον πατέρα του.
Το «Συνέδριο για το Ιράν» απ’ την άλλη ξεκινάει ως ένα πολιτικό θέμα και καταλήγει πιο φιλοσοφικό και υπαρξιακό, το τι είμαστε και το πως οργανώνουμε τον κόσμο γύρω μας. Αυτό το έργο έχει μια κανονική δομή συνεδρίου, υπάρχουν οι ομιλητές, ο εισηγητής των ομιλητών που αυτόν κάνω εγώ. Ο κάθε σύνεδρος, όπως και ο εισηγητής απευθύνονται προς το κοινό, οπότε είναι ένα έργο που ουσιαστικά το κοινό συμμετέχει στην παράσταση. Και εγώ όντας στη θέση του εισηγητή και έχοντας πάντα τα μάτια μου απέναντι προς τους θεατές, βλέπω πως το κοινό κάπως εκτιμάει το γεγονός ότι τους συμπεριλαμβάνουμε όντως στο έργο, σαν να παρακολουθούν ένα συνέδριο, προσπαθεί δηλαδή ο καθένας μας να τους πείσει και τους δείχνουμε ότι μας ενδιαφέρει η γνώμη τους. Ούτως ή άλλως η παράσταση είναι ανοιχτή σε ερωτήσεις και καλεί το κοινό αν θέλει να ρωτήσει τους ομιλητές. Και αυτό ήταν μια πρόκληση, γιατί όλο το έργο είναι μια συνεχής εναλλαγή ανθρώπων που σου μιλούν ο ένας μετά τον άλλον, δεν υπάρχουν ούτε θεατρικά εφέ, ούτε σκηνικά, ούτε πλοκή και όμως νιώθεις πως οι θεατές με έναν τρόπο μας ευχαριστούν, νιώθουν πως είναι μια παράσταση που τους λαμβάνει υπόψη. Έχει τύχει μάλιστα παράσταση που το κοινό ρωτούσε συνεχώς και η παράσταση τελικά κράτησε τέσσερις ώρες. Και η πρόκληση είναι ότι εκεί πρέπει να απαντήσεις ως ρόλος, όχι ως ο εαυτός σου, πρέπει να υπερασπιστείς το ρόλο σου, χωρίς να έχεις τα βιώματά του, πρέπει να μπεις κυριολεκτικά στη θέση του και να φανταστείς τι θα απαντούσε εκείνος. Και ο τρόπος που δουλεύουμε με το Χρήστο βασίζεται ακριβώς εκεί, όχι μόνο στο να μάθεις τα λόγια, αλλά να ψάξεις τη σκέψη πίσω απ’ τα λόγια, δηλαδή το τι σκέφτεται αυτός ο άνθρωπος για να πει αυτά τα λόγια. Άρα, για να φτάσεις να αρθρώσεις αυτά τα λόγια έχεις πραγματικά σκεφτεί πάρα πολύ πάνω σε αυτά και έτσι στην πραγματικότητα μπορείς να απαντήσεις.
Έχοντας παίξει το «Συνέδριο για το Ιράν» και στο ΠΛΥΦΑ και στο Θέατρο Πορεία και στο Metropolitan της Θεσσαλονίκης, ήθελα να σε ρωτήσω αν ο χώρος παίζει ρόλο στην παράσταση και αν αυτή αλλάζει και προσαρμόζεται από και σε αυτόν;
Σίγουρα παίζει ρόλο ο χώρος, για παράδειγμα στο ΠΛΥΦΑ είναι πιο μεγάλος ο χώρος της σκηνής και επειδή στο τέλος υπάρχει ο χορός, είναι πιο εύκολο για εμάς να κάνουμε τη χορογραφία. Επίσης για το χώρο του ΠΛΥΦΑ είχε αρχικά στηθεί η παράσταση άρα αξιοποιείται πλήρως εκεί η σκηνή, ήταν καλύτερα τα φώτα, είχε δηλαδή συνολικά μια καλύτερη εικόνα. Τώρα σε σχέση με τους θεατές, στο Πορεία ήταν πιο αρένα, περισσότερος κόσμος, αμφιθεατρικά γύρω μας, είχε άλλη ενέργεια και εμένα μου άρεσε αυτό, έμοιαζε πιο πολύ σαν συνέδριο. Στο δε Metropolitan, μπορεί να είναι μια τεράστια αίθουσα με την πλατεία στην ευθεία, οπότε οι πίσω θεατές είναι πραγματικά μακριά σου, ωστόσο η σκηνή είναι λίγο υπερυψωμένη σ΄ ένα μικρό βάθρο και το ύψος αυτό κάτι διαφορετικό έδινε στην παράσταση, παρότι δεν υπήρχε η εγγύτητα του Πορεία ή του ΠΛΥΦΑ. Να σου δώσω ένα άλλο παράδειγμα, το «Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου» το στήσαμε στο ΠΛΥΦΑ και αφού ανέβηκε εκεί μετά πήγαμε στο Θέατρο Προσκήνιο. Εγώ το προτιμούσα στο ΠΛΥΦΑ για έναν πολύ συγκεκριμένο ρόλο, καθώς σε κάποια φάση στο έργο ανοίγω την πόρτα και βγαίνω έξω και στο ΠΛΥΦΑ έβγαινα όντως έξω, στο προαύλιο, στον ανοιχτό χώρο, ήταν όντως έξω και για μένα και για το κοινό, έβλεπες έξω πεταμένες παλέτες, τα δέντρα, τη βροχή. Ήταν πραγματικά έξω. Στο Προσκήνιο άνοιγα την πόρτα και πήγαινα στο παρασκήνιο, ήταν το ψέμα. Ήταν ίσως πιο ωραίο εκεί το έργο, γιατί ήταν πιο μαζεμένο, πιο σινεμασκόπ στο Προσκήνιο, αλλά εγώ προτιμούσα το ΠΛΥΦΑ γιατί είχε αυτό το χαρακτηριστικό, ανοίγω την πόρτα, βγαίνω έξω και παίρνω αέρα. Οπότε ο χώρος παίζει ρόλο στην παράσταση.

Με βάση την πλούσια θεατρική σου εμπειρία, έχεις εντοπίσει τα χαρακτηριστικά εκείνα που όταν τα διαθέτει μια παράσταση ο κόσμος θα την αγαπήσει;
Πιστεύω πως το βασικότερο είναι το θέμα του έργου να έχει να πει κάτι στο σήμερα, εδώ και τώρα, χωρίς να σημαίνει ότι είναι ένα νέο έργο που γράφτηκε τώρα, μπορεί να είναι του Σαίξπηρ, αλλά κάτι να έχει να πει που να αφορά στο σήμερα και να μην είναι κάτι απλά μουσειακό ή κάτι να κάνουμε για να κάνουμε θέατρο. Και όπως είπα πριν, πιστεύω πως ο κόσμος εκτιμά την ειλικρίνεια των προθέσεων, το ότι δε σε κορόιδεψε ο άλλος, δεν ήθελε απλώς να ανεβάσει κάτι για να σου πάρει τα λεφτά. Και ο κόσμος αντιλαμβάνεται και εκτιμά το πόση δουλειά έχει πέσει πίσω από αυτό που βλέπει, ασχέτως αν θα αρέσει ή όχι σε κάποιον -αυτό άλλωστε είναι κάτι πολύ υποκειμενικό- κανείς δεν έχει συμβόλαιο με την επιτυχία… Αλλά μπορεί να τύχει να δεις μια παράσταση που να μη σου άρεσε, αλλά αντιλαμβάνεσαι αν όντως έχουν δουλέψει πολύ γι’ αυτή ή όχι.
Με ποια κριτήρια επιλέγεις τη συμμετοχή σου σε μια παράσταση; Αποζητάς έργα που να έχουν κοινωνικοπολιτικό χαρακτήρα ή απλώς προκύπτουν στο δρόμο σου;
Πρωτίστως θέλω να είναι ένα κείμενο που να έχει να πει κάτι και σε μένα και κυρίως στο κοινό, ειδικά σε αυτή την τραγική κατάσταση που ζούμε τώρα. Θα μπορούσα να πω το ναι και σε κάτι ποιο κλασικό, για να μπορέσω να παίξω έναν από τους ρόλους που όλοι οι ηθοποιοί θέλουμε να κάνουμε, δηλαδή Άμλετ, Ορέστη ή τον Τομ από τον Γυάλινο Κόσμο κλπ. Επίσης, ένα άλλο βασικό κριτήριο είναι το να εμπιστεύομαι τους συνεργάτες της παράστασης και να ξέρω ότι μπορούμε να επικοινωνήσουμε και κοινωνικοπολιτικά, αλλά και θεατρικά, αισθητικά, δηλαδή πάνω στη δουλειά. Αλλά το κείμενο παίζει πολύ μεγάλο ρόλο και ειδικά όταν οι ρόλοι είναι ωραία γραμμένοι. Εμένα αυτό που με τραβάει πολύ στο θέατρο είναι το παραμύθι, μου αρέσει και εμένα να παραμυθιάζομαι, μου αρέσει αυτό στο αντικείμενο της δουλειάς μου, ότι θα πάω στο θέατρο και για τις επόμενες δύο ώρες θα φανταστώ πως είμαι κάποιος άλλος, φαντάσου τώρα όταν οι χαρακτήρες και οι σκηνές είναι καλογραμμένες, θέλεις να το κάνεις, να μπεις μέσα και να παίξεις, με την πολύ παιδική αυτή αίσθηση του παιχνιδιού.
Σε έναν διάλογό του με τον Κεν Λόουτς, ο συγγραφέας του «Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου», Εντουάρ Λουί, αναφέρει πως κάποτε θεωρούσε πως οι κυβερνόντες δε γνωρίζουν τι ακριβώς συμβαίνει στην κοινωνία, αργότερα λέει ο Λουί κατάλαβα πως έκανα λάθος, γνωρίζουν πολύ καλά τι συμβαίνει και το ερώτημα είναι εφόσον γνωρίζουν, γιατί κυβερνούν με τον τρόπο που κυβερνούν. Ποιες είναι οι δικές σου σκέψεις πάνω σε αυτό το θέμα;
Σίγουρα γνωρίζουν, αλλά νομίζω πως δεν τους νοιάζει. Γνωρίζουν πολύ καλά τι συμβαίνει, σαφώς όχι βιωματικά, καθώς μιλάμε για ανθρώπους που προέρχονται από διαφορετικά περιβάλλοντα. Για παράδειγμα στο «Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου» υπάρχει μία ατάκα που λέει ότι ο Μακρόν ανακοίνωσε κάποτε στη Γαλλία ότι κόβει πέντε ευρώ το μήνα από το επίδομα δίνεται στις πιο αδύναμες ομάδες και μάλιστα το διευκρίνισε δημοσίως λέγοντας πως πέντε ευρώ δεν είναι τίποτα. Και τότε ο Λουί λέει στον πατέρα του “…δε σε ξέρει, γι’ αυτό το λέει…”. Υπάρχουν άνθρωποι γύρω μας για τους οποίους τα πέντε ευρώ το μήνα είναι πολύ σημαντικά. Δυστυχώς όμως πάντοτε μια ελίτ κυβερνάει τον κόσμο, δεν το νιώθει αυτό, δεν το γνωρίζει βιωματικά, αλλά σίγουρα ξέρουν τι συμβαίνει στις άλλες τάξεις της κοινωνίας, γιατί το ζήτημα είναι σαφώς ταξικό και απλά δε νοιάζονται. Και δυστυχώς ζούμε και εμείς σε μια κοινωνία που ούτε πολιτικά είμαστε ιδιαίτεραμορφωμένοι, οπότε είμαστε πάντα στη λογική του να δούμε αν βγαίνουμε, να περάσουμε κα αυτό το μήνα,, να σφίξουμε το ζωνάρι και οι κυβερνήσεις το τεντώνουν όσο πάει το σκοινί, μέχρι να πέσει η μία και να έρθει η επόμενη. Ή για παράδειγμα στην Αμερική που κυβερνάειο Τραμπ, όχι μόνο δεν τον νοιάζει, αλλά έχει δημιουργήσει και έναν τύπο πολιτικού, ο οποίος είναι αποδεκτό να λέει και να κάνει πράγματα, τα οποία πέντε χρόνια πριν δεν ήταν αποδεκτό να τα αρθρώνει ο πρόεδρος των ΗΠΑ. Τώρα όμως είναι ΟΚ. Και αυτός ο τύπος προκλητικού πολιτικού λόγου αρχίζει και αντιγράφεται μετά και στις υπόλοιπες χώρες, ακόμα και εδώ στην Ελλάδα. Αλλά δεν είναι ΟΚ το να συμβαίνει αυτό, δεν είναι αποδεκτός αυτός ο λόγος, δεν μπορεί να είναι αυτά στην ατζέντα της συζήτησης. Πότε χάσαμε το μέτρο; Οπότε συνοψίζοντας, καταλαβαίνουν και γνωρίζουν πολύ καλά τι γίνεται στην κοινωνία, αντιλαμβάνονται πλήρως τον αντίκτυπο των πράξεων τους, αλλά αδιαφορούν.

Μίλησέ μας για τα μελλοντικά σου σχέδια, τι ετοιμάζεις για το προσεχές διάστημα;
Ναι, κάτι ετοιμάζουμε με τον Χρήστο, δεν έχουμε ξεκινήσει πρόβες ακόμα, είναι ένα σύγχρονο έργο, η Ιεροτελεστία του Γκιγιώμ Πουά, που θα ανεβάσουμε στο Εθνικό Θέατρο από Γενάρη. Το κείμενο ουσιαστικά βγήκε μέσα από συνεντεύξεις που έκανε ο συγγραφέας στην περίοδο της καραντίνας και μάλιστα στις συνεντεύξεις αυτές δεν υπήρχε κοινό θέμα, απλώς προέκυψε ως κοινός άξονας όλων αυτών των συνεντεύξεων ο θάνατος και η απώλεια. Σίγουρα κάτω απ’ όλα αυτά θα υπάρχει κάποιο πολιτικό υπόβαθρο, αλλά για παραπάνω λεπτομέρειες θα πρέπει να τα ξαναπούμε αφού ξεκινήσουμε τις πρόβες.
Στο Παλκοσένικο αγαπάμε πολύ να συλλέγουμε θεατρικές ιστορίες που έλαβαν χώρα είτε πάνω στη σκηνή, είτε πέριξ αυτής, στα καμαρίνια, στα παρασκήνια, στην πλατεία, στο φουαγιέ… Στιγμές που δε φωτίστηκαν από τους προβολείς μα έμειναν χαραγμένες στη μνήμη των πρωταγωνιστών τους. Έχεις κάποια τέτοια ανάμνηση που να ξεχωρίζεις και που θα ήθελες να μοιραστείς μαζί μας;
Θα σου πω δύο ιστορίες που συνέβησαν στην Κύπρο όταν παίζαμε το Ρωμαίος και Ιουλιέτα για δύο του Κώστα Γάκη. Η μία ήταν όταν είχε έρθει στο θέατρο ένα αγοράκι από την τουρκοκυπριακή πλευρά, που ήθελε να γίνει ηθοποιός και εκεί δυστυχώς δεν μπορούσε, δεν είχαν θέατρα και σχολές, μάλιστα ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε το παιδί θέατρο και είχε έρθει μετά στα καμαρίνια και έκλεγε απ’ τη χαρά του, παρότι δεν καταλάβαινε καν τη γλώσσα.
Και στην ίδια παράσταση, είχαμε κάνει μια βραδιά για τυφλούς. Οι άνθρωποι ακούγανε την παράσταση και παράλληλα τους είχαμε φτιάξει ένα βιβλίο στον κώδικα Μπράιγ που διαβάζοντας το καταλάβαιναν τι συμβαίνει στη σκηνή, τους έλεγε για παράδειγμα “τώρα ο Ρωμαίος βγαίνει από εκεί, ανεβαίνει τα σκαλιά και μπαίνει στη σκηνή κλπ. Και πριν την έναρξη της παράστασης είχαν έρθει νωρίτερα στο θέατρο και τους ανεβάζαμε έναν-έναν στη σκηνή και αγγίζανε εμάς και τα σκηνικά, για να μπορούν να σχηματίσουν εικόνες στο μυαλό τους για το πως είναι όλο αυτό που θα ακούσουν. Και εκείνη τη στιγμή καταλάβαινες πως αυτό που κάνεις είναι κάτι πραγματικά πολύ σημαντικό για κάποιον και πως αξίζει που το κάνεις, δεν είναι για να θρέψεις τη δική σου αυτοεκτίμηση.
Γιώργο σ’ ευχαριστώ πολύ για την όμορφη κουβέντα μας, ήταν μεγάλη χαρά για εμάς να σε έχουμε σήμερα στη συντροφιά του Παλκοσένικου και σου ευχόμαστε ολόψυχα κάθε καλό τόσο σε προσωπικό, όσο και σε καλλιτεχνικό επίπεδο.
Διαβάστε εδώ περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση “Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου”
Διαβάστε εδώ περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση “Το Συνέδριο για το Ιράν”

