Επιμέλεια Συνέντευξης: Άννα Βαμβακάρη
Σήμερα στο Παλκοσένικο έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε τον ηθοποιό και σκηνοθέτη, Γιώργο Πετρούνια και να κουβεντιάζουμε μαζί του με αφορμή την
παράσταση “Ψυχάρης – Το Ταξίδι μου” που ανεβαίνει στο Θέατρο Μεταξουργείο και της οποίας ανέλαβε τη θεατρική διασκευή και τη σκηνοθεσία, αλλά και πρωταγωνιστεί.
Κύριε Πετρούνια, σας καλωσορίζω στο Παλκοσένικο. Πήρατε την απόφαση να ανεβάσετε για πρώτη φορά στο θέατρο το κείμενο “Το Ταξίδι μου” του Γιάννη Ψυχάρη. Τι ξεχωρίσατε σε αυτό το κείμενο;
Καλώς σας βρίσκω. Ναι, είναι η πρώτη φορά που ανεβαίνει «Το Ταξίδι μου» στο θέατρο. Αυτό που ξεχώρισα στο κείμενο και που με ώθησε στην επιλογή του, να το διασκευάσω και να το σκηνοθετήσω, είναι η αγάπη του Ψυχάρη για τη γλώσσα που μιλάμε και ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο αυτή η αγάπη εκφράζεται στο έργο του. Αφιέρωσε στην υπεράσπιση της δημοτικής πάνω από σαράντα χρόνια από τη ζωή του και χάρη στον αγώνα του και την επιρροή, που είχε στην ανάπτυξη του δημοτικιστικού κινήματος, ανατράπηκε τελικά το παράλογο και ελιτίστικο καθεστώς της καθαρεύουσας. Το έργο αυτό του Ψυχάρη αποτελεί το πρώτο πεζό λογοτέχνημα στην ελληνική λαϊκή γλώσσα.
Πόσο σημαντική θεωρείτε τη συζήτηση γύρω από τη γλώσσα σε μια περίοδο που η αξία της γλώσσας απαξιώνεται και μεγάλο μέρος των νέων δεν απέκτησε ποτέ την ικανότητα να μπορεί να εκφραστεί ορθά στη μητρική του γλώσσα και πλέον συνομιλεί με τη χρήση των “greeklish”;
Πιστεύω ότι η συζήτηση σχετικά με τη γλώσσα είναι σημαντικότατη. Να καταλάβει κάποιος πώς μιλάει, με ποια γλώσσα επικοινωνεί και εκφράζει τις σκέψεις του, να αποκτήσει μια στέρεη ικανότητα στη χρήση της, στην προφορική και στη γραπτή της μορφή, είναι απαραίτητα για μια ολοκληρωμένη επαφή με τους συνανθρώπους του είτε στην προσωπική είτε στην επαγγελματική, γενικότερα στην κοινωνική του ζωή. Σχετικά με τη χρήση των greeklish, παρόλο που με ξενίζει και δε μου αρέσει ούτε εμένα, σύμφωνα με τη γλωσσολογία αυτή η χρήση δεν συστήνεται αλλά σε καμία περίπτωση δεν απαξιώνει τη μητρική μας γλώσσα. Είναι ένα είδος φωνητικής ορθογραφίας, που σε μερικές περιπτώσεις μπορεί ακόμη και να συμβάλλει στη διάδοση των ελληνικών στον υπόλοιπο κόσμο (εκτός Ελλάδας).
Πείτε μας λίγα λόγια για το έργο και το ρόλο σας σε αυτό;
Το έργο θα έλεγα ότι είναι μια ομολογία αγάπης και γνώσης σχετικά με την αλήθεια που φέρει η λαϊκή γλώσσα. Παράλληλα μας μιλά για το απέραντο πλάτος και βάθος της ζωής και τις ομορφιές της και πώς κάποιος τις υπερασπίζεται μέσα από τον αγώνα για την ελευθερία, την ισότητα και την αδερφοσύνη μεταξύ των ανθρώπων. Παίζω λίγο στο έργο, έναν θαυμαστή του έργου του Ψυχάρη. Αφήνω και μια μικρή έκπληξη για εκείνους που θα έρθουν να δουν την παράσταση.

Στη σκηνή θα υπάρχει ζωντανή μουσική, κάτι που συνηθίζετε στις παραστάσεις σας, Πόσο απαιτητική είναι αυτή η συνθήκη και τι προσφέρει στο εικαστικό αποτέλεσμα;
Έχει αρκετή δουλειά και τεχνικές δυσκολίες. Αλλά μου αρέσει πολύ. Έχει σαφώς μια συγγένεια με την πρωταρχική μορφή του θεάτρου. Επίσης, αισθάνομαι ότι προσφέρει μια ζωντάνια και αμεσότητα, όμοια με την ερμηνεία των ηθοποιών.
Τι αποτύπωμα θέλετε να αφήσει αυτό το έργο στους θεατές;
Με τους συνεργάτες μου ηθοποιούς, την Ηλέκτρα Τσακαλία και τον Γιώργο Βούντα, και τους μουσικούς Νίκο Εφεντάκη και τη Σοφία Εφεντάκη, έχουμε εργαστεί τώρα εδώ και τρεις μήνες. Έχουμε ήδη παίξει τέσσερις φορές και το έργο έχει πολύ καλές αντιδράσεις από τους θεατές. Αυτό που προσωπικά θα ήθελα, είναι κάποια πράγματα της παράστασης να δώσουν την αφορμή σε κάποιον να ψάξει ό,τι του τραβήξει το ενδιαφέρον. Για παράδειγμα, είναι μια ευκαιρία ανακάλυψης του έργου του Ψυχάρη και του πλουσιότατου περιεχομένου του.
Έχετε ζήσει και εργαστεί στο Παρίσι, ποια εφόδια που αποκομίσατε φέρατε μαζί σας;
Τα δεκαεπτά χρόνια της ζωής μου στο Παρίσι είχαν όλα αυτά τα συστατικά (θετικά και αρνητικά), που σε κάνουν ώριμο ενήλικα άνθρωπο (και επαγγελματία). Η επιστροφή μου στην Ελλάδα πριν εικοσιτέσσερα χρόνια ήταν μια αποκάλυψη… Νομίζω ότι μαζί με τη γνώση και την ευσυνειδησία, που συνέχισα να χτίζω εκεί, έχω φέρει την ασίγαστη διάθεση για λογική, για αλήθεια και αυθεντικότητα στις σχέσεις μου, είτε προσωπικές είτε επαγγελματικές.
Η ενασχόλησή σας με το Τάι-Τσι-Τσουάν έχει επηρεάσει την οπτική σας για το θέατρο και τη ζωή γενικότερα;
Ναι, βέβαια. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να είναι διαφορετικά; Το τάι τσι τσουάν είναι μια τέχνη, που αν ασχοληθείς μαζί της συστηματικά και σε βάθος χρόνου, σε αλλάζει σαν άνθρωπο και σαν σκηνοθέτη, συγγραφέα ή ό,τι άλλη δουλειά μπορεί να κάνει κάποιος. Κάτι θεμελιώδες, που μου έχει εμφυσήσει, είναι ο απόλυτος, θα έλεγα, σεβασμός για τη ζωή. Για τους ανθρώπους. Για τα ζώα. Για το περιβάλλον. Επίσης, στο σημερινό κοινωνικό πλαίσιο, που αυτός ο σεβασμός πολύ συχνά απουσιάζει, το τάι τσι τσουάν βοηθάει πολύ για να συνεχίζεις να ζεις με αξιοπρέπεια και χαρά, χωρίς να πτοείσαι από τις όποιες αρνητικές συνθήκες, βρίσκοντας απτές λύσεις στα προβλήματα που εμφανίζονται διαρκώς μπροστά σου.

Στο Παλκοσένικο αγαπάμε τις θεατρικές ιστορίες, είτε διαδραματίστηκαν πάνω, είτε πίσω από τη σκηνή. Έχετε κάποια ανάμνηση που ξεχωρίζετε και θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας;
Πριν λίγες μέρες, μια φίλη από το λύκειο μου έστειλε μια φωτογραφία: Ήμουν δεκαπέντε χρόνων, μέλος του θεατρικού ομίλου. Ο καθηγητής μας Κώστας Γεωργουσόπουλος, με μακιγιάρει για το ρόλο του δασκάλου πριν την παράσταση «Το προξενιό της Αντιγόνης», σε κείμενο του Βασίλη Ζιώγα. Την επόμενη χρονιά ανεβάσαμε το έργο «Η αγγελία» του Γιώργου Σκούρτη. Αυτά τα δυο χρόνια μαθητείας ήταν μοναδικά. Θυμάμαι έναν άνθρωπο ευφυή, γεμάτο γνώση αλλά και σεβασμό για τις προσωπικότητές μας. Μια αστείρευτη πηγή έμπνευσης. Πριν ένα χρόνο ακριβώς, στις 6 Δεκεμβρίου 2024, έφυγε από τη ζωή. Αιωνία του η μνήμη! Σας ευχαριστώ πολύ.

