Κουβεντιάζοντας με τον Κώστα Τριανταφυλλίδη

Επιμέλεια Συνέντευξης: Διονύσης Μαλαπέτσας

 

Σήμερα το Παλκοσένικο έχει τη μεγάλη χαρά και τιμή να φιλοξενεί τον αγαπημένο τραγουδιστή Κώστα Τριανταφυλλίδη και να κουβεντιάζει μαζί του, με αφορμή την παράσταση «Το μεγάλο μας Τσίρκο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη, σε σκηνοθεσία Πέτρου Ζούλια, που ανεβαίνει από Τετάρτη ως Κυριακή στο Θέατρον – Ελληνικός Κόσμος.

 

Κώστα σε καλωσορίζω στο Παλκοσένικο! Φέτος συμμετέχεις σε έναν πολυμελή θίασο, που ξανανεβάζει στη σκηνή, ύστερα από πενήντα και πλέον χρόνια, το εμβληματικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη, «Το μεγάλο μας Τσίρκο», σε πολύ διαφορετικές φυσικά συνθήκες. Πόσο κοντά στην παράσταση των Καρέζη-Καζάκου είναι η σημερινή παράσταση; Έχουν γίνει αλλαγές στο κείμενο ή στα τραγούδια;

Η παράσταση είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό η ίδια, έχουν γίνει κάποιες αλλαγές σύμφωνα με τις ανάγκες και τις προσταγές της εποχής. Όταν ο Καμπανέλλης το έγραψε αυτό και ανέβηκε το 1973, υπήρχε η Χούντα. Ο τρόπος που ξεκινάει το έργο είναι πρώτα από όλα ο Κρόνος που έτρωγε τα παιδιά του, οπότε βασισμένος σε αυτό ξεδιπλώνει όλη την ελληνική ιστορία και φτάνει τότε μέχρι και πριν τη χούντα. Μετά την πτώση της χούντας προστέθηκε ένα κομμάτι, στη μεταπολίτευση, που ξανανέβηκε δεύτερη φορά η παράσταση γιατί αυτό το έργο, για όσους δεν το ξέρουν κυνηγήθηκε πάρα πολύ στη δικτατορία. Μάλιστα φυλακίστηκαν ο Καζάκος και η Καρέζη για αρκετό καιρό. Ξανανέβηκε λοιπόν με την πτώση της χούντας και εμείς πια φτάνουμε τώρα το 2025, που το ανέβασε ο Πέτρος Ζούλιας συμπληρώνοντας κάποια κομμάτια της ιστορίας μας, από τότε μέχρι τώρα. Αυτό λοιπόν είναι το πρόσθετο κομμάτι στο κείμενο. Στα τραγούδια φυσικά δεν μπορείς να κάνεις καμία παρέμβαση, είναι όπως τα έχει γράψει ο Σταύρος Ξαρχάκος και τα λόγια του Καμπανέλλη. Και φυσικά για μας ήτανε μια μεγάλη δοκιμασία όλο αυτό, γιατί πέρα από το ότι αναμετριέσαι με το έργο, το ίδιο που είναι εμβληματικό και πολύ σημαντικής αξίας στο ελληνικό θέατρο, αναμετριέσαι και με αυτούς που μπήκαν σε αυτή τη διαδικασία όχι μόνο ως καλλιτέχνες, αλλά και ως άνθρωποι, γιατί με αυτό το έργο βρήκαν έναν τρόπο να αντισταθούν σε αυτό που συνέβαινε και η αντίσταση τότε ήταν κάτι πάρα πολύ δύσκολο και πάρα πολύ επώδυνο και με τεράστιο τίμημα. Για μένα λοιπόν το πιο σημαντικό είναι αυτό. Το ρόλο που κάνω εγώ, τότε τον έκανε ο Νίκος Ξυλούρης, που μιλάμε κατά τη γνώμη μου για έναν από τους σπουδαιότερους τραγουδιστές. Αλλά δεν αρκεί μόνο να τραγουδάς καλά. Είναι πάντοτε και ο τρόπος που το εκφράζεις. Το περιεχόμενο δηλαδή, γιατί η τέχνη είναι αυτό ακριβώς, πρέπει να έχει μορφή, δηλαδή το μορφολογικό της κομμάτι, αλλά μετράει και το περιεχόμενο, αλλιώς δεν είναι τέχνη. Προσωπικά αυτό το προσέχω πάρα πολύ και μου δίνει μεγάλη ευθύνη απέναντι σε αυτό που κάνω.

 

 

Το «Μεγάλο μας Τσίρκο» είναι ένα βαθιά πολιτικό έργο του Καμπανέλλη, που ανέβηκε από βαθιά πολιτικοποιημένους καλλιτέχνες, με σαφή κομματική τοποθέτηση, που είχαν απόλυτη συνείδηση του που μπορούσε να τους οδηγήσει η επιλογή του ανεβάσματος αυτής της παράστασης το ’72, μεσούσης τηςχούντας. Πόσο σημαντικό θεωρείς οι συντελεστές τέτοιων έργων, πέραν από σπουδαίοι καλλιτέχνες, να κατανοούν το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο ενός έργου ώστε να μπορούν να το αποδώσουν σωστά;

Για μένα είναι το πιο σημαντικό αυτό. Πρέπει να γνωρίζεις πάρα πολύ καλά όλο το πολιτικό κομμάτι. Εγώ είμαι πολύ τυχερός, γιατί είχα είμαι πολύ δυνατή φιλία με τον Κώστα Καζάκο, δουλέψαμε μαζί και στο θέατρο και έτσι έχω μελετήσει το έργο, πριν πολλά χρόνια, πριν ακόμα παίξω σε αυτό, πριν ακόμα μάθω ότι θα πάρω μέρος σε κάτι τέτοιο. Το έργο αυτό φτιάχτηκε γιατί οι άνθρωποι του θεάτρου εκείνης την εποχής ψάχνανε τρόπους για να κρατήσουν το λαϊκό αίσθημα ψηλά, συναντιόντουσαν στα κρυφά, με κίνδυνο και με όλα αυτά που γνωρίζουμε λίγο πολύ, τα δεινά της εποχής, τα χαρακτηριστικά και το μέλημά τους, τόσο του Καζάκου, όσο και της Καρέζη -και έβαλαν σε αυτό το παιχνίδι και τον Καμπανέλλη- ήταν αυτό, το να κρατήσουν το φρόνημα και το ηθικό του κόσμου ψηλά. Για να μπορέσουν πιθανώς με κάθε τρόπο να δημιουργήσουν μια κατάσταση που ίσως θα οδηγούσε σε ένα επόμενο βήμα. Και αυτό για μένα είναι το ζητούμενο στην τέχνη. Δηλαδή αν ένα κομμάτι της δεν έχει αυτή τη λειτουργία, δεν έχει νόημα για μένα, αυτό οφείλει να κάνει η τέχνη. Βεβαίως, υπάρχει και ένα κομμάτι της που μπορεί να είναι λίγο πιο ανέμελο να είναι λίγο πιο αφηρημένο ακόμα. Όμως νομίζω ότι πρέπει βασικά να έχει αυτό το χαρακτηριστικό, ειδικά όταν πρόκειται για πολιτικές καταστάσεις, οι οποίες επί της ουσίας δεν έχουν αλλάξει. Δηλαδή, όλο αυτό που ζούμε είναι μία συνεχόμενη επανάληψη, με διαφορετικούς πρωταγωνιστές, ίσως. Αν λάβουμε υπόψη μας όλα αυτά που έχουν συμβεί τα τελευταία 25 χρόνια και τα έχουμε δει, τα έχουμε ζήσει, ίσως ένας θεατρικός συγγραφέας μετά από μερικά χρόνια γράψει ένα έργο που να έχει σχέση με αυτή την περίοδο, παγκόσμια, όχι μόνο για την Ελλάδα και θα έχει τα ίδια χαρακτηριστικά. Ένα άλλο Τσίρκο…

 

 

Εσύ, είσαι ένας από αυτούς τους ανθρώπους, που πέραν από σπουδαίος καλλιτέχνης, είσαι και ένας πολιτικοποιημένος άνθρωπος, που αγωνίζεται στο οργανωμένο ταξικό κίνημα. Πώς βιώνεις την εμπειρία του να λαμβάνεις μέρος σε αυτό το εμβληματικό έργο του Καμπανέλλη και μάλιστα έχοντας αναλάβει την ερμηνεία των τραγουδιών του Ξαρχάκου, ρόλο που είχε ο σπουδαίος Νίκος Ξυλούρης;

Εμένα ο Νίκος Ξύλουρης με συγκινεί βαθιά, τον ακούω και ανατριχιάζω. Ο Ξυλούρης έχει κάτι πολύ ιδιαίτερο στη φωνή του που όταν τον ακούς είναι σαν να βρίσκεσαι πάνω σ’ έναν βράχο στην Κρήτη ή στις Κυκλάδες και να ακούς λίγο παραπέρα τη θάλασσα και να αισθάνεσαι τη γεύση της αλμύρας. Η φωνή του έχει όλα αυτά τα χρώματα μέσα της. Αυτό συμβαίνει και με άλλους τραγουδιστές, όπως ο Μητροπάνος και ο Μπιθικώτσης, που οι φωνές τους έχουν μέσα τους τα χαρακτηριστικά του τόπου μας. Λίγοι άνθρωποι το έχουν αυτό και σου δημιουργούν ένα μοναδικό αίσθημα. Ο δικός μου ρόλος στο έργο ξεκινάει από το πώς τοποθετώ τον εαυτό μου απέναντι στην κοινωνία. Όχι ως καλλιτέχνης μόνο, πρώτα απ’ όλα ως άνθρωπος, ένας άνθρωπος που αγωνίζεται και θέλει αυτός ο κόσμος να αλλάξει με έναν τρόπο για να είναι πιο δίκαιος. Έχω λοιπόν το βήμα και την πολυτέλεια, εντός εισαγωγικών, να το εκφράζω σε μία σκηνή και να το μοιράζομαι με πάρα πολλούς ανθρώπους με χίλιους ανθρώπους τη μέρα. Οπότε, αισθάνομαι μεγάλη ευθύνη για αυτό και θα πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη μας ότι μπαίνουν εκεί μέσα και κάποια παιδιά, που είναι πολύ νεαρής ηλικίας και που δεν ήξεραν καν την ύπαρξη του έργου. Έρχονται λοιπόν και πρέπει να το προσφέρουμε όσο πιο καλά και πιο σωστά γίνεται.

 

 

Έχουν περάσει τρεις-τέσσερις γενιές από το πρώτο ανέβασμα του έργου. Σε ποιο κοινό απευθύνεται σήμερα το ανέβασμά του; Μπορεί να συνομιλήσει με τις νεότερες γενιές και να τους προσφέρει γνώση για την ιστορία αυτού του τόπου;

Βεβαίως και απευθύνεται η παράσταση οπωσδήποτε στους νέους και στα παιδιά, αλλά και σε όλους αυτούς που ακόμα ίσως δεν έχουν βρει τη δύναμη και τη θέληση να αντισταθούν και να σηκώσουν το ανάστημά τους απέναντι στην αδικία. Το έργο απευθύνεται σε όλους. Ακόμα και σε αυτούς που είτε δεν καταλαβαίνουν, είτε δε θέλουν να καταλάβουν γιατί μιλάμε, γιατί αυτό το έργο κάνει μία κριτική και στην υπάρχουσα κατάσταση. Γιατί αυτό που ζούμε αυτή τη χρονική στιγμή οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια αυτή την κοινωνία στη σήψη. Νομίζω πως είμαστε ήδη μέσα και δυστυχώς πολύ βαθιά. Όμως αν δουν το έργο, ακόμα και αυτοί που μας οδηγούν στη σήψη, ίσως με έναν τρόπο βοηθηθούν κι αυτοί. Η απάντηση είναι λοιπόν ότι τους αφορά όλους, ακόμα και αυτούς που για τους οποίους γράφτηκε.

 

Πώς ξεκίνησε η συνεργασία σου με τον Πέτρο Ζούλια και πως τελικά εντάχθηκες στο θίασο του Τσίρκου; 

Η παραγωγή με πήρε τηλέφωνο το καλοκαίρι, ως τότε δεν ήξερα τον Πέτρο Ζούλια προσωπικά, μόνο ως σκηνοθέτη και μάλιστα είχα δει μια καταπληκτική παράσταση που είχε κάνει με τη Νένα Μεντή, για τη ζωή της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, φαντάσου πως την είχα δει 2-3 φορές, αυτή την παράσταση. Μετά εγώ είχα την τύχη να τραγουδήσω κιόλας στην “Ευτυχία”, την ταινία. Με τον Πέτρο τελικά γνωριστήκαμε το Φθινόπωρο του 2025. Εγώ έχω μια πολύ καλή συνεργασία και πολύ καλή φιλία με τον Νεοκλή Νεοφυτίδη, ο οποίος είναι εδώ και 15 χρόνια στενός συνεργάτης του Σταύρου Ξαρχάκου και στην αναζήτηση του τραγουδιστή της παράστασης, ο Νεοκλής πρότεινε εμένα και ο Ξαρχάκος αμέσως το δέχτηκε και τον ευχαριστώ πάρα πολύ γι’ αυτό, ήταν μεγάλη τιμή για μένα. Έτσι μπήκα στο θίασο και γνώρισα τον Πέτρο, ο οποίος είναι ένας πολύ αξιόλογος και υπομονετικός άνθρωπος.

 

 

 

Πριν λίγα χρόνια τραγουδούσες μαζί με τη Βιολέτα Ίκαρη, την Ανδριάννα Μπάμπαλη και τον Χρήστο Θηβαίο στην υπέροχη μουσικοθεατρική παράσταση «Πώς να σωπάσω», που είχαν φτιάξει ο αείμνηστος Κώστας Καζάκος και η Τζένη Κόλλια, όπου αφηγείτο και τότε την περιπέτεια του ελληνικού λαού στο διάβα της ιστορίας. Τότε ο Κώστας Καζάκος μου είχε πει πως τα δύο αυτά έργα κάπου συναντιούνται και εκκινούν από ίδιες αφετηρίες. Εσύ πώς θυμάσαι τη συνεργασία σου με τον Κώστα Καζάκο και σας είχε πει τότε κάτι αναφορικά με το Μεγάλο μας Τσίρκο;

Έχω στα χέρια μου κάτι που είναι πολύ σημαντικό, ο Κώστας μου είχε εμπιστευθεί όλο το ιστορικό του Τσίρκου γραπτώς και μας τα είχε πει όλα από τότε για το Τσίρκο. Με τον Κώστα κάναμε τεράστιες συζητήσεις, στα πλαίσια τότε της παράστασής μας και μετά. Είχε τρομερό ενδιαφέρον για τη γνώση και ήταν ένας καταπληκτικός συνομιλητής και μάλιστα ότι έλεγε ήταν απόσταγμα βαθιάς ανάλυσης. Έχουμε κάνει ατελείωτες και πολύ ωραίες συζητήσεις με τον Κώστα γύρω από πάρα πολλά και διαφορετικά πράγματα, έχω μάθει από αυτόν πάρα πολλά πράγματα και έχω και καλές αναμνήσεις και σαν καλλιτέχνης μαζί του πάνω στη σκηνή, αλλά και σαν φίλος φυσικά. Όλα αυτά είναι ανεκτίμητα για μένα. Και να σου πω την αλήθεια, ο Κώστας Καζάκος ήταν αυτός που είχε την ιδέα για μια βαθιά πολιτική και συμβολική παράσταση μέσα στη χούντα, αυτός ξεκίνησε το Τσίρκο και μετά βέβαια το έφτιαξαν με την Καρέζη και τον Καμπανέλλη.

 

 

Ο Κώστας Καζάκος, στην ίδια συνέντευξη που μου είχε δώσει τότε, με αφορμή εκείνη την παράσταση, ανέφερε χαρακτηριστικά για σένα: «Το λέει πραγματικά υπέροχα ο Κώστας το τραγούδι αυτό (σ.σ. Ο Φασισμός – Φώντας Λάδης). Δεν είναι μόνο η φωνή, δεν είναι μόνο οι χορδές και οι νότες. Πάνω από όλα έχει ψυχή αυτό το παιδί!».

Πόσο όμορφα και τιμητικά λόγια, τον ευχαριστώ πολύ! Η αλήθεια είναι πως ήταν κάτι που το είχε πει και σε εμένα. Δε μου αρέσει να περιαυτολογώ, αλλά αφού το ανέφερες, θυμάμαι με έπιασε μια μέρα και μου είπε “Κώστα κάνεις κάτι που πολύ λίγοι καλλιτέχνες μπορούν να κάνουν. Αν με ρωτάς, είσαι γεννημένος για αυτό, δεν πρέπει να κάνεις κάτι άλλο πέρα από αυτό. Σε όλα τα χρόνια της διαδρομής μου έχω μάθει πια πως όλοι μπορούν να τραγουδήσουν, όλοι μπορούν να παίξουν, αλλά είμαι πια σίγουρος πως δεν είναι όλοι γεννημένοι για αυτό, εσύ είσαι γεννημένος γι’ αυτό και κοίταξε να μην το αφήσεις, να μην το σταματήσεις ποτέ.”

 

 

 

Έχεις τραγουδήσει σε πολύ διαφορετικές συνθήκες, στα πλαίσια κινηματογραφικής ταινίας, ζωντανά στη σκηνή του θεάτρου, σε πολιτικές εκδηλώσεις και φεστιβάλ, σε συναυλίες και εμφανίσεις σε μουσικές σκηνές, σε ηχογραφήσεις δίσκων. Μια πλούσια καριέρα γεμάτη εμπειρίες. Πόσο διαφορετική είναι -αν είναι- η κάθε συνθήκη και ποια από αυτές αγαπάς περισσότερο; 

Δύσκολη απάντηση γιατί μου αρέσουν όλα με διαφορετικό τρόπο. Ας τα πάρουμε απ’ την αρχή. Εγώ με το θέατρο και τον κινηματογράφο δεν έχω τακτική σχέση, εννοώ με την ίδια συνέπεια που έχω με τις συναυλίες και τις μουσικές σκηνές. Μου αρέσει πάρα πολύ η διαδικασία της ηχογράφησης στο στούντιο, όταν ξεκινάμε να γράψουμε καινούργια τραγούδια ή ακόμα και η διαδικασία της επεξεργασίας κάποιας ηχογράφησης. Στο κομμάτι όμως της εμφάνισης στο κοινό, της έκθεσης, δεν μπορώ να τα ξεχωρίσω. Δηλαδή, την ίδια συγκίνηση μπορεί να μου προκαλέσει το θέατρο που είμαστε τώρα και μια συναυλία που είχαμε κάνει με τον Μητροπάνο, στη Νέα Υόρκη, ας πούμε. Ή μία ακόμα παράσταση που μπορεί να είχαμε κάνει σε μία μικρή μουσική σκηνή που δεν είχε και τόσο πολύ κόσμο. Για μένα αυτό λειτουργεί με έναν περίπου ίδιο τρόπο. Κακά τα ψέματα, δεν είναι το ίδιο να βγαίνεις στο Καλλιμάρμαρο να τραγουδήσεις Μίκη Θεοδωράκη, μπροστά σε 65.000 κόσμο, όμως εσύ πρέπει να το κάνεις ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, όπως στη μικρή μουσική σκηνή των 50 θέσεων. Δε μπορείς να κάνεις δηλαδή έκπτωση, είτε τραγουδάς σε ένα θέατρο 1000 θέσεων, είτε στο Καλλιμάρμαρο που είναι 65.000 οι θέσεις, πρέπει να κάνεις ακριβώς το ίδιο, με την ίδια αγάπη και την ίδια προσήλωση, σε όλες τις περιπτώσεις. Ακόμα και στην «Ευτυχία», ας πούμε, ή στους «Πανθέους» που κάναμε τα τραγούδια και που δε φαίνομαι, δεν είμαι κάπου, η φωνή μου είναι μόνο, δε μπορώ επειδή δε θα φαίνομαι να το κάνω λιγότερο καλά ή να κάνω κάποια έκπτωση, επειδή δεν υπάρχει εκείνη την ώρα ο κόσμος από κάτω.

 

 

 

Στο Παλκοσένικο αγαπάμε να συλλέγουμε ιστορίες και να τις καταγράφουμε σε ψηφιακό χαρτί. Ιστορίες που έλαβαν χώρα είτε πάνω στη σκηνή, είτε πέριξ αυτής, στο φουαγιέ, στα καμαρίνια, στην πλατεία, στα παρασκήνια. Ιστορίες που δεν έτυχε να φωτιστούν από προβολείς, μα κατάφεραν να μείνουν ανεξίτηλες στη μνήμη. Έχεις κάποια τέτοια ιστορία που να σου έχει μείνει χαραγμένη στο μυαλό και να θες να μοιραστείς μαζί μας;

 

Θα σου πω δύο ιστορίες. Η μια είναι η δική μου, η προσωπική ιστορία. Εγώ γεννήθηκα στη Σοβιετική Ένωση, έχω υπάρξει πολίτης σοσιαλιστικής χώρας, το φέρω μέσα μου αυτό και πέρα απ’ το προσωπικό, είναι και το ευρύτερο οικογενειακό μου περιβάλλον που είναι έτσι. Αυτό που θυμάμαι και μου έχει κάνει τρομερή εντύπωση, είναι πως όταν ήρθαμε στην Ελλάδα με τους γονείς μου τη δεκαετία του ’80, ακούγαμε τη λέξη «άγχος» και δεν είχαμε καταλάβει τι είναι. Θυμάμαι τη μάνα μου να μιλάει με μια γειτόνισσα που της έλεγε πως είχε άγχος και η μάνα μου δεν μπορούσε να καταλάβει σαν αίσθημα τι είναι το άγχος. Τελικά, το έμαθε εδώ, αλλά αυτό δεν υπήρχε στη Σοβιετική Ένωση. Έχεις αναρωτηθεί ποτέ πως θα μπορούσε να είναι η ζωή χωρίς άγχος, χωρίς καμία αγωνία και αντικειμενική δυσκολία για την ίδια την επιβίωση. Ήταν για εμάς αυτονόητο, πως το θα μορφωθείς, θα εργαστείς, θα έχεις στέγη και φαγητό, θα πάνε τα παιδιά σου σχολείο και πανεπιστήμιο, αν αρρωστήσεις θα είναι στη διάθεσή σου το νοσοκομείο να σε κάνει καλά, θα σου παρέχουν τα φάρμακα που χρειάζεσαι και όλα αυτά φυσικά δωρεάν για όλους τους πολίτες της.

Η δεύτερη ιστορία συνέβη πριν πολλά χρόνια. Θυμάμαι έναν Ολλανδό, που ήρθε στο τέλος μιας παράστασης και μου είπε “φίλε σε άκουσα, δεν καταλαβαίνω τι λες, αλλά αυτό που λες μου τρυπάει την καρδιά”, φαντάσου να στο λέει αυτό κάποιος που δεν καταλαβαίνει τη γλώσσα. Γιατί όπως έλεγε και ο Καζάκος “ένα αίσθημα είναι μόνο, κανείς δε θα θυμάται τίποτα στο τέλος, παρά μόνο το αίσθημα που του άφησες…”.

 

 

Μέχρι πότε θα ανεβαίνει στη σκηνή του «Θέατρον – Ελληνικός Κόσμος» το «Μεγάλο μας Τσίρκ»ο και ποια είναι τα επόμενά σου σχέδια; Ετοιμάζεις κάτι μουσικά, έναν δίσκο ή συναυλίες για το καλοκαίρι;

Το «Μεγάλο μας Τσίρκο» θα πάει στο «Θέατρον – Ελληνικός Κόσμος» σίγουρα μέχρι το Πάσχα, αν και τώρα συζητούν για παράταση και μετά, κάτι το οποίο ακόμα δεν το γνωρίζουμε επίσημα, είναι υπό συζήτηση. Παράλληλα, τον Μάρτη και συγκεκριμένα τις Δευτέρες, 2 και 16 Μαρτίου, θα εμφανιστούμε με τον Μίνωα Μάτσα στο Vox, οπότε μπορούμε να κάνουμε μια νέα κουβέντα τότε, με μία νέα αφετηρία, για μια εμφάνιση αμιγώς μουσική με τραγούδια και εντελώς άλλα χαρακτηριστικά. Επίσης να πούμε πως ετοιμάζουμε και δίσκους, ο ένας θα είναι η ηχογράφηση του live που κάναμε στο Ηρώδειο με τον Μίνωα για το Ρεμπέτικα, ετοιμάζουμε άλλο ένα με τον Νίκο Ζούδιαρη. Έχω και αρκετές συμμετοχές σε δίσκους άλλων συναδέλφων που ετοιμάζονται να κυκλοφορήσουν. Επίσης, πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε και η ηχογράφηση του live που κάναμε στο ραδιοφωνικό σταθμό «Ελληνικός 93.2», ένα αφιέρωμα στον Άλκη Αλκαίο, αυτή την πραγματικά μεγάλη μορφή, τη σπουδαία προσωπικότητα και τραγουδήσαμε τα έργα του με τον Μίλτο Πασχαλίδη, τη Βιολέτα Ίκαρη, τον Δημήτρη Μπάκουλη, την Μαριάννα Κατσιμίχα.

 

 

Κώστα σε ευχαριστώ πάρα πολύ για τη μεγάλη χαρά και τιμή να σε φιλοξενούμε σήμερα στο Παλκοσένικο και να συζητάμε για το σπουδαίο αυτό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη που ανεβαίνει ξανά στη σκηνή. Σου εύχομαι τα καλύτερα τόσο σε προσωπικό, όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο και θα χαρώ πολύ να τα ξαναπούμε σύντομα! 

Και εγώ σ’ ευχαριστώ πολύ, ελπίζω να μην είπα πολλά και θα χαρώ κι εγώ να τα πούμε ξανά, στην επόμενη δουλειά που θα κάνουμε.

 

Διαβάστε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ.

Δείτε ακόμα