Επιμέλεια Συνέντευξης: Διονύσης Μαλαπέτσας
Το Παλκοσένικο έχει σήμερα τη μεγάλη χαρά και τιμή να φιλοξενεί έναν εκλεκτό και πολυσχιδή άνθρωπο, τον αγαπημένο μας γραφιά Οδυσσέα Ιωάννου, που εδώ και χρόνια βρίσκει συνεχώς νέους τρόπους να μας αφηγείται ιστορίες, μέσα απ’ τους στίχους των τραγουδιών του, μέσα από τα ραδιοκύματα των εκπομπών του, μέσα από τις μουσικοθεατρικές παραστάσεις του, μέσα απ’ τα βιβλία και τα άρθρα του και τώρα τελευταία μέσα από τα νέα εβδομαδιαία podcasts του. Αφορμή για τη σημερινή μας κουβέντα στάθηκε η μουσικοθεατρική παράσταση που ετοίμασαν μαζί με τον Γιώργο Ανδρέου, σε σκηνοθεσία Αστέριου Πελτέκη, “Μαρίκα με είπανε, Μαρίκα με βγάλανε“, που ανεβαίνει κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 20:00, στο Θέατρο Embassy.

Οδυσσέα σε καλωσορίζουμε στο Παλκοσένικο και ξεκινώντας ήθελα να σε ρωτήσω πως και πότε γεννήθηκε η ιδέα του να συναντηθούν για πρώτη φορά επί του πάλκου οι δυο Μαρίκες;
Σε ευχαριστώ πολύ. Ήταν μία ιδέα του Γιώργου Ανδρέου, την είχε χρόνια, μία παράσταση για τα κορίτσια του λαϊκού μας τραγουδιού, του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα. Η ιδέα του ήταν να γραφτούν και καινούργια τραγούδια και να «συνομιλήσουν» με το σπουδαίο υλικό των τραγουδιών των μεγάλων μαστόρων σε έναν πιο σύγχρονο λαϊκό κώδικα.
Μαρίκα Παπαγκίκα και Μαρίκα Νίνου. Δύο γυναίκες πρωτοπόρες από πολλές απόψεις, που ύψωσαν το ανάστημά τους σε δύσκολες εποχές. Θες να μας τις συστήσεις και να μας πεις γιατί επιλέξατε αυτές τις δύο κυρίες για να εκπροσωπήσουν το λαϊκό μας τραγούδι;
Ο Γιώργος τις επέλεξε, θεωρώντας -και μάλλον δικαίως– πως η μία ήταν η «μητέρα» της άλλης. Είχαν και ο δύο δύσκολες και σύντομες ζωές, μεγαλούργησαν με την τέχνη τους σε ένα όχι και τόσο φιλόξενο περιβάλλον και προσφέρονταν οι ζωές τους όχι μόνο για βιογραφικές αναφορές αλλά και για μυθοπλασία.

Κοιτώντας προς τα πίσω, πότε αποκτά τη δική του οντότητα και από που αντλεί τις ρίζες του αυτό που αποκαλούμε ελληνικό λαϊκό τραγούδι;
Χρωστάμε πάρα πολλά στις καταστροφές μας ως λαός. Το τραγούδι δεν θα μπορούσε να μείνει εκτός. Δεν λέω πως πήραμε μαθήματα, δεν υποστηρίζω φυσικά πως καλώς έγιναν -η ζωή είναι πολύ σημαντικότερη από τα τραγούδια- αλλά τόσο η Καταστροφή της Σμύρνης όσο και οι Έλληνες της διασποράς, που αναγκάστηκαν να αφήσουν την Ελλάδα και μετά να επιστρέψουν, μπόλιασαν το τραγούδι μας με αισθήματα, δρόμους, ιστορίες. Το προίκισαν και διεύρυναν την περίμετρό του. Οι ρίζες του θα μπορούσε να πει κανείς πως αρχίζουν από το δημοτικό τραγούδι -όσον αφορά την θεματολογία αλλά και την συμπύκνωση και την απλότητα στον στίχο, την καθαρότητα της αφήγησης και του νοήματος. Φτάνει μέχρι το Βυζαντινό μέλος.
Ο Γιώργος Ανδρέου είπε μια φράση στη συνέντευξη τύπου που δε μπορεί να μείνει ασχολίαστη, πως η Μαρίκα Νίνου ήταν η πρώτη γυναίκα που σηκώθηκε να τραγουδήσει όρθια στο πάλκο, σε κοινωνίες που ήταν (και εν πολλοίς παραμένουν) πατριαρχικές και όπου μέχρι και η γραμματική ήταν ανδρική. Πόσο δύσκολο ήταν για μια γυναίκα να σταθεί σ’ ένα χώρο άκρως ανδροκρατούμενο και μάλιστα περίπου έναν αιώνα πριν;
Βάζω την Νίνου να λέει σε κάποιο σημείο της παράστασης «Ποια γυναίκα που τραγουδάει όρθια κάνει για σπίτι;». Υπάρχουν πράγματα που για μας είναι αυτονόητα, τόσο ως εικόνα αλλά και ως χειρονομία, αλλά στον καιρό τους δεν ήταν καθόλου. Αυτά τα κορίτσια τα έβαζαν να τραγουδάνε για γυναίκες άπιστες, για γυναίκες όμορφες, να τις αποκαλούν «μπαμπέσες» ή «κούκλες», τραγούδια δηλαδή που θα έπρεπε να τα πουν άντρες. Αυτό από μόνο του είναι μία «εργαλοιοποίηση», δεν έδειχναν να νοιάζονται πολύ να τους γράψουν τραγούδια που να μιλάνε για εκείνες. Μέσα σε εκείνη την νοοτροπία, εκείνες έπρεπε όχι μόνο να σταθούν αλλά και αποδείξουν την αξία τους ως προσωπικότητες και όχι απλά ως καλές φωνές. Το να σηκωθούν όρθιες ήταν μία τολμηρή δήλωση.

Με αφορμή την παράσταση γεννήθηκαν 11 νέα τραγούδια που γράψατε εσύ και ο Γιώργος Ανδρέου, μια ευτυχής συγκυρία που θα μπορούσαμε ίσως να συμπεράνουμε πως μπορεί να αποτελέσει ένα νέο δίσκο της Γιώτας Νέγκα και της Κορίνας Λεγάκη;
Από τα έντεκα καινούργια τραγούδια, τα οχτώ είναι σε στίχους του Γιώργου και τα τρία δικά μου. Θα κυκλοφορήσει άμεσα ένα ντουέτο της Γιώτας με την Κορίνα και αργότερα και τα υπόλοιπα.
Με τις δύο αυτές σπουδαίες τραγουδίστριες και τη Νικολέτα Καρρά στην αφήγηση κλείνει το ερμηνευτικό σχήμα της παράστασης, συνοδευόμενο φυσικά από τη ζωντανή εξαμελή ορχήστρα μουσικών, με μαέστρο τον ίδιο τον Γιώργο Ανδρέου. Ήταν δύσκολη διαδικασία για δύο τραγουδίστριες να παίξουν θέατρο και για μια ηθοποιό να τραγουδήσει;
Θεωρητικώς ναι, στην πράξη όχι. Είναι και οι δύο επαρκέστατες στα σημεία που κλήθηκαν να υποστηρίξουν μέρος του κειμένου. Είναι δύο αυθεντικά κορίτσια, δεν χρειάστηκαν καθοδήγηση, το ένστικτό τους του οδήγησε και τους οδήγησε σωστά. Από την άλλη, η Νικολέττα είναι μία πολύ καλή ηθοποιός που γνωρίζει και αγαπάει το ελληνικό τραγούδι – δεν θα γινόταν να ανταποκριθεί αλλιώς- και κάνει και εμφανίσεις ως τραγουδίστρια.

Η Μαρίκα Νίνου δεν είχε κόρη, μα ένα γιο. Οι δε δύο Μαρίκες δε συναντήθηκαν ποτέ στην πραγματικότητα όσο βρίσκονταν εν ζωή. Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για παραποίηση γεγονότων και αναρωτιέμαι τελικά πόση σημασία έχει η “αλήθεια”, ειδικά όταν δε μιλάμε για ρεπορτάζ ή καταγραφή της ιστορίας, αλλά για ανάδειξη κάποιων γεγονότων με δραματουργικό τρόπο, κάτι που προϋποθέτει μυθιστοριογραφικές πινελιές; Εξάλλου για το παραμύθι δε ζούμε όλοι, για το παραμύθι δε φτιάξαμε το θέατρο;
Ήταν η πρώτη κουβέντα που είπα στον Γιώργο όταν μου πρότεινε να γράψω το κείμενο της παράστασης, πως δεν με ενδιαφέρει να φτιάξουμε ακριβείς βιογραφίες -έχει ξαναγίνει- αλλά εφόσον θα το ανεβάσουμε σε θεατρική σκηνή θέλω να παίξουμε με κάποιες θεατρικές συμβάσεις και να πειράξουμε την πραγματικότητα. Μόνο αυτό με γοήτευε, η μυθοπλασία μέσα από τις πραγματικές τους ζωές. Έχει τρεις τέτοιες η παράσταση. Την «κόρη» της Νίνου γιατί ήθελα να είναι μία καθαρά γυναικεία υπόθεση η παράσταση -αλλά και για λόγους πιο ουσιαστικούς που αποκαλύπτονται σιγά σιγά- την συνάντησή των δυο τους -Νίνου και Παπαγκίκα- που δεν συνέβη ποτέ, και μία Τρίτη ανατροπή η οποία ΄όμως επειδή αποκαλύπτεται προ το τέλος της Παράστασης, ας μην την πούμε εδώ.
Πριν λίγες μέρες επανεκδόθηκε από τις εκδόσεις Πατάκη το βιβλίο “Ο Θάνος και ο Μικρούτσικος” που περιέχει τη βιογραφία του Θάνου, όπως προέκυψε μέσα από 24 συναντήσεις σου μαζί του. Τη βραδιά της παρουσίασης ο κόσμος κυριολεκτικά πλημμύρισε το πατάρι του βιβλιοπωλείου Πατάκη. Πως το βιώσατε εσείς που ήσασταν από την άλλη πλευρά του τραπεζιού και αναρωτιέμαι ήταν μόνο δικό μου αίσθημα ή ένιωσες και εσύ πως κάπου εκεί παράμερα καθόταν χαμογελαστός και κάπνιζε την πίπα του κι ο Θάνος;
Και ναι και όχι. Κάποιες φορές θέλω κι εγώ να σκέφτομαι πως είναι παρών, αλλά μην γελιόμαστε, δεν είναι. Ο βαθμός της απουσίας του αλλάζει, δεν είναι πάντα ο ίδιος. Είναι φορές που τον βλέπω και τον ακούω να μιλάει, αλλά είναι και φορές που τον ψάχνω και δεν τον βρίσκω.

Συνεχίζεις ακλόνητος, δεκαετίες τώρα, να προσθέτεις ώρες πτήσης στον ερτζιανό αέρα και να μας συντροφεύεις τα απογεύματα του σαββατοκύριακου απ’ τα μικρόφωνα του Αθήνα 984, χαρίζοντάς μας ιστορίες, στίχους και μουσικές. Θα άλλαζες το δίωρο 4-6 για το παλιό σου 6-8; Επίσης, όταν είσαι ραδιοφωνικός παραγωγός και στιχουργός, αδικείς τα δικά σου τραγούδια παίζοντας τα λιγότερο απ’ όσο τους πρέπει να ακούγονται;
Όχι λιγότερο, καθόλου. Δεν παίζω ποτέ δικά μου τραγούδια. Δεν τα αδικώ. Αν περίμεναν την δική μου εκπομπή για να «δικαιωθούν» και να ακουστούν, τότε θα ήταν πολύ σοβαρό το πρόβλημά τους… Συμφωνώ πως η πιο απογευματινή ώρα θα μου ταίριαζε περισσότερο, αλλά όταν μου έγινε η πρόταση είχα παραστάσεις στο θέατρο και δεν γινόταν, αλλά ο σημαντικότερος λόγος ήταν πως μου προτάθηκε από τον Αθήνα 9.84 να αναλάβω το δίωρο που έκανε επί χρόνια στον σταθμό ο λατρεμένος μου Μάνος Ελευθερίου.
Πριν λίγες εβδομάδες ξεκίνησες να μοιράζεσαι μαζί μας κι άλλες ιστορίες στα νέα σου Podcasts στο News 24/7. Σου αρέσει αυτή η νέα ασύγχρονη επαφή με τον κόσμο και κατά πόσο διαφέρει από μια ραδιοφωνική εκπομπή;
Δεν είμαι καθόλου ακροατής podcast, δεν είχα ακούσει σχεδόν κανένα όταν ξεκίνησα το δικό μου. Με γοητεύει να γράφω και να λέω ιστορίες, κυρίως από εκείνες που δεν μπορεί κάποιος να είναι σίγουρος για την ακριβή ποσόστωση αλήθειας και ψέματος,. Είναι πολύ διαφορετικό από την ραδιοφωνική εκπομπή γιατί στο podcast δεν έχεις το γερό δίχτυ ασφαλείας των καλών τραγουδιών. Ζυγίζεσαι στον αέρα μόνος σου. Εσύ, οι λέξεις σου και η φωνή σου.

Στο Παλκοσένικο αγαπάμε τις ιστορίες και κλείνουμε πάντα τις συνεντεύξεις μας ζητώντας απ’ τους καλεσμένους να μας χαρίσουν μια ιστορία που έλαβε χώρα είτε πάνω στη σκηνή, είτε πέριξ αυτής, στα παρασκήνια, στα καμαρίνια, στην πλατεία, στο φουαγιέ, κάπου που δε φωτίστηκε από τους στημένους προβολείς, μα κάθε ιστορία έχει τη δική της αξία. Εσύ ειδικά, που μας κακομαθαίνεις με τις ιστορίες σου, έχεις κάποια που να θυμάσαι και να θες να τη μοιραστείς μαζί μας;
Φέτος συμπληρώνω δώδεκα χρόνια – με την διακοπή της Καραντίνας. Έχω ανέβει περίπου εξακόσιες βραδιές στην σκηνή -μαζί με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου και εσχάτως και με τον Γιώργο Νταλάρα- και έχουν συμβεί πολλά. Και όμορφα, και λιγότερο όμορφα και συγκινητικά και αστεία. Στο «9:05» υπήρχαν πολλές χιουμοριστικές στιγμές με πρωταγωνιστή κυρίως τον Χρήστο Θηβαίο. Δεν τις είχα γράψει εγώ. Οι περισσότερες ήταν λάθη που κάναμε στην πρόβα και επειδή γελούσαμε, τις κρατήσαμε και στην παράσταση. Σε κάποια πρόβα ο Χρήστος ξέχασε τα λόγια του, και μετά από μισό λεπτό αμηχανίας, γυρίζει και λέει «Να ζει κανείς ή να μη ζει;» όχι όμως γελώντας, σοβαρά σαν να ήταν μέρος του κειμένου. Το κρατήσαμε!

Μαρίκα με είπανε – Μαρίκα με βγάλανε

