Κουβεντιάζοντας με τον Πάνο Αναγνωστόπουλο

Επιμέλεια Συνέντευξης: Κωνσταντίνος Αβράμης

Το Παλκοσένικο έχει σήμερα τη μεγάλη χαρά να φιλοξενεί τον ηθοποιό Πάνο Αναγνωστόπουλο και να κουβεντιάζει μαζί του με αφορμή την παράσταση “Sladek” που ανεβαίνει Δευτέρα και Τρίτη στο ΠΛΥΦΑ.Πάνο Αναγνωστόπουλε, σε καλωσορίζουμε και σε ευχαριστώ που δέχεσαι να απαντήσεις στις ερωτήσεις μου. Η πορεία σου τα τελευταία χρόνια και οι παραστάσεις στις οποίες έχεις συμμετάσχει έχουν προκαλέσει ισχυρό απόηχο στη Θεσσαλονίκη. Εξ άλλου, έχουμε συνεργαστεί και αποτελέσει μέλη της ίδιας ομάδας για περίπου 4 χρόνια.

Παράξενο έργο ο «Σλάντεκ». Πόσο μοιάζει η εποχή στην οποία γράφτηκε με τη δική μας;

Καλπάζουσα φτώχεια, συστηματική επίθεση στην μεσαία τάξη, άνθρωποι που αναγκάζονται να συγκατοικούν για να καταφέρουν να πληρώσουν το ενοίκιο, συντεταγμένη εξαθλίωση της εκπαίδευσης και των εκπαιδευτικών και αφού εκλείπει η παιδεία ανθίζει η βία σε κάθε μορφή της, τραγούδια που ακούνε και χορεύουν ολόπιοτοι νέοι ανεξαρτήτου φύλου τα οποία θέλουν την γυναίκα πουτάνα και τον άντρα αλήτη, άνοδος των ακροδεξιών ή μάλλον για να λέμε τα πράγματα με το όνομα τους νεοφασιστικών κομμάτων πανευρωπαϊκά, πολιτικές και κοινωνικές αναταραχές πόλεμοι,Πρόσφυγες και ξενοφοβία… συγγνώμη μπερδεύτηκα δεν ξέρω ποια αν μιλάω για τον μεσοπόλεμο, για το έργο ή το σήμερα. Ποια ήταν η ερώτηση;

Είσαι ένας από τους ηθοποιούς με βαθειά τεχνική και με συγκεκριμένο τρόπο εργασίας. Θεωρείς ότι αυτό οδηγεί κατ’ ανάγκη και ένα συγκεκριμένο είδος παραστάσεων, ένα όμοιο τελικό αποτέλεσμα;

Τον τελευταίο καιρό έχει αρχίσει και με απασχολεί η αισθητική των πραγμάτων γύρω μου παρατηρώ λοιπόν ότι οι άνθρωποι γενικά και δυστυχώς και οι καλλιτέχνες ειδικότερα δεν τολμούν να έχου τη δικιά τους άποψη στα πράματα. Θυσιάζουν την προσωπική τους αισθητική για χάρη των “trend” και των τάσεων που επικρατούν την ορισμένη περίοδο κάνουν δουλειές μόνο για έχουν δουλειά και νομίζουν ότι επειδή δηλώνουν επαγγελματίες πρέπει να πληρώνονται ενώ στην πραγματικότητα ισχύει το αντίθετο δηλαδή είναι επαγγελματίες επειδή πληρώνονται. Αυτό που κάποιοι ονομάζουν επαγγελματισμό στην τέχνη εγώ το ονομάζω βαθιά ανάγκη για ουσιαστική έρευνα και εμβάθυνση στην τέχνη με την προσωπική μου αισθητική. Η τεχνική βρίσκεται εκεί για να μου δώσει την γλώσσα να εκφράσω όλα τα προηγούμενα και όταν φτάνει στα όρια της σημαίνει πως έφτασε ο καιρός να αναθεωρηθεί και να πάει παραπέρα. ´Οταν σταματήσω να είμαι μαθητής θα σταματήσω να είμαι και ηθοποιός. Όσο για το αποτέλεσμα είναι κάτι το οποίο δεν μπορώ να ελέγξω γιατί είναι πολυπαραγοντικό, συνεπώς δεν μπορώ να ξέρω αν θα είναι ίδιο ή παρόμοιο με κάτι άλλο που έχω κάνει, αλλά αν είναι ίδιο τότε μάλλον κάτι δεν έκανα καλά μιας και στο δικό μου κεφάλι ένα διαφορετικό αποτέλεσμα προϋποθέτει μια βαθιά προσωπική μετακίνηση προς κάτι που θα πάει τα πράγματα παραπέρα, παραμέσα και θα με βάλει σε μια διαδικασία γενικότερης αλλαγής.

Πριν από τον μεσοπολεμικό Sladek, κατέθεσες την πρώτη αμιγώς προσωπική σου δουλειά, τον «Μήδειας Τόπο». Τι σε ελκύει σε ένα έργο, ποια είναι τα στοιχεία που αναζητάς σε ένα κείμενο;

Το ενδεχόμενο της απόλυτης αποτυχίας. Το γεγονός ότι ένα κείμενο είναι πολύ μεγαλύτερο από μένα. Το ότι για να το φτάσω ή μάλλον για να το πλησιάσω πρέπει να σκαρφαλώσω, να ιδρώσω, να σπάσω τα μούτρα μου ξανά και ξανά και παρόλα αυτά να μην τα καταφέρω είναι απίστευτα ηδονικό για μένα. Όσο για το Μήδειας τόπος είναι ένα κράμα παρόρμησης, εμμονών και, ας μου επιτραπεί η έκφραση, καύλας που με οδήγησε να δημιουργήσω ένα τέρας που θα με στοιχειώνει για πολύ καιρό ακόμα και στο οποίο σίγουρα θα επιστρέψω μιας και είναι ένα εν εξελίξει πόνημα.

 

Μιας και έχεις την εμπειρία, πως διαφέρει το κοινό της Αθήνας από το κοινό της Θεσσαλονίκης; Το θεατρικό τοπίο, συνολικά; Σε ποια πόλη θα προτιμούσες να κάνεις θέατρο, αν είχες την επιλογή;

Με πονάς πολύ με αυτή την ερώτηση. Το κοινό της Θεσσαλονίκης όπως και εμείς οι καλλιτέχνες της θεωρώ πως είμαστε πιο απαίδευτοι, πιο παρθένοι οργανισμοί με όλα τα προτερήματα και τα ελαττώματα που συνοδεύουν αυτή την παρατήρηση ωστόσο όσο υπάρχει η ανάγκη να ξεβολευτούμε και να τσαλαβουτήσουμε στα άγνωστα βαθιά νερά μας με την άγνοια κινδύνου ενός νεογνού τόσο θα ανοίγουμε την αντίληψη μας στον γενναίο, νέο κόσμο που έχουμε μπροστά μας. Από την άλλη πλευρά το κοινό της Αθήνας από το λίγο που μυριστήκαμε μου μοιάζει πιο υποψιασμένο, πιο εκπαιδευμένο, με άποψη και περισσότερες προσδοκίες αυτό έχει τον κίνδυνο της απόρριψη χωρίς τη χαρά της δοκιμής, γιατί τι είναι η ζωή χωρίς καινούριες γεύσεις; Ένα άνοστο συνηθισμένο γεύμα. Μια διαφορά που παρατηρώ ανάμεσα στα δυο αυτά τοπία είναι η ταχύτητά τους. Με την γνώση ότι αυτό που λέω καθρεφτίζει μόνο αυτό που αντιλαμβάνομαι, η Αθήνα είναι ένας τόπος υψηλής ταχύτητας στον οποίο κατα συντριπτική πλειοψηφία για να υπάρξεις καλλιτεχνικά πρέπει πρώτα να είσαι αγαπητός κάτι που θυμίζει γραμμή παραγωγής σαφώς με φωτεινές εξαιρέσεις που παράγουν σημαντικό έργο με συνέπεια και ευθύνη και εξαιτίας αυτού γίνονται ευρύτερα αποδεκτές και αναγνωρίσιμες. Αντίθετα στην Θεσσαλονίκη νιώθω ότι υπάρχει χρόνος και χώρος για έρευνα, απλώς πάσχουμε από το σύνδρομο της συμπρωτεύουσας και αρνούμαστε πεισματικά να δεχτούμε το γεγονός ότι είμαστε μια μεγάλη μεν επαρχία δε. Οφείλουμε να καταβάλουμε πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια για ξεφύγουμε από το «καλά παίζουν τα παιδιά» και το «πω πω πως τα μαθαίνετε όλα αυτά τα λόγια». Είμαι άνθρωπος που επιμένει να κάνει τα πράγματα με τον δικό του τρόπο οπότε θα δούλευα το ίδιο και στις δύο πόλεις οπότε ιδανικά θα ήθελα να έχω την δυνατότητα να ζω ταυτόχρονα και στις δύο οπότε μάλλον χρειάζομαι μια πολύ γρηγορότερη μηχανή για να μοιράζω τις μέρες ισάξια, την οποία προς το παρόν δεν διαθέτω οπότε θα επιμείνω στη Θεσσαλονίκη.

Εδώ και χρόνια συντονίζεις με συνέπεια και επιμονή εφηβικά θεατρικά εργαστήρια. Τι σου προσφέρει η παιδαγωγική του θεάτρου που δεν το είχες προβλέψει πριν να εμπλακείς με αυτή;

Έχω μια φυσική τάση προς την εκπαίδευση και το συνειδητοποίησα μόλις άρχισα να ασχολούμαι με αυτό νομίζω πως είναι ο πιο άμεσος και επιδραστικός τρόπος να φτιάξω ανθρώπους με τους οποίους θα ευχαριστιέμαι να συνεργάζομαι στο μέλλον καλλιτέχνες που δεν θα νοιάζονται για την τέχνη ως αυτάρεσκη ταχυφαγεία αλλά ως κάτι υψηλό και επιδραστικό και αλήθεια εύχομαι κάποιος ή κάποια από τους μαθητές και μαθήτριες μου να καταφέρει να αλλάξει τον κόσμο που μοιάζει να μην αλλάζει αλλά αυτό είναι δικιά μας αναπηρία.

Τελευταία ερώτηση: αν έρχεται μια ριζική επανάσταση στο ελληνικό θέατρο, μια ορμή που θα κάνει το θέατρο πολιτικά επιδραστικό, δημοφιλές, ζωντανό, από που την περιμένεις να έρθει; Θα είναι από τη σκηνοθεσία, από συγγραφείς, από ομάδες ή από κάπου αλλού;

Για να έρθει αλλαγή πρέπει πρώτα αυτό που είναι για να αλλάξει να με ενοχλεί. Όλοι οι σπουδαίοι δάσκαλοι και σκηνοθέτες που άλλαξαν κάτι στο θέατρο το έκαναν επειδή δεν τους άρεσε αυτό που θεωρούνταν νόρμα στην εποχή τους δεν ξέραν πως αλλά ξέραν ότι ήταν επιτακτική ανάγκη να έρθει αυτή η αλλαγή. Κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες γεννούν ανάγκες για τέχνη που δεν φανταζόμαστε. Προσωπικά πιστεύω πολύ στην ομάδα, το να έχεις κοινό όραμα και αισθητική με ανθρώπους γιατρεύει την καλλιτεχνική μοναξιά και ό,τι και να κάνουμε μια συστάδα από σπίρτα είναι πολύ πιο εύκολο να ανάψει μια πυρκαγιά από ότι ένα σπίρτο μοναχό του.

 

Διαβάστε περισσότερα για την παράσταση εδώ.

Δείτε ακόμα