Κουβεντιάζοντας με τον Πέτρο Νάκο

Επιμέλεια Συνέντευξης: Άννα Βαμβακάρη

 

Το Παλκοσένικο έχει σήμερα τη χαρά να φιλοξενεί τον Πέτρο Νάκο και να κουβεντιάζει μαζί του με αφορμή την παράσταση “Lost & Found” στην οποία πρωταγωνιστεί και σκηνοθέτησε και που ανεβαίνει κάθε Σάββατο και Κυριακή στο Θέατρο Altera Pars.

 

Πέτρο σε καλωσορίζουμε στο Παλκοσένικο. Ξεκινώντας την κουβέντα μας, πόσο μεγάλο στοίχημα είναι η επιλογή σύγχρονων έργων που παρουσιάζονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, όπως το «Lost & Found» της Nalini Vidoolah Mootoosamy;

Το Lost & Found κάνει την παγκόσμια πρεμιέρα του στην Ελλάδα κι αυτό αποτελεί αρκετά μεγάλο στοίχημα από μόνο του, όταν επιλέγεις δηλαδή να ανεβάσεις ένα έργο χωρίς καμία προηγούμενη παρουσίαση. Είναι μεγάλη ευθύνη και ελευθερία ταυτοχρόνως. Ευθύνη γιατί επί της ουσίας συστήνεις ένα νέο συγγραφέα και δίνεις για πρώτη φορά μορφή και φωνή στο έργο του, ελευθερία γιατί χωρίς προηγούμενες αναφορές μένεις ανεπηρέαστος και αφήνεσαι στην προσωπική σου φαντασία, πρόσληψη και οπτική. Τα άπαιχτα έργα σύγχρονων συγγραφέων αποτελούν για μένα σταθερή αναζήτηση, γιατί ως άνθρωποι της εποχής μας, οι νέοι συγγραφείς δύνανται ν’ αφουγκράζονται τις ανησυχίες του παρόντος. Αυτό δεν είναι πάντα εύκολη επιλογή ωστόσο, απαιτεί ενδελεχή και συστηματική αναζήτηση, γιατί πολλά σύγχρονα κείμενα «πάσχουν» από αυτοαναφορικότητα κι είναι δύσκολο να ανακαλύψεις τα έργα εκείνα που απηχούν «συλλογικότερους» προβληματισμούς κι ανησυχίες. Επιπλέον τα άπαιχτα έργα δεν έχουν την εμπορική ανταγωνιστικότητα των διάσημων κλασικών και το ευρύ κοινό είναι συχνά επιφυλακτικό απέναντί τους. Τα 24 χρόνια λειτουργίας του Altera Pars πάντως, έχουμε συστήσει στο ελληνικό κοινό πάνω από 15 έργα, ενώ ακόμα και τα κλασικά που επιλέξαμε να εντάξουμε στο ρεπερτόριο μας επιλέχθηκαν γιατί ένιωσα ότι είχαν κάποια πολύ επίκαιρη διάσταση, απηχούσαν ένα ευρύτερο προβληματισμό που ακουμπά στο δικό μας σήμερα. Ποτέ πάντως – καλώς ή κακώς – δεν ανεβάσαμε έργα με γνώμονα την εμπορικότητα. Από την άλλη πλευρά πάντα προσπαθούσα να διατηρήσω ένα «λαϊκό» -με την καλή έννοια- προφίλ στις παραστάσεις μου. Δεν με αφορά ένα ελιτίστικο αυτοαναφορικό θέατρο απευθυνόμενο στους «μυημένους», και νομίζω πως αυτό με χαρακτηρίζει ως σκηνοθέτη. Προσπαθώ πάντα οι παραστάσεις μου να είναι «προσβάσιμες» σε όλες τις κατηγορίες κοινού, να αποδοθούν με τη μέγιστη δυνατή αμεσότητα και να μην νιώσει ποτέ ο μέσος θεατής ότι μια παράσταση είναι «πολύ βαριά κουλτούρα» για να την παρακολουθήσει.

 

Ποια στοιχεία του συγκεκριμένου έργου σε οδήγησαν στο να το εντάξεις στο ρεπερτόριό σας και να το μεταφράσεις;

Τo Lost & Found είναι ένα έργο σύγχρονο με άμεση, ανεμπόδιστη γραφή, γρήγορο κινηματογραφικό ρυθμό που απηχεί πολύ επίκαιρους προβληματισμούς και περιγράφει γνώριμες, οικείες καταστάσεις. Στη μία από τις δύο παράλληλες ιστορίες, που συνθέτουν την αφήγηση, παρακολουθούμε δύο Ευρωπαίους τουρίστες που πηγαίνουν διακοπές σ’ ένα δημοφιλή εξωτικό προορισμό και στη δεύτερη ακολουθούμε τη δύσκολη πορεία ενός παράτυπου μετανάστη σε κάποιο hot spot, που ανακρίνεται για ν’ αποκαλύψει τη χώρα προέλευσής του και να επαναπροωθηθεί στη χώρα του. Και οι δύο ιστορίες λοιπόν, είναι συνθήκες γνώριμες και οικείες στην Ελλάδα. Ειδικά το θέμα των hot spot, ο τρόπος λειτουργίας τους, οι συνθήκες διαβίωσης σε αυτά, ο εγκλωβισμός τόσων ανθρώπων εκεί επ’ αόριστον, απασχολεί συστηματικά το ελληνικό γίγνεσθαι και την επικαιρότητα, παραμένοντας σταθερά ένα ακανθώδες ζήτημα για τη χώρα. Ταυτοχρόνως το συγκεκριμένο έργο με γοήτευσε γιατί προσέγγισε το θέμα της μετανάστευσης από ένα διαφορετικό, πρωτότυπο πρίσμα, που δεν επιδιώκει τη συμπόνια για τον κατατρεγμένο, αλλά εστιάζει στην ενσυναίσθηση και τη σύγκλιση μεταξύ του προνομιούχου και του «αδύναμου» ως πράξη αντίστασης σ’ ένα σύστημα αυστηρών διαχωρισμών. Επιπλέον έχουμε να κάνουμε μ’ ένα έργο, που παρά τη «βαριά» θεματική του, έχει πολλά κωμικά στοιχεία που λειτουργούν όχι μόνο «αποφορτιστικά», αλλά ως καυστικά σχόλια εμβαθύνουν κι εμπλουτίζουν νοηματικά την αφήγηση.

 

Τόσο η μετάφραση, όσο και η σκηνοθεσία απαιτούν την εμβάθυνση και την εμβύθιση στο έργο. Στην περίπτωση του «Lost & Found», όχι μόνο μεταφράζεις, αλλά και σκηνοθετείς το έργο. Τι ανακάλυψες σε αυτό σου το «ταξίδι»;

Η βασική μου δουλειά είναι η σκηνοθεσία, συχνά ωστόσο συμβαίνει να μεταφράζω τα έργα που επιλέγω να ανεβάσω, κυρίως τα ιταλικά λόγω της διγλωσσίας μου. Η μετάφραση πράγματι βοηθά στην εμβάθυνση εξαρχής: γνωρίζεις πιο ολιστικά το κείμενο, το κατανοείς πιο πυρηνικά. Το στοίχημα πάντα για μένα σ’ αυτή τη διαδικασία είναι να κατανοήσω την πρόθεση του συγγραφέα και να τη μεταφέρω με τη λιγότερη δυνατή διαμεσολάβηση στο θεατή, πρωτίστως μεταφραστικά και κατόπιν σκηνοθετικά. Τ ενδιαφέρον και ιδιαίτερο στοιχείο στο συγκεκριμένο έργο που αντιμετώπισα ως μεταφραστική, αλλά και σκηνοθετική πρόσκληση είναι το διττό του ύφος. Οι σκηνές τόσο των αστυνόμων στο hot spot, όσο και των Ευρωπαίων τουριστών χαρακτηρίζονται από καθημερινότητα, απλότητα και ενίοτε πεζολογία με κωμικά ενσταντανέ. Από την άλλη οι σκηνές των εσωτερικών μονολόγων του μετανάστη ξεδιπλώνονται με μια γλώσσα ποιητική, λυρική διάθεση και δραματικούς τόνους. Αυτή η συνύπαρξη των διαφορετικών υφών ήταν για μένα ο κεντρικός άξονας προσέγγισης του έργου μεταφραστικά, αλλά και σκηνοθετικά.

 

Υπό την καλλιτεχνική σου διεύθυνση τα έργα που επιλέγονται έχουν σαφή κοινωνικοπολιτικό προσανατολισμό. Ποιοι είναι οι στόχοι και οι επιδιώξεις του θεατρικού οργανισμού Altera Pars;

Ζούμε σε πολύ περίεργους καιρούς. Η σταθερή μου επιδίωξη είναι να παρουσιάζω ένα ρεπερτόριο με πολιτική στόχευση, αλλά η πραγματικότητα γύρω μας είναι τόσο ραγδαία, τόσο παράλογη, τόσο πρωτόγνωρη και σύνθετη που δεν προλαβαίνουμε να κατανοήσουμε -πόσο μάλλον να μεταβολίσουμε – τα γεγονότα. Το θέατρο απ’ την άλλη είναι αναστοχασμός, ανατομική ανάλυση της πραγματικότητας, θέλει χρόνο για να αποκτήσει βάθος κι αυτός ο χρόνος δεν υπάρχει πια. Οι ταχύτητες που κινείται ο κόσμος πλέον είναι αστρονομικές, μόλις πάμε να ψιλαφήσουμε τη μία αλλαγή έρχεται η επόμενη ακόμα μεγαλύτερη, ριζικότερη, τρομακτικότερη. Ως άνθρωπος του θεάτρου νομίζω νιώθω αμηχανία και νιώθω πως το θέατρο βρίσκεται σ’ ένα μεταίχμιο. Χρειάζεται να βρούμε νέους κώδικες, νέους τρόπους επικοινωνίας με το κοινό – που κι αυτό με τη σειρά του αλλάζει ραγδαία – οι νέες γενιές για παράδειγμα, που μεγαλώνουν με την τεχνητή νοημοσύνη δεν έχουν σε καμία περίπτωση κοινούς κώδικες πρόσληψης και αντίληψης με τις προηγούμενες-. Σε αυτό το πλαίσιο θέλω ως καλλιτέχνης να μην μείνω ένας εμβρόντητος θεατής. Στο Altera Pars επιδιώκω να παίρνουμε θέση, πολιτική θέση για όσα συμβαίνουν, να γράψουμε, να μιλήσουμε, να θέσουμε ερωτήματα για όσα συμβαίνουν στο εδώ και τώρα γύρω μας και ν’ ανακαλύψουμε και νέους τρόπους να τ’ απευθύνουμε στο κοινό. Στόχος μου είναι να παράγουμε ένα θέατρο, στη νέα αυτή εποχή, που θα αντιμετωπίζει το θεατή ως ενεργό πολιτικό υποκείμενο, που θα τον βοηθά να αναπτύξει ενσυναίσθηση και συμμετοχικότητα και υπό αυτό το πρίσμα ένα θέατρο φορέα κοινωνικής αλλαγής.

 

 

Ανακαλείς στην καλλιτεχνική σου πορεία κάποια μεγάλη δυσκολία που κλήθηκες να αντιμετωπίσεις;

Το θέατρο είναι ένας σκληρός χώρος γεμάτος μεγάλες δυσκολίες: πολύς κόπος, ανασφάλεια, έλλειψη αντικειμενικότητας, αξιοκρατίας, δύσκολη επιβράβευση, μικρές απολαβές, συνεπώς φυσικά κι έχω αντιμετωπίσει αμέτρητες δυσκολίες. Ειδικά από τη στιγμή που αποφασίσαμε ν’ ανοίξουμε το δικό μας χώρο, η εμπλοκή μου έγινε πολυδιάστατη, οι ρόλοι που ανέλαβα πολλοί και συχνά αντικρουόμενοι μεταξύ τους και το όλο εγχείρημα έγινε με μεγάλο ρίσκο χωρίς να έχουμε κανενός είδους «πλάτες». Κι όλα αυτά στο φόντο μιας χώρας που 16 χρόνια τώρα περνάει από απανωτές κρίσεις διαρκείας. Η μεγαλύτερη δυσκολία λοιπόν, επανεξετάζοντας αυτά τα 30 χρόνια διαδρομής μου στο θέατρο, ήταν να παραμείνω αδέσμευτος και δημιουργικός χωρίς να προσδεθώ στο άρμα κανενός.

 

Έχεις αποφοιτήσει και από τη Νομική Σχολή Αθηνών. Πότε ένιωσες πως το θέατρο είναι αυτό με το οποίο θέλεις να καταπιαστείς;

To θέατρο μπήκε πριν από τη Νομική στη ζωή μου, στα 17 μου. Δύο χρόνια, μετά πέρασα και στις δύο σχολές, τη Νομική Αθήνας και τη δραματική σχολή του Εμπρός και τα πράγματα πήραν το δρόμο τους. Το θέατρο φυσικά και με γοήτευσε, μου άνοιξε νέους ορίζοντες, ένα διαφορετικό τρόπο ν’ αντιλαμβάνομαι τον κόσμο γύρω μου. Ειδικά εμείς που ήμασταν η πρώτη «φουρνιά» του Εμπρός, ζήσαμε μια πολύ ιδιαίτερη συνθήκη που δε νομίζω ότι υπήρξε ποτέ κάτι ανάλογο στην Ελλάδα. Οι δάσκαλοί μας μάς ενέπνευσαν πραγματικά δεν μας δίδαξαν απλώς, μας μετέφεραν πάθος, όραμα κι ένα κοινό, συγκεκριμένο κώδικα υποκριτικής και αντίληψης του θεάτρου. Βγαίνοντας από τη σχολή είχαμε την πεποίθηση ότι μπορούμε να κάνουμε και να κατακτήσουμε τα πάντα στο θέατρο. Σ’ εκείνη λοιπόν την κρίσιμη φάση της ζωής που χαράσσεις τον επαγγελματικό σου δρόμο με κέρδισε το θέατρο χωρίς μεγάλη αμφιταλάντευση . Ωστόσο η νομική υπήρξε μια σπουδή πολύ διαμορφωτική και ουσιαστική για εμένα. Η νομική επιστήμη διαμορφώνει ένα συγκεκριμένο τρόπο σκέψης και λογικής: αυστηρότητα στη δομή της σκέψης, επεξεργασία των πολλαπλών δεδομένων, μεθοδολογική εξαγωγή συμπερασμάτων. Όλα υπήρξαν πολύ χρήσιμα εργαλεία, αξιοποιήσιμα σε πολλές εκφάνσεις της ζωής γενικότερα, αλλά και στο ρόλο μου ως σκηνοθέτη ειδικότερα, με ώθησε να είμαι πολύ συγκεκριμένος στα ζητούμενα μου, στην επικοινωνία μου με τους ηθοποιούς και στην ολιστική προσέγγιση κι εποπτεία της εκάστοτε παράστασης.

 

Ποια είναι τα σχέδια ή/και τα όνειρά σου για το μέλλον;

Να παραμείνω δημιουργικός, παρών και «ελεύθερος» σε αυτό το νέο κόσμο που ξημερώνει και που -ειδικά για εμάς που μεγαλώσαμε και ζήσαμε στον «παλιό» κόσμο- φαντάζει τρομακτικός κι ανοίκειος.

 

Στο Παλκοσένικο αγαπάμε να συλλέγουμε θεατρικές ιστορίες και να τις αποτυπώνουμε σε ψηφιακό χαρτί. Ιστορίες που μπορεί να έλαβαν χώρα είτε στη σκηνή, είτε πέριξ αυτής, στα καμαρίνια, στην πλατεία, στους διαδρόμους, στο φουαγιέ και που για κάποιο λόγο έχουν μείνει χαραγμένες στη μνήμη. Έχεις κάποια τέτοια ιστορία που θα ήθελες να μοιραστείς μαζί μας;

To 2013 παρουσιάζαμε –και τότε για πρώτη φορά στην Ελλάδα – τo Himmelweg του X. Mαγιόργκα. Το έργο είχε ως θέμα ένα αληθινό γεγονός του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Τσεχοσλοβακία, το Theresienstadt, μεταμορφώθηκε κυριολεκτικά, σε θέατρο και συγκεκριμένοι κρατούμενοι επελέγησαν να παρουσιάσουν σε διακεκριμένα μέλη της παγκόσμιας κοινότητας μια εντελώς παραποιημένη εικόνα του στρατοπέδου, αποκρύπτοντας τις φρικτές συνθήκες εγκλεισμού τους. Το φιλόδοξο σχέδιο ονομάστηκε «Επιχείρηση Ωραιοποίηση – Operation Embellishment». Στην παράσταση είχαμε τοποθετήσει τους θεατές επί σκηνής σε αριθμημένες καρέκλες που παρέπεμπαν στην αρίθμηση των κρατουμένων στο στρατόπεδο, ακριβώς για να δοθεί η αίσθηση πως και οι ίδιοι ήταν συμμετέχοντες και θεατές ταυτοχρόνως της παράστασης που έστησαν οι Ναζί στο Theresienstadt. Μετά το τέλος της παράστασης μια ηλικιωμένη κυρία με πλησίασε βουρκωμένη, σήκωσε το μανίκι της και μου έδειξε ένα τατουάζ στο χέρι της. Ήταν ο δικός της -πραγματικός- αριθμός. Πάγωσα και βούρκωσα μαζί της, χωρίς να χρειαστεί να πούμε τίποτα. Λέμε διάφορα πράγματα για την τέχνη που μιμείται τη ζωή και αντιστρόφως, για τον παιδευτικό της χαρακτήρα, για τον παρηγορητικό της χαρακτήρα κλπ, αλλά τέτοιες στιγμές καταδεικνύουν με τον πιο εμφατικό τρόπο πως η δύναμη του θεάτρου είναι τεράστια και εδράζεται στην αμεσότητα του. Στην ανάκληση του βιώματος και τις διαδικασίες ταύτισης που στο θέατρο συντελούνται ακόμη και ασυνείδητα γι΄αυτό και τα συναισθήματα που γεννιούνται στο θέατρο έχουν τέτοια ένταση και δυναμική, γιατί προκύπτουν αδιαμεσολάβητα, σαν θαμμένες αναμνήσεις που κάποιο αόρατο χέρι σπρώχνει στην επιφάνεια του συνειδητού και μας συνταράζουν ηθοποιούς και θεατές στον ίδιο χωροχρόνο.

Δείτε ακόμα