Επιμέλεια Συνέντευξης: Φλώρα Κυρίτση
Σήμερα το Παλκοσένικο έχει τη χαρά να φιλοξενεί τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Σταμάτη Πακάκη
και να συνομιλεί μαζί του με αφορμή την παράσταση Πείραμα Νο.4 που ανεβαίνει κάθε Δευτέρα στις 21:00 στο Θέατρο Μικρό Γκλόρια.
Πώς γεννήθηκε η ιδέα του «Πείραμα Νο. 4»;
Όταν είδα την ανακαινισμένη σκηνή του θεάτρου Μικρό Γκλόρια που είναι πλέον σε σχήμα ‘’Πι’’, φέρνοντας τους θεατές εξαιρετικά κοντά με τους ηθοποιούς, μου δημιουργήθηκε η εικόνα ενός παιχνιδιού που οι παίκτες θα διαγωνίζονταν ανάμεσα στο ζωντανό κοινό. Έτσι το δούλεψα μέσα μου και από το παιχνίδι προέκυψε ένα κοινωνικό πείραμα με διαγωνιζόμενους μπροστά στο ζωντανό κοινό και έπαθλο 5.000€ για τον νικητή. Επίσης η τόσο κοντινή απόσταση θεατή με ηθοποιούς εξυπηρετεί τη διαδραστική πλευρά των παραστάσεών μου.
Ο τίτλος είναι πολύ χαρακτηριστικός. Τι αντιπροσωπεύει για σένα το “πείραμα”;
Ισχύει, ήταν σκόπιμο ώστε να το θυμάται εύκολα ο κόσμος! Επίσης το κεντρικό τραγούδι σε μουσική Ανδριανού Νόνη πάνω στίχους μου μένει στον κόσμο και ουσιαστικά το ρεφραίν του είναι ο τίτλος της παράστασης. Το ‘’πείραμα’’ για εμένα είναι μία διαδικασία εξερεύνησης και αναζήτησης που στη συγκεκριμένη συνθήκη είναι η αναζήτηση του πραγματικού μας προσώπου και της αλήθειας μας που πολλές φορές κρύβεται λόγω κοινωνικών περιορισμών.
Τι σε ώθησε να ερμηνεύσεις αυτό το έργο και όχι απλώς να το γράψεις;
Σε κάθε έργο που γράφω μπαίνω στα παπούτσια των ρόλων που δημιουργώ, φαντάζομαι τη φωνή τους, το περπάτημα και την κίνησή τους με αποτέλεσμα μόλις δημιούργησα την Καταιγίδα Τραμοντάνα, την drag queen, να πω ΕΔΩ ΕΙΜΑΣΤΕ. Ίσως ασυνείδητα την έγραψα για μένα… ίσως πολύ συνειδητά. Πάντως όλοι οι ρόλοι έχουν κομμάτια μου. Η Καταιγίδα Τραμοντάνα έχει πολλά κοινά επίσης μ’ εμένα που το συνειδητοποίησα στις τελικές πρόβες διότι ως σκηνοθέτης αφήνω πάντα τον ρόλο μου σε δεύτερο πλάνο προσέχοντας τους άλλους και την παραγωγή. Έτσι στην τελική ευθεία τρόμαξα με το πόσες αλήθειες μου λέει μέσα από την τσαχπινιά της η Καταιγίδα… Στην αρχή σκεφτόμουν να κάνω τον Συντονιστή του Πειράματος και λίγο πριν καλέσω τους ηθοποιούς είπα μήπως κάνω τον ρόλο του συνωμοσιολόγου διότι έχω ξανακάνει ρόλο drag σε έργο μου αλλά τελικά με άρπαξε η Καταιγίδα από το χέρι, μου έβαλε τη ροζ περούκα και τα ψηλοτάκουνα και δεν μου άφησε περιθώριο…
Πόσο δύσκολο είναι να βρίσκεσαι στη σκηνή ερμηνεύοντας λόγια που εσύ ο ίδιος έχεις γράψει;
Ως ηθοποιός σε παραστάσεις άλλων είμαι εξαιρετικά τυπικός και γρήγορος ως προς το κείμενο, σεβόμενος των θεατρικό συγγραφέα, τον σκηνοθέτη και τους συναδέλφους ηθοποιούς. Στις δικές μου παραγωγές τώρα αυτό αλλάζει ριζικά μαθαίνω πιο αργά λόγια και δίνω χρόνο στην αλλαγή τους όπου χρειάζεται. Επίσης μου αφήνω ανοικτό πλαίσιο αυτοσχεδιασμού και διάδρασης που αποτελεί χαρακτηριστικό τόσο δικό μου όσο και των παραστάσεων μου. Ο αυτοσχεδιασμός μου δημιουργεί αυτή την συνεχή εγρήγορση ζωντανεύοντας τον ρόλο μου κάθε φορά διαφορετικό αλλά ίδιο. Επίσης η γνώση που έχω αποκτήσει μέσα από την έρευνα που πραγματοποιώ για τη συγγραφή κάθε ρόλου μου δίνει ένα μεγάλο όπλο στο να είμαι πάντα ‘’μέσα’’ στη συνθήκη του αυτοσχεδιασμού.
Υπήρχαν σημεία του έργου που άλλαξαν κατά τη διάρκεια των προβών;
Σαφώς και για διάφορους λόγους. Αρχικά για λόγους διάρκειας στην τελική ευθεία χρειάστηκε να κόψουμε κάποιες σκηνές. Ωστόσο πριν φτάσουμε στο τέλος των προβών είχε χρειαστεί να τροποποιήσω σε όλους τους ρόλους ατάκες αλλά και ολόκληρα μέρη διότι το θέατρο είναι κάτι ζωντανό και αλλιώς ακούγοντας όσα είχα γράψει από τα στόματα των ηθοποιών. Είναι μέρος της μαγείας να παίρνει σάρκα και οστά το κείμενό μου φιλτραρισμένο από έναν άλλον άνθρωπο. Μου αρέσει πολύ αυτή η διαδικασία αλλαγών διότι ως ηθοποιός σε άλλες δουλειές θα ήθελα να μπορούσα να πρότεινα αλλαγές, εδώ του δίνω και καταλαβαίνει αφού το γράφω και το σκηνοθετώ εγώ. Σημαντικότερη όμως τροποποίηση/αλλαγή ήταν το φινάλε του έργου… είχα σκεφτεί τέσσερα διαφορετικά και δεν ήξερα αν ήθελα να το τελειώσω ως μία κωμωδία που κλείνει το μάτι στα κοινωνικά προβλήματα, αν ήθελα να το τελειώσω ως εντελώς δραματικό και να υπάρξει ανατροπή ή να το αφήσω ‘’στον αέρα’’. Το τελικό φινάλε το πήραν οι ηθοποιοί κυριολεκτικά πέντε μέρες πριν την πρεμιέρα και είναι το σημείο του έργου που συνοψίζει όλο το νόημά του. Είναι εξαιρετικά σύντομο και χωρίς διδακτισμό, είναι εκεί για να δώσει τροφή για σκέψη σε όποιον επιθυμεί … κι αν δεν επιθυμεί να προβληματιστεί ο θεατής ολοκληρώνουμε με το ομότιτλο τραγούδι μας και μπορεί να φύγει με την ανάλαφρη αίσθηση. Πάντα οι κωμωδίες μου, πέρα από το δράμα που υποβόσκει σε κάθε σωστά μελετημένη κωμωδία, έχω ξεκάθαρα δραματικά σημεία… είναι ένα από τα στοιχεία που με χαρακτηρίζουν ως δημιουργό.
Πώς διαχειρίζεσαι τη μετάβαση από τον ρόλο του συγγραφέα σε εκείνον του ηθοποιού;
Περνάει και ο ρόλος του παραγωγού και του σκηνοθέτη κι όλα μπλέκονται ‘’γλυκά’’ οπού πλέον δεν τα διαχωρίζω. Δυστυχώς αν δεν χρηματοδοτήσουμε εμείς τα όνειρά μας, ώστε να παρουσιαστούν ακριβώς όπως τα θέλουμε, δε θα το κάνει κανείς χωρίς αντάλλαγμα και εκπτώσεις.
Αν θεωρήσουμε πως κάθε “πείραμα” αποκαλύπτει κάτι νέο, τι ανακάλυψες εσύ μέσα από αυτή τη διαδικασία;
Ανακάλυψα ήδη από τις πρώτες μέρες που το πείραμα ήταν μόνο σκέψη στο μυαλό μου… πως οι άνθρωποι είμαστε πιο κοντά ο ένας με τον άλλον από αυτό που νομίζουμε… πολλά μας ενώνουν και λίγα μας χωρίζουν. Κρίμα που τα λίγα έχουν νικήσει…
Τι θα ήθελες να «πάρει» μαζί του ο θεατής φεύγοντας από το θέατρο;
Αρχικά θέλω να έχει ψυχαγωγηθεί για 90’. Αρχικά να μπορέσει να αντιληφθεί το χιούμορ μου και να γελάσει αβίαστα και στη συνέχεια να ξεχωρίσει τα υποδόρια μηνύματα που στέλνω με παρονομαστή την κοινωνία και τα προβλήματά της.

Θεωρείς ότι το έργο σου μιλά για τη σύγχρονη πραγματικότητα ή λειτουργεί πιο υπαρξιακά/συμβολικά;
Μιλά ξεκάθαρα για τη σύγχρονη πραγματικότητα της Ελλάδας αλλά σε μία πιο μακροσκοπική ανάλυση μπορούμε να βρούμε σύμβολα που θα εκπροσωπούσαν κάθε κοινωνία.
Πώς έχει αντιδράσει μέχρι τώρα το κοινό;
Το κοινό γελάει από την πρώτη στιγμή του έργου κι αυτό μου δίνει δύναμη. Είμαι ο πρώτος που έχει ατομική σκηνή με διάδραση κι εκεί τεστάρω κάθε παράσταση πως θα εξελιχθεί η βραδιά. Μέχρι στιγμής μόνο θετικά συναισθήματα λαμβάνω και βλέπω πως το χιούμορ μου περνάει από την εφηβεία μέχρι την τρίτη ηλικία. Έχουμε μεγάλο ηλικιακό εύρος στο κοινό. Τώρα μέσα από την μοναξιά των ηρώων και τον όποιων κοινωνικών ζητημάτων αναφέρω βλέπω ότι το μεγαλύτερο ποσοστό του κοινού εμβαθύνει και το περιμένει. Επίσης συμμετέχει ενεργά το κοινό χορεύοντας, τραγουδώντας, αυτοσχεδιάζοντας σε ρόλους και ψηφίζοντας τον νικητή του Πειράματος.
Τι σημαίνει για σένα να παρουσιάζεις τη δουλειά σου στο Μικρό Γκλόρια;
Είναι ένα από τα πιο όμορφα και ιδιαίτερα black box στο κέντρο της Αθήνας που ανέκαθεν είχε προσεγμένες παραστάσεις και είναι τιμή μου να αποτελώ φέτος μέρος του.
Υπάρχει κάποιο προσωπικό βίωμα που «κρύβεται» πίσω από την ιστορία ή τον χαρακτήρα σας; Πόσο κοντά νιώθετε στον ήρωα που υποδύεστε; Είναι μια αντανάκλαση δικών σας κομματιών;
Ως Έλληνας που ζει στο σήμερα έχω καταγράψει στο έργο μου πολλά γεγονότα τόσο της δικής μου ζωής όσο και των κοντινών μου ανθρώπων. Και οι πέντε ήρωες έχουν στοιχεία μου… Βασικά θέματα είναι η αποξένωση των ανθρώπων, η ζωή μέσα από τα social, η πορεία προς τα σαράντα, τα υπερφαγικά επεισ, η μείωση κοινωνικής ζωής κ.ά. Η Καταιγίδα Τραμοντάνα είναι η drag περσόνα του Ανέστη Παπαδάτου, ενός λογιστή στα 40 παρά που μένει μόνος του με μία γάτα σ’ ένα δυάρι στο Παγκράτι. Δε θέλω να πω πολλά για να μην αποκαλύψω όλη την πορεία του ρόλου μου αλλά πράγματι βρήκα πολλά κοινά και με τον Ανέστη και με την Καταιγίδα!
Τι μάθατε για τον εαυτό σας μέσα από αυτή την περσόνα;
Έμαθα πως κάτω από μία μαύρη σκιά υπάρχει ένα ουράνιο τόξο και πρέπει να το ελευθερώσεις με ό,τι αυτό κι αν σημαίνει, όσο δύσκολο κι αν είναι. Η Καταιγίδα μπαίνει σ’ ένα μαύρο σκοτεινό δωμάτιο και αμέσως το διακοσμεί σαν σκηνή από πάρτυ. Έχει πάντα μαζί της είδη πάρτι σε μία προσπάθεια να διασκεδάζει μέσα στην μαυρίλα της κοινωνίας μας.
Υπάρχει κάποια στιγμή ή σκηνή στο έργο που σας συγκινεί κάθε φορά που την βλέπετε/παίζετε; Γιατί;
Από τις πρόβες ακόμη με αγγίζει μία σκηνή προς το τέλος του έργου όπου είναι η αλήθεια του κάθε ήρωα και η συνειδητοποίηση της μοναξιάς του… Μοναξιά άλλοτε συνειδητή κι άλλοτε ασυνείδητη… Επίσης με συγκινούν μικρές αναφορές των ηρώων στα προσωπικά τους ζητήματα που βέβαια φιλτράρονται από την ταχύτητα της κωμωδίας οπότε περνάνε στο ευρύ κοινό ως πληροφορίες που θα τις ανασύρουν όταν χρειαστεί προς το τέλος του έργου. Τέτοιες μικρές αναφορές είναι η απώλεια γονέων, η απώλεια φίλων, η κοινωνική απομόνωση, το ‘’τσιπάρισμα’’ από χειριστικούς γονείς κ.ά.
Τι ήταν για εσάς το πιο δύσκολο κομμάτι, όχι τεχνικά αλλά ψυχικά, σε αυτό το έργο;
Να βρω την ισορροπία μεταξύ Ανέστη και Καταιγίδας κι όταν αυτό κάπως ρυθμίστηκε να βάλω τον Σταμάτη και στις δύο παραπάνω πλευρές. Μελετάω πολύ σε κάθε ρόλο που ενσαρκώνω αλλά εδώ είχα να βρω και να μπω στα παπούτσια δύο ηρώων ταυτόχρονα με ομαλές μεταβάσεις και ίδιο σώμα. Ήταν σα να είμαι το συνειδητό και το ασυνείδητο ενός ήρωα μαζί… Δύσκολη η ισορροπία όταν στο ένα πόδι φοράς 15ποντη γόβα και στο άλλο την παντόφλα παππού.

