Κουβεντιάζοντας με τον Τάσο Προβιά

Επιμέλεια Συνέντευξης: Κωνσταντίνος Αβράμης
Το Παλκοσένικο έχει σήμερα τη χαρά να φιλοξενεί τον ηθοποιό Τάσο Προβιά που πρωταγωνιστεί στην παράσταση Raised in Captivity,
η οποία ανεβαίνει κάθε Τρίτη στις 21:00 στο Θέατρο Μπέλλος.

 

Ποια ήταν η πρώτη σου αντίδραση όταν διάβασες το κείμενο; Πρόκειται για ένα έργο πρόσφατο (1995) αλλά όχι ακριβώς τωρινό. Τι σου φάνηκε οικείο και τι παράξενο;

 

Η αλήθεια είναι πως δε θυμάμαι ακριβώς ποια ήταν η πρώτη μου αντίδραση! Ακολούθησαν τόσα πολλά γεγονότα σε σχέση με αυτό το έργο, έχει περάσει λίγο παραπάνω από ένας χρόνος από την πρώτη μου επαφή, που πραγματικά οι μετέπειτα εμπειρίες έχουν επικαλύψει τα πρώτα συναισθήματα. Αυτό που θυμάμαι ίσως λίγο πιο έντονα είναι η έκπληξη. Έκπληξη σε σχέση με το πόσο ιδιαίτερο είναι αυτό το κείμενο. Ένα κείμενο του 1995, που κατά βάση μιλάει για πράγματα που μας απασχολούν έντονα σήμερα. Οι διαπροσωπικές σχέσεις, η οικογένεια, η ταυτότητα, το φύλο, η θέση της γυναίκας, η θρησκεία, η σύγχρονη επιστήμη και πολλά άλλα, παράλληλα όμως αγγίζει και κάποια ελάχιστα ζητήματα τα οποία δε μας αγγίζουν με τον ίδιο τρόπο όπως τότε, όπως το AIDS.

 

Πως ήταν η συνεργασία σου με τον σκηνοθέτη και την υπόλοιπη ομάδα; Είναι μια συλλογική δουλειά ή άθροισμα ατομικών προετοιμασιών;

 

Η συνεργασία μου με όλα τα παιδιά της ομάδας ήταν, θα τολμήσω να πω, ονειρική. Φυσικά και υπήρξαν προβλήματα και προστριβές αλλά το θεωρώ απολύτως φυσιολογικό και πιστεύω ότι ήταν αναπόφευκτο από τη στιγμή που κάναμε κάτι για πρώτη φορά και δε ξέραμε τι ακριβώς θα συναντήσουμε. Στο κομμάτι της παραγωγής ειδικά η απειρία μας, μας στοίχισε σε κάποια πράγματα αλλά ήταν ένα πολύ μεγάλο μάθημα. Ήταν μια αμιγώς συλλογική δουλειά.

 

Στο έργο φέρεις παραπάνω από μία ταυτότητες (ή ίσως και όχι). Αποτέλεσε αυτό μια ιδιότροπη έρευνα για σένα; Πόσο λεπτές ποιότητες απαιτήθηκαν κατά τη διαδικασία των προβών και σε ποιο βαθμό διατηρούνται οι ποιότητες αυτές μετά από τόσους μήνες παραστάσεων;

 

Ήταν μια πολύ ιδιαίτερη διαδικασία όντως. Στην παράσταση έχω δύο διαφορετικούς ρόλους. Το ιδιαίτερο σε αυτό το γεγονός είναι ότι αυτοί οι δύο ρόλοι από γραφής παίζονται από τον ίδιο ηθοποιό, πράγμα που αποτελεί και σκηνοθετική και υποκριτική πρόκληση. Οπότε μαζί με τον Θεοδόση, τον σκηνοθέτη, δουλέψαμε πολύ πάνω σε αυτό το κομμάτι. Θεωρώ ότι η εργασία μας είναι σε πολύ υψηλό επίπεδο και διατηρείται σε αυτό ακόμα και αν έχει περάσει αρκετός καιρός.

 

 

 

Πόσο λεπτή είναι η ισορροπία ανάμεσα στο κωμικό και το δραματικό; Πως είναι να φέρεις έναν τόσο συμπαγή και πυκνό ήρωα μέσα σε ένα τόσο δαιδαλώδες έργο;

 

 

Η ισορροπία ανάμεσα στο κωμικό και το δραματικό είναι πράγματι λεπτή, γιατί χρειάζεται να υπηρετείς και τα δύο χωρίς να προδίδεις κανένα. Το κλειδί για μένα είναι η αλήθεια του χαρακτήρα: αν ξέρω τι θέλει, τι φοβάται και πώς λειτουργεί, τότε μπορώ να κινηθώ φυσικά και προς τις δύο κατευθύνσεις.
Σε έναν τόσο πυκνά γραμμένο ήρωα μέσα σε ένα απαιτητικό έργο, η πρόκληση είναι να κρατήσεις καθαρή τη διαδρομή του και να μην χαθείς στον όγκο του υλικού. Με συστηματική δουλειά και ξεκάθαρες αποφάσεις, ο ρόλος βρίσκει τον δρόμο του.

 

Η παράσταση μιλά για τη μοναξιά, το στίγμα, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την επαγγελματική ασφυξία και τόσα άλλα. Στην εποχή του καταιγισμού πληροφοριών και των πολλαπλών, βραχύτατων ερεθισμάτων, ποιος είναι ο τρόπος και ο ρυθμός που μας επιτρέπει να ακουστούμε όταν μιλάμε για κάτι σημαντικό;

 

Νομίζω η απάντηση βρίσκεται στο να έχεις μία θέση απέναντι στα πράγματα και στην ειλικρίνεια που τα αντιμετωπίζεις. Εάν δουλέψεις πάνω σε αυτά τότε θα ακουστείς. Φυσικά και ο ρυθμός παίζει τον ρόλο του. Τώρα το ποιός είναι ο κατάλληλος, κρίνεται κατά περίπτωση.

 

Το θέατρο στην Αθήνα, νομίζω, αποτελείται από διαφορετικούς χώρους και τάσεις· κάποιες παραγωγές βασίζονται στην τηλεοπτική αναγνωρισιμότητα και το κέρδος, άλλες στο όραμα των συντελεστών τους, κάποιες τρίτες στην επιθυμία των ηθοποιών να έχουν κάπου να παίξουν, άλλες εκπορεύονται από ένα πολιτικό ή αισθητικό δίδαγμα, και πολλά άλλα. Που θα κατηγοριοποιούσες τη δουλειά της ομάδας σας; Με ποιους συγγενεύεται πνευματικά και με ποιους σας χωρίζουν πολλά;

 

Δε ξέρω κατά πόσο είναι σωστός ένας τέτοιος διαχωρισμός. Δεν είμαι σίγουρος ότι το ένα αναιρεί το άλλο. Η ομάδα Γκαράζ δημιουργήθηκε μέσα από την ανάγκη μας να μιλήσουμε για πράγματα που θέλουμε και κυρίως να μιλήσουμε με τον τρόπο και τους όρους που θέλουμε εμείς. Με απουσία οποιασδήποτε καλλιτεχνικής αισθητικής επιβάλλει η εκάστοτε τάση, με ειλικρίνεια και αγάπη προς τους ανθρώπους που απευθυνόμαστε, με μια αντιμετώπιση προς την τέχνη μας η οποία μαζί με μας θα εξυψώσει και τους θεατές που μας τιμάνε με την παρουσία τους στις παραστάσεις μας.

 

 

Δείτε ακόμα