Κουβεντιάζοντας με τους Δημήτρη Τσικούρα, Φλώρα Καραβελατζή και Βασίλη Τσαλίκη

Επιμέλεια Συνέντευξης: Άννα Βαμβακάρη

Το Παλκοσένικο έχει σήμερα τη χαρά να φιλοξενεί τον σκηνοθέτη Δημήτρη Τσικούρα και τους ηθοποιούς Φλώρα Καραβελατζή και Βασίλη Τσαλίκη

και να κουβεντιάζει μαζί τους με αφορμή την  παράσταση “Ζyklon ή Το Πεπρωμένο”, του Θανάση Τριαρίδη,

η οποία ανεβαίνει κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο Θέατρο Αργώ.

 

 

Το όνομα ενός θανατηφόρου αερίου είναι ο τίτλος της παράστασης, προκαλώντας έντονη συναισθηματική φόρτιση, στο άκουσμά του και μόνο, λόγω της σύνδεσής του με το Ολοκαύτωμα. Ποιές είναι οι δικές σας σκέψεις και τα συναισθήματά σας για το ανέβασμα αυτού του έργου;

 

Δ.Τ.: Τα συναισθήματα ποικίλουν, από την μία υπάρχει η χαρά για την δημιουργία, η χαρά της επικοινωνίας αυτού του κειμένου με τον κόσμο, με όποιον μας δώσει την χαρά να έρθει. Από την άλλη, όσες φορές και να δεις πράγματα, διαβάσεις, ακούσεις για τα γεγονότα του Ολοκαυτώματος πάντα ένα σφίξιμο στο στομάχι θα δημιουργηθεί. Το «καλό» είναι ότι στο έργο το άκουσμα των γεγονότων έρχεται κυριολεκτικά και μεταφορικά με σκοπό την πληροφόρηση, για να έχουμε όλοι υπόψη πάνω σε ποιο θέμα γράφτηκε το έργο, δεν είναι το κύριο θέμα του έργου. Ο κ Τριαρίδης πολύ σωστά έχει χρησιμοποιήσει ένα πολύ γνωστό ιστορικό γεγονός με σκοπό όμως να μιλήσει για το τώρα, το σήμερα. Το πως ίσως η ιστορία μπορεί να επαναληφθεί, όμως με άλλη μορφή, με την μορφή που μπορεί να περάσει στο σήμερα.

Φ.Κ.: Τα συναισθήματα μου για το ανέβασμα αυτού του έργου είναι σύνθετα. Το Zyklon δεν λειτουργεί απλώς ως τίτλος είναι μια λέξη που ενεργοποιεί τη μνήμη. Το έργο δεν χρησιμοποιεί το ιστορικό τραύμα για να σοκάρει, αλλά για να θέσει ερωτήματα που αφορούν το παρόν, πώς φτάνει η βία να γίνεται «κανονικότητα» και πώς η Ιστορία μπορεί να επαναληφθεί μέσα από μηχανισμούς που εξακολουθούν να υπάρχουν.

Β.Τ: Νομίζω πάντα κοιτάμε στον μέσα μας αντίκτυπο και ελπίζουμε πως οι άνθρωποι που θα έρθουν να συναντήσουν το έργο, θα βρουν κι αυτοί κάτι στο δικό τους μέσα. Το συγκεκριμένο έργο είναι και για μενα αινιγματικό και μου αποκαλύπτει νέες πτυχές του κάθε φορά που το ανεβάζουμε στη σκηνή. Δεν ξέρω πού μπορεί να οδηγηθεί το μυαλό του καθενός μέσα από αυτό το λαβύρινθο, αλλά πιστεύω σε αυτή τη διαδικασία, στο σκάψιμο μέσα μας, πιστεύω ότι ακόμη κι αν δε βρούμε χρυσό, ακόμη κι αν βρούμε το τίποτα, αυτό το τίποτα θα είναι κάτι αληθινό, κάτι δικό μας.

Η εποχή μας δυστυχώς κάνει το έργο επίκαιρο ή ακόμα χειρότερα διαχρονικό, καθώς η ιστορία επαναλαμβάνεται αλλάζοντας απλά ονόματα, χρονολογίες και τοποθεσίες. Ποιον αντίκτυπο θέλετε να έχει το έργο στο κοινό;

Δ.Τ.: Το να ενδιαφερόμαστε, να επικοινωνούμε πραγματικά, αρχικά με τον εαυτό μας, μετά με τους γύρω μας και σαφέστατα με το γύρω μας, με αυτά που συμβαίνουν και στέκουμε απλώς παρατηρητές. Αν αρχίσουμε να επικοινωνούμε σε πραγματικό επίπεδο τότε είναι πολύ πιθανό η παρατήρηση να εξελιχθεί σε κάτι άλλο, πιο δραστικό.

Φ.Κ: Να αναρωτηθούμε για την δική μας θέση μέσα στον κόσμο για τις μικρές καθημερινές επιλογές,τις σιωπές και τους συμβιβασμούς που επιτρέπουν την βία να γίνεται πραγματικότητα. Το έργο θέτει ερωτήματα.Αν επιτρέψουμε να μας απασχολήσουν, τότε ίσως μπορούμε να σταθούμε λίγο πιο συνειδητά απέναντι στον κόσμο και στις επιλογές μας και αυτό μόνο προς το καλύτερο μπορεί να λειτουργήσει.

Β.Τ: Δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος για το μέλλον. Ο άνθρωπος είναι ένα ον που η φύση του είναι να πάει κόντρα στη φύση. Και δε βλέπω κάποια έξοδο από αυτό το παράδοξο. Νιώθω ότι οτιδήποτε ονομάζεται “πρόοδος” ή “εξέλιξη”  είναι επιφανειακή και δεν αγγίζει τα ουσιώδη.

 

Το τέλος του 2025 έκλεισε το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα και δεδομένων των συνθηκών πόσο σκοτεινή προβλέπετε τη συνέχεια;

Δ.Τ.: Η αλήθεια είναι πως αυτό το «κάθε πέρσι και καλύτερα» που τόσο συχνά λέμε όλοι μας έχει ένα νόημα, το βλέπουμε να συμβαίνει. Προσωπικά πολλές φορές με τρομάζει η σκοτεινιά  που όλο και μεγαλώνει, αλλά πάντα θέλω να στέκω αισιόδοξος πως κάτι, κάπως, από όλους μας σιγά – σιγά θα βοηθήσουμε να μην συμβεί. Να γίνει πεπρωμένο το απέπρωτο όπως αναφέρεται και στο κείμενο της παράστασης.

Φ.Κ: Ζούμε σε μια εποχή έντονων αντιφάσεων. Το πόσο «σκοτεινή» θα είναι η συνέχεια δεν είναι κάτι δεδομένο ή προδιαγεγραμμένο. Εξαρτάται από το αν θα επιλέξουμε να βλέπουμε, να θυμόμαστε και να αναλαμβάνουμε ευθύνη ή αν θα συνηθίσουμε ξανά στο σκοτάδι.  Το έργο άλλωστε αυτό ακριβώς υπενθυμίζει ότι η Ιστορία δεν γίνεται μοιραία από μόνη της, αλλά μέσα από τις στάσεις που κρατάμε ως κοινωνία και ως άνθρωποι.

Β.Τ: Η μόνη μου πίστη είναι στην αγάπη. Προς τον εαυτό μας και προς τα έξω. Η αγάπη είναι κάτι παράλογο στις μέρες μας, γιατί δεν αποφέρει κέρδος, συνήθως μάλιστα μας προκαλεί ζημιά, όλων των ειδών. Οπότε ποιος μπορεί να βρει τη δύναμη να ποντάρει σε ένα στοίχημα ήδη χαμένο; Κάποια πρωινά ξυπνάω και ακόμα ελπίζω.

 

 

Διαβάστε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ.

Δείτε ακόμα