Επιμέλεια συνέντευξης: Τασιάνα Τσιάκου
Το Παλκοσένικο καλωσορίζοντας τη νέα του συνεργάτιδα, Τασιάνα Τσιάκου, έχει παράλληλα τη χαρά να φιλοξενεί στην παρέα του τον ηθοποιό Μάρκο Γέττο και τον σκηνοθέτη Κώστα Κιμούλη και να κουβεντιάζει μαζί τους με αφορμή την παράσταση “Η τελευταία απολογία του Νίκου Κοεμτζή” του Βαγγέλη Γέττου που ανεβαίνει κάθε Δευτέρα και Τρίτη, στο Θέατρο Nous Creative Space.
Μάρκος Γέττος – Ηθοποιός
Ο Νίκος Κοεμτζής υπήρξε μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Αισθανθήκατε κάποια στιγμή ότι ταυτίζεστε με κάποια στοιχεία που τον χαρακτήριζαν, καθώς ερμηνεύατε αυτό το δύσκολο μονόλογο;
Νομίζω πως ο Νίκος Κοεμτζής ήταν ένας άντρας παλιάς κοπής. Στο σήμερα αυτό μπορεί να ακούγεται μάτσο και τοξικό, όμως ο Νίκος είχε έναν δικό του ηθικό κώδικα, ο οποίος ήταν απαράβατος. Ήταν δηλαδή ένα σύμπλεγμα ηθικής μιας σκληρής εποχής με έναν “κουτσαβακισμό” και στα χρόνια της φυλακής του προέκυψαν και καλλιτεχνικές ανησυχίες. Γράφοντας ποίηση, ζωγραφίζοντας. Ε, με όλα αυτά κάπως ταυτίστηκα.
Πώς νιώσατε βλέποντάς τον στον “καθρέφτη” κυριολεκτικά και μεταφορικά;
Ο καθρέφτης είναι ένα τρικ “εξαπάτησης” του κοινού. Το θέμα είναι η έρευνα. Εκεί τον ανακάλυψα. Έπειτα ήρθα σε σύγκρουση μαζί του την περίοδο των προβών. Παράλληλα συμφιλιώθηκα με το αγρίμι του στην έναρξη των παραστάσεων πριν 2 χρόνια. Πλέον κλείνουμε το μάτι και προχωράμε.
Πιστεύετε τελικά ότι εκείνο το βράδυ το έγκλημα διαπράχθηκε εξαιτίας ενός στιγμιαίου ολισθήματος της λογικής ή επειδή ένας άνθρωπος βαθιά ταπεινωμένος απ’ τη βία αποφάσισε να υπερασπιστεί την τιμή και την αξιοπρέπειά του, όπως εκείνος την αντιλαμβανόταν;
Σίγουρα το δεύτερο.
Κώστας Κιμούλης – Σκηνοθέτης
Τι αντικρίσατε στα μάτια του Νίκου Κοεμτζή διαβάζοντας σκηνοθετικά τον χαρακτήρα του; Μια ζωή που σκηνοθέτησε ο ίδιος ή μια ζωή που σκηνοθετήθηκε απ΄όσους του άσκησαν ψυχική και σωματική βία στο “έργο ” της ζωής του;
Ηταν λίγο δύσκολο να μπορεί να σκηνοθετήσει ο ίδιος τη ζωή του. Άλλωστε το έργο που έγραψε ο Βαγγέλης Γέττος και δεν χρειάστηκε να αλλάξουμε λέξη, παρά μόνο να προσθέσουμε κάποιες λεπτομέρειες για τη σκηνοθετική ματιά που ήθελα να δώσω, διαπραγματεύεται αυτό βασικά. Τις επιρροές που είχε από μικρό παιδί και τη ζωή που έκανε μέχρι να φτάσει σε εκείνο το μοιραίο βράδυ. Δεν κάνουμε αναπαράσταση ούτε ντοκιμαντέρ για τη ζωή του ή να τον κάνουμε να φανεί ήρωας και να του δώσουμε την πολιτική υπόσταση που έχει πάρει αυτό το φονικό. Αυτό που ψάχνουμε στην παράσταση και πρέπει να ψάχνουμε όλοι μας, ακόμα και σήμερα, είναι τι τον οδήγησε εκεί; Ποια είναι τα αίτια και το ψυχολογικό υπόβαθρο ενός δολοφόνου; Μήπως στο τέλος προλάβουμε και κάποιον/α που τα τελευταία χρόνια αντί να εξασθενεί, μεγαλώνει και γιγαντώνεται με επικίνδυνο ρυθμό.
Ποιες σκηνοθετικές σας “πινελιές”, πιστεύετε, ότι αποτελούν τα πιο δυνατά σημεία του έργου;
Επειδή είναι ένα πολύ δυνατό κείμενο που σε κρατάει σε εγρήγορση σε όλη τη διάρκεια της παράστασης και το απογειώνει ένας νέος, αλλά πολύ ταλαντούχος ηθοποιός Μάρκος Γέττος, δεν μπόρεσα να επιλέξω σημεία αλλά από την αρχή του έργου μπαίνοντας θεατής στην αίθουσα υπάρχει μια ατμόσφαιρα που σε βάζει σιγά σιγά στο κλίμα της παράστασης και δεν σε αφήνει να χαλαρώσεις, αν και μονόλογος, μέχρι το τέλος. Και σε αυτό έχουν συμβάλει όλοι οι συντελεστές του έργου, από τη μουσική του Νίκου Τερζή μέχρι τους φωτισμούς του Πέτρου Φιωτάκη. Όσο για τα πολύ δυνατά σημεία τις «πινελιές» που λέτε, θα πρέπει κάποιος να έρθει να δει την παράσταση και θα τα καταλάβει από μόνος του.
Ποιο σκηνοθετικό σας εύρημα θα τονίζατε για να εμβαθύνετε ακόμη περισσότερο στην ψυχολογία ενός τόσο φορτισμένου συναισθηματικά ρόλου, αν δίνατε περισσότερο χρόνο ή χώρο στον Νίκο Κοεμτζή-Μάρκο Γέττο;
Νομίζω τη στιγμή που κοιτάει στον καθρέπτη και ακούμε τη σκέψη του ενώ ταυτόχρονα ενώ είναι πλάτη στο κοινό μπορούμε να τον βλέπουμε και τον ίδιο, αλλά και τη σκέψη του σε εικόνες. Από την άλλη βέβαια όπως σας είπα και πριν… ότι δεν αλλάξαμε ούτε λέξη στο κείμενο έτσι και τώρα που το ξαναβλέπω δεύτερο χρόνο δεν θα άλλαζα κάτι. Γιατί όλη η παράσταση ισορροπεί πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί και μια μικρή αλλαγή μπορεί να ξεφύγει και να χαθεί η ατμόσφαιρα, αλλά και ο ρυθμός του έργου που είναι πολύ σημαντικός και ειδικά σε έναν μονόλογο.
Τι συμβολίζει ο “σιωπηλός συμπρωταγωνιστής” του Νίκου Κοεμτζή; Σε ποιον παράλληλο δρόμο θέλετε, ενδεχομένως, να οδηγήσετε τον θεατή ή και τον πρωταγωνιστή του έργου;
Το σκηνικό είναι η πλατεία στο Μοναστηράκι εκείνη τη μέρα που έφυγε από τη ζωή ο Νίκος Κοεμτζής. Τον Σεπτέμβριο του 2011. Βέβαια μετατρέπεται με κάποια στοιχεία και σπίτι του αργότερα. Ο σιωπηλός πρωταγωνιστής δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον Κοεμτζή όπως τον βρήκανε νεκρό πάνω στο τραπέζι που πουλούσε τα βιβλία του. Στην αρχή νόμιζαν ότι κοιμόταν και χρειάστηκαν να περάσουν σχεδόν δύο ώρες μέχρι να συνειδητοποιήσουν ότι είχε πεθάνει.

