Πάμε θέατρο μαμά; | Still ένα άγαλμα που γύρισε τον κόσμο

Γράφει η Φλώρα Κυρίτση

Κυριακή σήμερα και μαζί με τον πρωινό καφέ μου και τα παιδάκια μου αγκαλίτσα τρώμε πρωινό και ετοιμαζόμαστε να πάμε θέατρο.

Παίρνουμε το μετρό και κατεβαίνουμε στους Αμπελόκηπους. Σε απόσταση μόλις 500 μέτρων μας περιμένει το Θέατρο Άνεσις. Ένα θέατρο ζεστό και άνετο, όπως ακριβώς υπόσχεται και το όνομά του, με μαύρα καθίσματα που σε αγκαλιάζουν.

Μπαίνοντας, τα μάτια μας πέφτουν αμέσως στη σκηνή: ένα πιάνο, ένα παγκάκι και… ένα άγαλμα. Ή μήπως όχι; Από τη σκιά φαίνεται πως φορά μικρόφωνο. Είναι άραγε άγαλμα ή ηθοποιός;

Η απορία λύνεται στα πρώτα δέκα λεπτά. Και τι αποκάλυψη! Η ερμηνεία τόσο αληθινή που πραγματικά μας ξεγέλασε όλους. Τα παιδιά ενθουσιασμένα ψιθυρίζουν και φωνάζουν χαριτολογώντας:
«Άγαλμα είναι!»
«Όχι, άνθρωπος είναι!»
«Μα έχει μικρόφωνο!»
Ένα παιχνίδι μαγείας, που από την αρχή τους κέρδισε.

Ο πιανίστας ανεβαίνει στη σκηνή, η ηθοποιός επίσης, και ξεκινά μια αφήγηση χωρίς λόγια. Με μουσική, ήχους, κινήσεις. Μια ιστορία για την αγάπη και τον πόλεμο. Μια ιστορία που δεν λέγεται — νιώθεται.

Η μουσική συγκλονιστική. Κάθε νότα του πιάνου έμοιαζε να ανοίγει ένα νέο κόσμο. Οι ηθοποιοί απόλυτα συγχρονισμένοι, τόσο που χωρίς καμία λέξη καταλάβαινες πολύ περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσαν να ειπωθούν με λόγια. Η μουσική μάς ταξίδεψε σε κόσμους μαγικούς και προσωπικούς, γιατί ο καθένας μας ακούει, νιώθει και φαντάζεται διαφορετικά. Κι όμως, ενώνει τις καρδιές όλων — και κυρίως των παιδιών.

Αν στα παιδιά σας αρέσει η μαγεία της μουσικής (και σε ποιον δεν αρέσει άλλωστε), αυτή η παράσταση είναι ιδανική. Να εμπνευστούν, να ηρεμήσουν, να ακούσουν, να νιώσουν.

Το τέλος ήταν βαθιά συγκινητικό. Απόλυτα δεμένο με τη μουσική. Η καρδιά μου χτυπούσε στον ρυθμό του πιάνου — και είμαι σίγουρη πως το ίδιο συνέβαινε και με τις καρδούλες των παιδιών μου.

Ο Θοδωρής Οικονόμου με τα χέρια του να κινούνται πάνω στα πλήκτρα με ευαισθησία και δύναμη μαζί, έπλεκε συναισθήματα και εικόνες χωρίς να χρειάζεται ούτε μία λέξη.

Από τις πρώτες νότες κατάφερε να κρατήσει καθηλωμένα ακόμα και τα πιο ανήσυχα παιδικά βλέμματα. Τα δάχτυλά του, φωτισμένα πάνω στο πιάνο, έγιναν ένα μικρό θαύμα που ταξίδευε τα παιδιά σε κόσμους φανταστικούς, γεμάτους ένταση, τρυφερότητα και γαλήνη.

Η μουσική αφηγούνταν τη δράση . Έδινε ρυθμό στην ιστορία, ανέπνεε μαζί με τους ηθοποιούς και μιλούσε κατευθείαν στις καρδιές μας. Ήταν συγκινητικό να βλέπεις πόσο φυσικά και αβίαστα κατάφερε να συνδεθεί με τους μικρούς θεατές, κάνοντάς τους να σωπάσουν, να ακούσουν και να νιώσουν.

Μια παρουσία γεμάτη ποιότητα — από αυτές που μένουν στη μνήμη των παιδιών και φυτεύουν μέσα τους τον πρώτο σπόρο αγάπης για τη μουσική και το θέατρο .

Ο Ανδρέας Κουτσόφτας κατάφερε κάτι πραγματικά σπάνιο: να μαγέψει μικρούς και μεγάλους… χωρίς σχεδόν να κινείται. Από την πρώτη στιγμή στάθηκε στη σκηνή σαν αληθινό άγαλμα, τόσο πειστικός που παιδιά και μεγάλοι αναρωτιόντουσαν ξανά και ξανά αν είναι άνθρωπος ή πέτρα. Και μόνο αυτό λέει πολλά.

Με απόλυτο έλεγχο του σώματος, με σιωπή γεμάτη ένταση και με μια παρουσία καθηλωτική, κράτησε τα παιδικά βλέμματα καρφωμένα πάνω του. Κάθε μικρή του κίνηση, κάθε αλλαγή στο βλέμμα ή στη στάση, είχε τεράστια σημασία. Τα παιδιά περίμεναν τη στιγμή που το άγαλμα θα «ζωντανέψει».

Και όταν αυτό συνέβη, ήταν συγκλονιστικό . Σαν να έβλεπες μια καρδιά να ξεπαγώνει μπροστά στα μάτια σου. Από τη σκληρότητα στη τρυφερότητα, από την ακινησία στο συναίσθημα, ο Ανδρέας Κουτσόφτας μας θύμισε ότι ακόμα και τα πιο βαριά, ακίνητα πράγματα μπορούν να αλλάξουν όταν συναντήσουν την αγάπη.

Μια ερμηνεία βαθιά ανθρώπινη. Από αυτές που τα παιδιά δεν ξεχνούν εύκολα — γιατί δεν την καταλαβαίνουν μόνο με το μυαλό, αλλά κυρίως με την καρδιά.

Η Χριστίνα Παπαδοπούλου έδωσε ζωή στο κορίτσι της ιστορίας με μια γλυκύτητα που άγγιξε μικρούς και μεγάλους. Με το σώμα, το βλέμμα και την κίνησή της κατάφερε να μιλήσει χωρίς λόγια και να μας οδηγήσει μέσα στον κόσμο των συναισθημάτων με τρόπο απλό και καθαρό — όπως ακριβώς αντιλαμβάνονται τα παιδιά την αλήθεια.

Ήταν εκείνη που στάθηκε απέναντι στο άγαλμα με θάρρος αλλά και τρυφερότητα. Όχι για να το πολεμήσει, αλλά για να το μαλακώσει, να το πείσει να αφήσει το σπαθί του και να θυμηθεί την αγάπη.

Η παρουσία της στη σκηνή ήταν φωτεινή και γεμάτη ευαισθησία. Κάθε της κίνηση είχε νόημα. Δεν χρειαζόταν λόγια για να καταλάβεις τι ένιωθε — το ένιωθες μαζί της.

Ήταν από εκείνες τις ερμηνείες που αφήνουν ένα απαλό αποτύπωμα στην ψυχή των παιδιών. Μια υπενθύμιση ότι η καλοσύνη, η επιμονή και η αγάπη μπορούν να αλλάξουν τα πάντα.

Ο Άντονυ Παπαμιχαήλ ήταν η παιχνιδιάρικη ανάσα της παράστασης. Με τους πολλούς και διαφορετικούς ρόλους που υποδύθηκε, έφερε στη σκηνή χιούμορ και ζωντάνια που τόσο χρειάζονται τα παιδιά — αλλά και οι μεγάλοι.

Οι χαρακτήρες του ήταν οι πιο αστείοι, οι πιο απρόβλεπτοι και γεμάτοι ενέργεια. Κάθε του εμφάνιση συνοδευόταν από γέλια και βλέμματα που έλαμπαν. Τα παιδιά τον καταλάβαιναν αμέσως, γελούσαν αυθόρμητα και τον περίμεναν κάθε φορά με ανυπομονησία.

Το χιούμορ του δεν ήταν ποτέ φωναχτό ή επιφανειακό. Ήταν καθαρό, αληθινό και γεμάτο καλοσύνη — από εκείνο που αγκαλιάζει όλες τις ηλικίες.

Μια παρουσία πολύτιμη για την παράσταση, που χάρισε χαμόγελα και έκανε τη θεατρική εμπειρία ακόμη πιο φωτεινή. Γιατί τελικά, το γέλιο είναι κι αυτό μια μορφή αγάπης — και ο Άντονυ το πρόσφερε απλόχερα.

Μικροί θεατές, μεγάλες εντυπώσεις

Ο Θοδωρής Οικονόμου μάγεψε ιδιαίτερα τον μεγάλο μου. Στην αρχή έβλεπε μόνο τα χέρια του, τις παρτιτούρες, το φως πάνω στο πιάνο. Χάθηκε στον κόσμο της μουσικής και σίγουρα ένιωσε την ιστορία.

Η κόρη μου, πάλι, μου είπε φεύγοντας:
«Μαμά, ξετρελάθηκα με αυτό το θέατρο! Θέλω και εγώ να γίνω άγαλμα! Σαν τον ηθοποιό που ήταν ακούνητος τόση ώρα !».
Πόσο σημαντικό αυτό που  ξυπνάει η τέχνη στις παιδικές ψυχές;

Μια εμπειρία τόσο σημαντική για τα παιδιά μας. Να συνδέονται με πράγματα που μιλούν στην ψυχή τους, που τα μαθαίνουν να νιώθουν, να συμπονούν, να αισθάνονται.

Φεύγοντας, τα μικρά μου μου είπαν λέξεις παράξενες και αστείες — «πέτο-πάκο», «φάτο» — και γελούσαν ασταμάτητα. Γέλασαν, συγκινήθηκαν, λυπήθηκαν, χάρηκαν. Όλα τα συναισθήματα πέρασαν μπροστά από τα μάτια τους και ζωγραφίστηκαν στα προσωπάκια τους.

Όμορφα, αγνά, απλά.
Όπως μόνο τα παιδιά ξέρουν. Ολοι είχαμε το ίδιο χαμόγελο.

Κι αυτό, για μένα, είναι το πιο όμορφο δώρο που μπορεί να σου κάνει μια παράσταση.

Είναι από εκείνες τις παραστάσεις που δεν φωνάζουν, αλλά ψιθυρίζουν στην ψυχή. Που αγκαλιάζουν τα παιδιά με σεβασμό και τους δίνουν χώρο να νιώσουν, να φανταστούν, να συγκινηθούν. Και ταυτόχρονα αγγίζουν και εμάς τους μεγάλους, θυμίζοντάς μας πόσο απλή και καθαρή μπορεί να είναι η χαρά.

Την προτείνω με όλη μου την καρδιά. Γιατί μας άρεσε πολύ. Και σε μένα — και στα παιδιά μου. Γιατί περάσαμε όμορφα, γελάσαμε, συγκινηθήκαμε και φύγαμε λίγο πιο γεμάτοι. Κι αν ένα παιδί φύγει από το θέατρο με μάτια που λάμπουν, τότε κάτι έχει γίνει σωστά.

Δείτε ακόμα