Τρεις Βιριπάγιεφ στην Αθήνα: αλήθεια, λόγος και ηθική σε μια άτυπη θεατρική τριλογία
Η φετινή θεατρική σεζόν στην Αθήνα φαίνεται αφιερωμένη στον Ιβάν Βιριπάγιεφ. Τρία έργα του — Οι Μεθυσμένοι, Το Συνέδριο για το Ιράν και το Απόρρητο — ανεβαίνουν σχεδόν παράλληλα σε διαφορετικές σκηνές της πόλης, δημιουργώντας μια άτυπη τριλογία που ο θεατής μπορεί να δει ως ενιαίο σχόλιο πάνω στη σύγχρονη ανθρώπινη κατάσταση. Δεν είναι απλώς μια δραματουργική συγκυρία· είναι ο καθρέφτης ενός συγγραφέα που μοιάζει να συνομιλεί πιο καθαρά από κάθε άλλον με το πνευματικό και κοινωνικό τώρα της Αθήνας.
Στους Μεθυσμένους, ο Βιριπάγιεφ αναζητά την αλήθεια σε ένα έδαφος απρόβλεπτο και παραληρηματικό: στη μέθη. Η νύχτα που στήνει δεν είναι απλώς ένα σκηνικό υπερβολής, αλλά μια διαδικασία απογύμνωσης. Οι άμυνες πέφτουν, οι φόβοι εκτίθενται, οι εξομολογήσεις ξεσπούν. Οι ήρωες παλαντζάρουν ανάμεσα στο γελοίο και στο ποιητικό, και αυτό το ταυτόχρονο κράτημα των δύο άκρων δημιουργεί μια ιδιαίτερη μορφή θεατρικής αλήθειας. Ο άνθρωπος που παραπατά και παραμιλά δεν γίνεται αντικείμενο χλεύης, αλλά μάρτυρας ενός εαυτού που δεν τολμά να φανεί νηφάλιος. Το έργο τελικά διατυπώνει ένα σκληρό, σχεδόν στενάχωρο συμπέρασμα: η στιγμιαία λάμψη της ειλικρίνειας δεν αρκεί για να αλλάξει τη ζωή. Η μέθη φωτίζει, αλλά το πρωί έρχεται πάντα σαν άρνηση. Αυτό που μένει είναι η ευθραυστότητα.

Στο Συνέδριο για το Ιράν, ο συγγραφέας μεταφέρει το ενδιαφέρον του από την ιδιωτική αλήθεια στη δημόσια. Εδώ δεν υπάρχουν παραπατήματα· υπάρχει ρητορική. Μια ομάδα διανοουμένων, καλλιτεχνών, ακαδημαϊκών και πολιτικών συγκεντρώνεται για να συζητήσει για το Ιράν, όμως πολύ γρήγορα γίνεται φανερό ότι η συζήτηση δεν αφορά το Ιράν, αλλά την ίδια τη Δύση. Οι ομιλητές δεν αναλύουν· επιδεικνύουν. Δεν επιχειρηματολογούν· αυτοπροβάλλονται. Η γλώσσα τους είναι άψογη, προοδευτική, υποδειγματική — και ταυτόχρονα κενή. Το Ιράν λειτουργεί ως πρόσχημα για να αποκαλυφθεί η ματαιοδοξία, η αυταρέσκεια, η υπόγεια αλαζονεία των ανθρώπων που έχουν μάθει να μιλούν δημοσίως χωρίς να δεσμεύονται από τα ίδια τους τα λόγια. Σε αντίθεση με τους Μεθυσμένους, όπου η αλήθεια εκρήγνυται, εδώ η αλήθεια πνίγεται μέσα σε στρώματα ιδεολογικής καθαρότητας. Το αποτέλεσμα είναι μια γκροτέσκικη αποτύπωση της δυτικής δημόσιας σφαίρας, όπου η ηθική συχνά λειτουργεί ως τόπος επίδειξης και όχι ως ουσία.
Το Απόρρητο οδηγεί αυτή την πορεία σε μια πιο σκοτεινή, ψυχρή περιοχή: την περιοχή των θεσμών, της ηθικής επιβολής και της κοινωνικής συμμόρφωσης. Αν στους Μεθυσμένους ο άνθρωπος λυτρώνεται στιγμιαία μέσω της παραφοράς και στο Συνέδριο χάνεται μέσα στο εύγλωττο ψέμα του δημόσιου λόγου, στο Απόρρητο παγιδεύεται σε έναν μηχανισμό που δεν ενδιαφέρεται ούτε για τα συναισθήματά του ούτε για τις προθέσεις του. Μια επιτροπή ηθικής αξιολόγησης, φαινομενικά ουδέτερη και λογική, αναλαμβάνει να κρίνει την ανθρώπινη πράξη με αυστηρότητα που αγγίζει το δυστοπικό. Η γλώσσα γίνεται τεχνική, ιατρική, αποπροσωποποιημένη· η ανθρώπινη αντίφαση μετατρέπεται σε παράβαση· η προσωπική ιστορία σε αρχείο. Το έργο λειτουργεί σαν απεικόνιση της «νέας ηθικής» του δυτικού κόσμου, μιας ηθικής που διαφημίζεται ως απελευθερωτική αλλά πολύ συχνά λειτουργεί ως εργαλείο κοινωνικού ελέγχου. Η αλήθεια εδώ δεν απελευθερώνει· καταγράφεται, αξιολογείται, ταξινομείται.

Όταν αυτά τα τρία έργα τοποθετηθούν δίπλα-δίπλα, σχηματίζουν μια πλήρη σπειροειδή κίνηση γύρω από το ζήτημα της αλήθειας. Στους Μεθυσμένους, η αλήθεια είναι εσωτερική και παραληρηματική. Στο Συνέδριο για το Ιράν, είναι δημόσια και ιδεολογική. Στο Απόρρητο, είναι θεσμική και τιμωρητική. Ο Βιριπάγιεφ δείχνει ότι ο άνθρωπος άλλοτε αποκαλύπτεται, άλλοτε ξεγλιστρά πίσω από ρόλους, άλλοτε συνθλίβεται από μηχανισμούς που τον ξεπερνούν. Στον πυρήνα και των τριών έργων υπάρχει ένα κοινό συμπέρασμα: ο σύγχρονος άνθρωπος ζει μέσα σε πολλαπλά στρώματα αλήθειας που συχνά συγκρούονται μεταξύ τους. Η προσωπική του φωνή διακόπτεται από την κοινωνική επιταγή, η δημόσια γνώμη υπερισχύει της προσωπικής σκέψης, και η θεσμική ηθική επιβάλλεται με τρόπους που δεν αφήνουν χώρο για το λάθος ή την ασάφεια. Ο άνθρωπος είναι, σε κάθε περίπτωση, εκτεθειμένος.
Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο που ο Βιριπάγιεφ έχει αγαπηθεί τόσο από την αθηναϊκή σκηνή και το αθηναϊκό κοινό. Η Αθήνα —μια πόλη που έχει ζήσει κρίση, ανακατάταξη, αποπροσανατολισμό— αναγνωρίζει στους ήρωές του τη δική της ψυχογραφία. Ο συγγραφέας αυτός μιλά για ανθρώπους που παλεύουν να σταθούν σε έναν κόσμο που αλλάζει τρομακτικά γρήγορα, που κουβαλούν υπαρξιακό βάρος, που επιθυμούν να είναι καλύτεροι αλλά δεν ξέρουν πώς. Τα έργα του γεφυρώνουν τη φιλοσοφία με την καθημερινότητα με τρόπο που επιτρέπει στον θεατή να “συμμετέχει” χωρίς να νιώθει ότι αποκλείεται. Οι ηθοποιοί βρίσκουν στον λόγο του υλικό εκρηκτικό, ρευστό, απαιτητικό, που αναδεικνύει την ελληνική ερμηνευτική δυναμική. Και οι θεματικές του — κρίση, ταυτότητα, δημόσιος λόγος, κοινωνική υποκρισία, ανάγκη για αλήθεια — είναι ζητήματα που απασχολούν την ελληνική κοινωνία σήμερα όσο ποτέ.

Ο Ιβάν Βιριπάγιεφ, γεννημένος στο Ιρκούτσκ της Ρωσίας το 1974, ανήκει στη γενιά των συγγραφέων που ανέδειξαν το κίνημα του «Νέου Δράματος» στη Μόσχα. Με έργα του, έγινε μία από τις πιο χαρακτηριστικές φωνές της ευρωπαϊκής σκηνής. Από το 2013 ζει εκτός Ρωσίας και σήμερα δραστηριοποιείται κυρίως στην Πολωνία, με σαφή δημόσια και αντιπολεμική στάση. Το έργο του έχει μεταφραστεί και παρουσιαστεί σε δεκάδες χώρες, αλλά η Ελλάδα έχει αποδειχθεί μία από τις πιο φιλόξενες γέφυρες για τη δραματουργία του.
Αυτό που καταφέρνει ο Βιριπάγιεφ —και που εξηγεί την ελληνική του επιτυχία— είναι ότι χειρίζεται την ανθρώπινη ύπαρξη με τρόπο βαθιά αναγνωρίσιμο. Δεν γράφει για απόμακρες φιλοσοφικές έννοιες· γράφει για τον τρόμο της αβεβαιότητας, για την ανάγκη να είμαστε αρεστοί, για την ασφυξία του δημόσιου λόγου, για το αόρατο βάρος της ηθικής που κουβαλάμε στην πλάτη μας. Και μέσα σε όλα αυτά, καταφέρνει να κρατήσει ζωντανή μια σπίθα χιούμορ, τρυφερότητας και θαυμασμού για την ανθρώπινη γελοιότητα. Το θέατρο που προτείνει είναι ειλικρινές, ταραχώδες και βαθιά σημερινό — ίσως γι’ αυτό στην Αθήνα βρίσκει το πιο πρόθυμο ακροατήριο.
https://
—

