Επιμέλεια Συνέντευξης: Άννα Βαμβακάρη
Σήμερα το Παλκοσένικο έχει τη μεγάλη χαρά να φιλοξενεί τον ηθοποιό Δημήτρη Φουρλή και να κουβεντιάζει μαζί του, με αφορμή την παράσταση “Η Μονίκ δραπετευέι” του Εντουάρ Λουί, σε σκηνοθεσία Γιώργου Σουλεϊμάν, στην οποία πρωταγωνιστεί και που ανεβαίνει Πέμπτη με Κυριακή, στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας.
Πέρα απ’ τη δική σας παράσταση, τρία ακόμα έργα του Εντουάρ Λουί ανεβαίνουν αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα. Που θεωρείς ότι οφείλεται η αγάπη του κοινού για το συγγραφέα;
για την καθημερινότητά μου και έτσι είμαι ήρεμος. Πάντα με τις εντάσεις, γιατί δεχόμαστε και πληροφορίες απ ‘έξω. Όμως υπάρχει ένας πυρήνας που είναι σε μια ησυχία. Μισώ όχι, αλλά με πνίγει σίγουρα το περιβάλλον, έτσι πως έχει διαμορφωθεί και με κάνει να θέλω να φύγω από τη χώρα. Όχι ότι άλλού είναι παράδεισος, αλλά το εδώ σε διώχνει. Και ειδικά στο κομμάτι της τέχνης, γιατί εδώ δεν το αγαπάνε. Τι θα ήθελα να ήταν άλλιώς; Πολλά, ίσως όλα. Ή ίσως, ας είναι όλα έτσι και θα τα κάνουμε εμείς αλλιώς. Γιατί λέμε πως θέλουμε να αλλάξει κάτι, θέλουμε να γίνουν καλύτερα, όμως τι σημαίνει το να “αλλάξει” και τι σημαίνει το “καλύτερα”; Μπορούμε να συμφωνήσουμε σε κάποια βασικά πράγματα; Για παράδειγμα, παίρνουμε τα ΜΜΜ, που στα χαρτιά είναι κάθε 4 λεπτά, στην πράξη δεν είναι. Όπως και το να δουλεύουμε 8 ώρες, όχι 10 και 13, και να πληρωνόμαστε αξιοπρεπώς. Μπορούμε να συμφωνήσουμε και να ξεκινήσουμε έστω με αυτά τα βασικά;

Και στο τέλος συνήθως μας περιμένουν, φαντάζομαι αν δεν τους άρεσε δε θα μας περίμεναν, είναι κι αυτό νομίζω ένα δείγμα. Αν δεν ήθελαν δεν θα καθόντουσαν. Είναι λοιπόν κάτι που συμβαίνει. Ένα κομμάτι που πολύ με συγκινεί γενικά είναι ότι κάποιος θα σηκωθεί από το σπίτι του, θα πάρει τα μέσα ή το αυτοκίνητό του και θα έρθει στο θέατρο, με αυτό το εισιτήριο που για την Ελλάδα του σήμερα είναι ακριβό -να τα λέμε και αυτά- και έρχεται να δει αυτή την παράσταση που παίζουμε εμείς. Όταν δε αυτός ο άνθρωπος θα παραμείνει και στο τέλος απ’ έξω για να μας πει συγχαρητήρια και όταν θα δούμε απ’ την ενέργειά του ότι του άρεσε αυτό, τότε για μας είναι πολλαπλή χαρά. Το αν μετά αυτές τις πληροφορίες που πήρε μπορεί να τις κάνει κάτι, να ανοίξει ένας διάλογος, κάτι να τον αγγίξει αργότερα ή κάτι να θυμηθεί, τότε είναι το απόλυτο. Κάπως θα έχει αποθηκευτεί μέσα του μια πληροφορία και ίσως κάποτε προκύψει μια σύνδεση. Τι καλύτερο από αυτό; Και όταν φτάσεις να ανοίγεις διάλογο πια την κοινωνία μέσα, νομίζω πως το θέατρο τότε πληρώθηκε.
Είπε ο Λουί σε μία συνέντευξη για τη μαμά του, ότι το γεγονός πως ήταν φτωχή, την έκανε να αισθάνεται ντροπή. Και αναρωτιόταν ο Λουί, πώς μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο, όταν αυτοί που υποφέρουν ντρέπονται;
Οι άνθρωποι οι οποίοι είναι καταπιεσμένοι ντρέπονται, επειδή είναι καταπιεσμένοι. Γιατί υπάρχει μια κοινωνία, στην οποία η πληροφορία είναι πάρα πολύ μεγάλη, βλέπεις γύρω σου πλούτο ή φαινομενικό πλούτο, οπότε πράγματι φέρεις ένα κομμάτι ενοχής, ότι μάλλον δεν τα κατάφερα, είμαι αποτυχημένος, οπότε μπορεί κάποιος να αισθανθεί ντροπή γιατί δεν τα κατάφερε, γιατί δε μπορεί να ανταποκριθεί σ’ αυτό που θα έπρεπε να είναι. Και ο Λουί έχει περάσει από αυτή η φάση και λέει σε ένα βιβλίο του «ντρεπόμουν για τη φτώχεια μας ντρεπόμουν για την οικογένειά μου ντρεπόμουν για αυτό που ήμασταν. Και πολλές φορές ντρεπόταν για τους γονείς του. Και ο ίδιος το ξέρει πολύ καλά το αίσθημα του ντρέπομαι για αυτό που είμαι. Εξάλλου γι΄ αυτό έχει κάνει μια τέτοια τεράστια αλλαγή, είναι άλλος άνθρωπος σε σχέση με αυτό που ήτανε.
Ο Εντί Μπελγκέλ (κατά κόσμο Εντουάρ Λουί) βίωσε διπλή καταπίεση. Δεν ήταν απλώς ένα ομοφυλόφιλο αγόρι, ήταν και φτωχός. Ποιες είναι οι σκέψεις σου πάνω σε αυτό;
Βιώνει όντως διπλή καταπίεση, γιατί αφενός ανήκει στην εργατική τάξη, η οποία όντως καταπιέζεται γενικότερα και έτσι υπάρχει μια συμπάθεια για αυτή, δηλαδή ο καταπιεζόμενος εργάτης και εργάτρια μας είναι συμπαθείς. Παράλληλα όμως στους κύκλους της εργατικής τάξης μπορούμε να βρούμε ανθρώπους οι οποίοι είναι ρατσιστές, είναι φασίστες και αυτοί μπορεί να καταπιέσουν και να βγάλουν το ρατσισμό ειδικά σε ένα γκέι αγόρι. Οπότε ο Εντουάρ πράγματι την ίδια στιγμή που ανήκει σε μια κατώτερη κοινωνικά οικονομική τάξη και βιώνει αυτό το κομμάτι του ταξικού ρατσισμού, την ίδια στιγμή και μέσα στην ίδια του την τάξη βιώνει τη βία και το ρατσισμό απ’ τους ανθρώπους που υποτίθεται πως είναι στην ίδια μοίρα. Όλο αυτό είναι πολύ ασφυκτικό και εγκλωβιστικό, γι’ αυτό και όχι απλά ήθελε να ξεφύγει εκτοξεύτηκε για να φύγει και ήταν τεράστιος ο αγώνας του για να ξεφύγει από όλο αυτό. Έκανε μια τεράστια προσπάθεια για να ξεφύγει και από ένα σημείο και μετά ήταν στοχοπροσηλωμένος ώστε να διαφύγει και από την ταξική του καταπίεση. Και έτσι τώρα είναι ένας πολύ πλούσιος συγγραφέας. Και φυσικά το κομμάτι της αποδοχής της ομοφυλοφιλίας του, που πλέον δεν υπάρχει τέτοιο ζήτημα, δεν το κρύβει ούτε ντρέπεται γι’ αυτό. Και σκέψου ότι η καταπίεση ξεκινούσε από την ίδια του την οικογένεια. Από τον πατέρα του, από τη μητέρα του. Και αργότερα που ο ίδιος σώζεται, προσπαθεί να σώσει και τη μητέρα του από τη δική της καταπίεση. Ωστόσο, ενώ τη μια στιγμή είναι σωτήρας, αποφασίζει να σώσει τη μάνα του, όπως και αυτός έχει σώσει τον εαυτό του, την ίδια στιγμή το κάνει λίγο απότομα. Δηλαδή από την πρώτη ημέρα της απόδρασης της Μονίκ, της λέει να αρχίσει να ψάχνει σπίτι, γιατί αυτός ξέρει ότι επιστρέψει σύντομα εκεί. Η σχέση τους είναι μια κατεστραμμένη σχέση από την παιδική του ηλικία. Τα χρόνια που αυτή ήταν στο Παρίσι με τον σύντροφό της, τα είπανε με τον Λουί μόνο τρεις φορές. Είναι μια σχέση εκατέρωθεν πληγωμένη. Έχουν και οι δύο τραύματα που δεν επουλώνονται.
Θεωρείς οτι ο Λουί όσο απομακρύνεται από το βίωμα της φτώχειας, μπορεί να χάσει τη συγγραφική του δύναμη;
Κοίταξε, λέει ο Εντουάρ Λουί σε ένα βιβλίο του: “τουλάχιστον, προνόμιό μου, είναι ότι έχω περάσει από αυτό το κομμάτι (το ταξικό) και το ξέρω. Το έχω ζήσει στο πετσί μου. Και ξέρω τι αγώνα έκανα για να φύγω από αυτό και το κατάφερα”. Οπότε τώρα είναι πλούσιος, πετυχημένος λευκός, όμορφος, μια χαρά και χαίρει έτσι αποδοχής. Έγραψε για τα δικά του βιώματα, για τους γονείς του και τώρα έβγαλε ένα βιβλίο για τον αδερφό του, που είναι αλκοολικός κλπ. Ε, λες δε μπορεί που θα πάει, κάποτε θα εξαντληθούν και τα μέλη της οικογένειας… (γέλια), μετά γιατί άλλο θα γράψει; Και δεν ξέρω η αλήθεια είναι, πραγματικά το έχω και εγώ απορία. Ψάχνοντας από συνεντεύξεις, κάπου αν θυμάμαι καλά, διάβαζα πως περιμένουν από αυτόν να το γυρίσει πιο πολύ στο μυθιστόρημα. Γιατί υπήρχε μια ρητορική ότι γράφει μόνο αυτοβιογραφικά και ότι αυτό είναι κάπως πιο εύκολο να το κάνεις. Δηλαδή πως δεν υπάρχει ένα κομμάτι από πηγή έμπνευσης, παρά μόνο γράφεις για τη ζωή σου. Τώρα λοιπόν που είναι καλά και ασφαλής, αναρωτιούνται τι θα του δώσει το καύσιμο για να συνεχίσει και πώς θα συνεχίσει; Γιατί παίζει ρόλο το από ποια θέση μιλάς. Βέβαια το γεγονός πως έχει ζήσει σε ακραία φτώχεια και καταπίεση, δεν ξεχνιέται. Θα δείξει.
Μέχρι πότε θα πάει το «Η Μονίκ δραπετεύει» και ποια είναι τα επόμενά σου σχέδια;
Τα επόμενα σχέδια, λοιπόν, εμείς ελπίζω να συνεχίσουμε με την παράσταση «Η Μονίκ δραπετεύει». Το πλάνο είναι να πάμε αρχικά μέχρι 6 Γενάρη και θέλω να πιστεύω ότι, με τον κόσμο που έχουμε αυτή τη στιγμή, θα συνεχίσουμε νομίζω και πιο μετά. Θα δείξει… Παράλληλα το παιδικό που κάνω πάει πολύ καλά και θα πάει μέχρι το Πάσχα, το «Πουπουλapp», που παίζεται κάθε Κυριακή στις 3.00 στο Θέατρο Αργώ.


