Επιμέλεια συνέντευξης: Κωνσταντίνος Αβράμης
Σήμερα το Παλκοσένικο έχει τη μεγάλη χαρά να φιλοξενεί τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Σπύρο Σουρβίνο
και να κουβεντιάζει μαζί του με αφορμή την παράσταση “Αγγέλα” στην οποία πρωταγωνιστεί και που ανεβαίνει κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21.00 στην Κάμιρο.
Καλησπέρα Σπύρο, είδαμε στην Κάμιρο την «Αγγέλα», μια δουλειά που σέβεται και αναδεικνύει τις αρετές του έργου και θέλουμε να μάθουμε τόσο πολλά. Πόσο απέχει στ’ αλήθεια το 1957 από το 2026 ως προς τη θέση της γυναίκας, τη βία, την κοινωνική ασφυξία;
Δυστυχώς, ούτε λίγο. Και αυτό είναι τρομακτικό. Όλη αυτή η τεχνολογική εξέλιξη, η «φαινομενική» πρόοδος της χώρας, ο εκσυγχρονισμός τόσο των θεσμών όσο και των αντιλήψεων, δυστυχώς μοιάζει με φούσκα, κοιτάζοντας έργα όπως η Αγγέλα του Γιώργου Σεβαστίκογλου. Προφανώς και οι σύγχρονες γυναίκες έχουν περισσότερα δικαιώματα απ’ όσα είχαν οι ηρωίδες του έργου και της εποχής. Φυσικά και η βία έχει καλυφθεί κάτω από τόνους τσιμέντου και υποσχέσεων για μια καλύτερη ζωή σήμερα. Όμως, η κεντρική παραδοξότητα για εμένα σε σχέση με αυτές τις δύο εποχές έγκειται… στη γιαγιά μου, μία γυναίκα εκείνης ακριβώς της εποχής. Πώς είναι δυνατόν – αναρωτιέμαι εδώ και μήνες που δουλεύουμε το συγκεκριμένο έργο- να ρωτάω τη γιαγιά μου για τη δεκαετία του ’50 σε σχέση με τη σύγχρονη Ελλάδα κι εκείνη να μου απαντάει πως «Ναι, πεινούσαμε, ναι, φοβόμασταν, ναι, βιώναμε και την αδικία και το κυνήγι μαγισσών και τη βία, αλλά σήμερα νιώθω πως είναι χειρότερα.» Και ξέρεις γιατί είναι χειρότερα; Γιατί σήμερα υπάρχει μια μάσκα πάνω σε όλα αυτά τα φαινόμενα. Και, για να κλείσω -γιατί είναι και η πρώτη ερώτηση- ειλικρινά το πιστεύω πως οι άνθρωποι το 1957 ήταν πιο ελεύθεροι απ’ ότι είμαστε εμείς σήμερα, το 2026. Και αυτό είναι, τελικά, το τρομακτικό.
Ο ρόλος σου φέρει στοιχεία και συμπεριφορές που ανήκουν σε πολύ συγκεκριμένα στερεότυπα. Καταφέρατε να έχετε σαφή θέση ως προς τον χαρακτήρα, αλλά και να μην εκπέσετε σε μία μονοδιάστατη αποτύπωσή του. Πόσο σημαντικό είναι το να εκτίθενται τέτοιες συμπεριφορές επί σκηνής;
Όσο περίεργο κι αν ακουστεί για όσους γνωρίζουν την Αγγέλα ως έργο και το Στράτο ως ρόλο αυτού του έργου, αυτό που επιλέξαμε και προσπαθώ κάθε βράδυ να φέρω πάνω στη σκηνή της Καμίρου είναι έναν ρομαντικό νταβατζή. Σε μια συζήτηση μετά την πρεμιέρα που είχα με τον πατέρα μου, μου έλεγε πόσο του θύμισε ο Στράτος τα «κουτσαβάκια» της τότε εποχής. Κάτι τύπους, δηλαδή, που προσπαθούσαν με νύχια και με δόντια να το παίξουν καμπόσοι, ενώ, πρακτικά, φοβούνταν και τη σκιά τους. Και, ειλικρινά, αυτός ο ήρωας του Σεβαστίκογλου ήταν ένα δώρο που μου έδωσε ο Γιώργος ο Παύλου, ο σκηνοθέτης μας. Διότι, στη δική μου κατανόηση του κειμένου, δε μιλάμε απλά για έναν «κακό» αντιήρωα. Ο συγγραφέας έχει κεντήσει στο έργο του ατάκες και στιγμές του Στράτου που με τίποτα δεν ταιριάζουν σε έναν στερεοτυπικό νταβατζή, με, ίσως, πιο χαρακτηριστική της ατάκα που λέει «Μπούχτησες το ξύλο μου, μπούχτησα τη γκρίνια σου. Πάμε μέσα να χορέψουμε.» Για εμένα αυτή είναι μια τόσο λυρική ρωγμή, που από εκεί πιάστηκα για να δικαιολογήσω και να στήσω έναν αντιήρωα πιο τρισδιάστατο. Ο φόβος της μοναξιάς! Αυτό είναι, για εμένα, ο Στράτος. Και ο τρόπος του να ξεφεύγει απ’ αυτό του το φόβο; Η βία. Πόσοι τέτοιοι άνθρωποι, ισχυροί και ανίσχυροι, υπάρχουν παντού γύρω μας σήμερα; Πόση βία έχει η μοναξιά και πώς η μοναξιά γεννάει τη βία;
Στην παράσταση συνυπάρχουν πιο «σύγχρονες» τεχνικές με στοιχεία από ένα θέατρο αναπαράστασης. Πως δουλεύει για εσάς η ισορροπία ανάμεσα στους δύο αυτούς κόσμους;
Το συγκεκριμένο έργο νιώθω πως αποτελεί τομή και μήτρα για την ελληνική δραματουργία. Οι παραστάσεις του αρκετές, όπως επίσης και τα έργα που ξεπήδησαν απ’ τα σπλάχνα του. Οπότε, για κάθε νέο δημιουργό, η αναμέτρησή του με τέτοιου επιπέδου κείμενα εμπεριέχει πάντα το ερώτημα «Πώς εγώ, σήμερα;». Ακόμη και η αρχική ερώτηση της συνέντευξης σε σχέση με τις
ομοιότητες του 1957 και του 2026 πιστεύω πως προκύπτει από ακριβώς αυτή την ισορροπία ανάμεσα στις πιο παραδοσιακές παραστατικές τεχνικές και στις πιο σύγχρονες. Ταυτόχρονα, υπάρχει και το αισθητικό κομμάτι, όπως επίσης και το προσωπικό γούστο του εκάστοτε σκηνοθέτη και της ομάδας του. Και, τέλος, οι τόσες αναρίθμητες δυσκολίες στο επίπεδο των οικονομικών μιας παράστασης από νέους ανθρώπους χωρίς ίχνος χρηματοδότησης, επιβάλει το μινιμαλισμό. Η παρουσία κάμερας, λοιπόν, ενισχύει πιστεύω την αισθητική πρόσληψη της συγκεκριμένης παράστασης, ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί και σαν μιας μορφής κολλάζ στιγμών και εικόνων, μίας πιο ντοκουμαντερίστικης παρείσφρησης στις ζωές των γυναικών της εποχής.

Πόση σημασία έχουν, τελικά, τα κείμενα του ελληνικού δραματολογίου; Ποιες αρετές τους παραμένουν άγνωστες για μία μερίδα του κοινού;
Μιλώντας και ως θεατρικός συγγραφέας, πέραν από ηθοποιός, θεωρώ αδιαμφισβήτητα πως η παρουσία εγχώριων κειμένων στις θεατρικές σκηνές είναι απαραίτητη. Και αυτό το βασίζω στη βαθιά ριζωμένη σκέψη μέσα μου πως η δραματουργία αποτελεί έναν ακόμη τρόπο καταγραφής της ίδιας της Ιστορίας μίας χώρας, πέραν από οτιδήποτε άλλο. Πόσο πιο καθαρή και συγκεκριμένη γίνεται η κατανόηση μίας ολόκληρης εποχής από τον θεατή που θα δει σήμερα την Αγγέλα του Γ. Σεβαστίκογλου; Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως κάπως το τελευταίο διάστημα νιώθω να ευδοκιμούν ξανά τα ελληνικά θεατρικά έργα, αργά αργά, αλλά σταθερά. Και στην τελική, όσα έργα ξένου ρεπερτορίου κι αν ανέβουν, πάντα η εγχώρια -εθνική θα μπορούσα επίσης να τη χαρακτηρίσω, με γνώση του βάρους αυτής της τόσο αρνητικά φορτισμένης λέξης- δραματουργία θα εμφανίζει μεγαλύτερη εγγύτητα με το θεατή. Η αναγνώριση και η ανάγνωση του κόσμου στον οποίο ζούμε θα όφειλε να είναι πολύ πιο ψηλά, πιστεύω. Όμως, η γνώση είναι δύναμη και η δύναμη φέρνει αλλαγή, οπότε, ας προτιμήσουμε τις ιστορίες των άλλων, γιατί, τελικά, κι εμείς μεταξύ μας διαφωνούμε εντόνως για το ποια είναι η Ιστορία μας και ποια όχι. Ούτως ή άλλως, το αναίμακτο είναι της μόδας.
Η Κάμιρος είναι ένα από τα λαμπρά παραδείγματα μικρών σκηνών του ελεύθερου θεάτρου που παράγουν θέατρο με επιμονή, συνέπεια και τόλμη. Είναι σκηνές σαν και την Κάμιρο ο δρόμος για το μελλοντικό θέατρο της Αθήνας;
Τόσο η Κάμιρος όσο και οι άνθρωποι που τη δημιούργησαν και την τρέχουν ανελλιπώς τα τελευταία χρόνια, μόνο τυχαίες δεν είναι. Η Ηλέκτρα Ελληνικιώτη και η Μαρία Μαμούρη, πέραν απ’ τις προσωπικές τους καριέρες, αισθάνομαι πως αποφάσισαν να συνεισφέρουν με τον πιο δημιουργικό και φιλικό τρόπο για τους νέους και μη καλλιτέχνες της πόλης μας. Δίνουν το χώρο τους, προσφέρουν βήμα, βοηθούν εξαντλητικά πολύ και είναι πάντα παρούσες, να σε πιάσουν απ’ το χέρι και να σε υποστηρίξουν στο εγχείρημα που σχεδιάζεις. Δεν είναι τυχαίο που έχουν βάλει στην Κάμιρό τους τον χαρακτηρισμό «scenic field», δηλαδή σκηνικό πεδίο. Και πράγματι, ο χώρος τους αποτελεί για εμάς το πεδίο πάνω στο οποίο δοκιμάζουμε, δοκιμαζόμαστε, φανταζόμαστε, ονειρευόμαστε και το νιώθουμε πραγματικά σπίτι μας για αυτούς τους μήνες που μας στεγάζει. Και ευτυχώς η Κάμιρος δεν είναι ο μόνος τέτοιος χώρος στην Αθήνα. Χώροι όπως το Θέατρο ΙΣΟΝ και το ΠΛΥΦΑ, αλλά και άλλα μικρότερα και μεγαλύτερα τέτοια πεδία υπάρχουν διάσπαρτα στην πόλη, διευκολύνοντας απλόχερα τους πιο νέους καλλιτέχνες, σε αντίθεση με τα, επίσης, αρκετά θέατρα- σούπερ μάρκετ που ανθίζουν στις πλάτες αυτών που παλεύουν να ονειρεύονται ακόμα.
Από την πρώτη λέξη ως την τελευταία φράση του έργου, ο Σεβαστίκογλου υπηρετεί μια σαφή ηθική πορεία. Εσύ, διαβλέπεις κάτι το αίσιο να έρχεται;
Μεταξύ σοβαρού και αστείου και δεδομένου πως πρόκειται για την τελευταία ερώτηση της συνέντευξης, νομίζω πως θα αρχίσω την απάντησή μου λέγοντας ότι: αυτή είναι η χειρότερη δυνατή ερώτηση για τον χειρότερο δυνατό άνθρωπο, στην περίπτωση που θα θέλαμε ένα ευχάριστο φινάλε. Όχι, δυστυχώς, δε διαβλέπω τίποτα αίσιο. Και αν συνυπολογίσουμε και την τελευταία ατάκα της παράστασης «Εμείς με τι ελπίδα να σας αφήσουμε το 2026;», εγώ προσωπικά τη συνυπογράφω αυτή τη σκέψη. Ο Σεβαστίκογλου αισθάνομαι πως πίστευε ειλικρινά στην αλλαγή και στη μελλοντική ελπίδα, όπως έκανε εξίσου και ο Τσέχωφ και τόσοι άλλοι πεθαμένοι ποιητές. Όμως, στην Ελλάδα του 2026, ποιος διαβλέπει ελπίδα; Στον πλανήτη Γη του 2026 ποιος έχει την υπέροχη αυτή δυνατότητα να ελπίζει; Μπορεί να ακούγονται πολύ σκοτεινές κι απαισιόδοξες αυτές οι σκέψεις και πόσο μάλλον από έναν άνθρωπο 32 χρονών, αλλά, πραγματικά, πιστεύω με όλο μου το είναι πως ο μόνος τρόπος να βελτιωθούν κάποια στιγμή οι ζωές μας είναι ο ρεαλισμός. Να κοιτάξουμε, δηλαδή, στα μάτια το θηρίο, να δούμε τα προβλήματα, να τα γράψουμε στις ιστορίες μας, να επανεφεύρουμε την ίδια την υπόσταση της Ιστορίας Μας, να κρίνουμε, να κριτικάρουμε, να καταστρέψουμε και να επανεκινήσουμε τη Ζωή σε μια χώρα που έχει πεθάνει εδώ και χρόνια. Και ναι, για πολλούς ο ρόλος της Τέχνης οφείλει να είναι η ελπίδα, η αλλαγή, η επαναδιαπραγμάτευση και οι ρήξεις. Όμως, όλα αυτά έχουν νόημα μόνο σ’ έναν κόσμο που μπορεί να κοιτάξει τον εαυτό του στον καθρέφτη και να επιλέξει συνειδητά να έρθει αντιμέτωπος με το είδωλό του. Γιατί μόλις κοιτάξεις το πρόβλημα, μόλις βυθιστείς στο έρεβος του τραύματος και προσκρούσεις στον πάτο του βαρελιού, τότε ναι, μπορεί να υπάρξει ελπίδα!

