Επιμέλεια συνέντευξης: Άννα Βαμβακάρη
Το Παλκοσένικο έχει σήμερα τη χαρά να φιλοξενεί τη χορογράφο και ηθοποιό, Ξένια Θεμελή και να κουβεντιάζει μαζί της, με αφορμή την παράσταση «Ιεροτελεστία» του Γκιγιώμ Πουά, σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη, που ανεβαίνει στο Εθνικό Θέατρο – Κτήριο Τσίλλερ – Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος», από Τετάρτη ως Κυριακή.

Φωτογραφία: Mike Rafail
Καλησπέρα Ξένια, σε καλωσορίζουμε στο Παλκοσένικο! Θέλεις να μας πεις ποια ήταν τα κομβικά σημεία στη ζωή σου που καθόρισαν την καλλιτεχνική σου πορεία και σε οδηγούν εδώ σήμερα να συζητάμε μαζί με αφορμή την παράσταση “Ιεροτελεστία”;
Πάντα μου άρεσε το θέατρο, γιατί έβρισκα μια άλλη πραγματικότητα, γιατί δε μου άρεσε η πραγματικότητα που ζούσα, η αλήθεια είναι. Είχα κάπως μια περίεργη παιδική ηλικία, οπότε πάντα έψαχνα το θέατρο και στο σχολείο πιο πολύ. Οπότε, ξεκίνησα θέατρο στο Αρσάκειο στη Θεσσαλονίκη, γιατί εκεί μεγάλωσα. Και κατευθείαν ήθελα να το σπουδάσω αυτό ως ηθοποιός. Επειδή ήμουν στο σχολείο και ήθελα να δώσω πανελλαδικές, έβαλα τότε στο μηχανογραφικό μου, μόνο τη Σχολή Καλών Τεχνών. Έτσι, ξεκίνησα ακαδημαϊκά τις σπουδές μου. Ήταν πάρα πολύ ωραία στο Τμήμα Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών, του Α.Π.Θ. και είναι πολύ δύσκολη σχολή. Έχει θεατρολόγους, σκηνογράφους, σκηνοθέτες και ηθοποιούς. Ήταν ένα πολύ ωραίο πλαίσιο αυτό για να πάρεις γνώση. Εγώ δεν καταλάβαινα πολύ την υποκριτική γενικά και κάπως αυτομόλησα και είδα ένα ντοκιμαντέρ στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης της Pina Bausch και λέω αυτό είναι που θέλω να κάνω. Δεν ήταν μόνο χορός, όμως η Pina Bausch έχει αυτό το χοροθέατρο και κάπως αποφάσισα να τελειώσω τη σχολή όσο πιο γρήγορα γινόταν και να φύγω, να κάνω χορό ή physical theater, να το ψάξω διαφορετικά. Οπότε, τελείωσα τη σχολή, έφυγα, ήμουν Ελβετία για αρκετό καιρό. Εκεί, ολοκλήρωσα μια Σχολή Σύγχρονου Χορού στη Λωζάνη, ασχολήθηκα πολύ με τη yoga και εκεί άρχισα την επαγγελματική μου δραστηριότητα και άρχισα να πληρώνομαι για αυτό που έκανα, ως χορεύτρια, ως χορογράφος και ως δασκάλα· έκανα μαθήματα χορού και yoga.
Ένας πολύ βασικός άνθρωπος στη ζωή μου, είναι ο Χρήστος Θεοδωρίδης, που κάναμε την «Ορχήστρα των μικρών πραγμάτων» και ο Χρήστος Στρινόπουλος, που ήμασταν μαζί στην Ελβετία και που ως χορευτής και χορογράφος συνεργάζεται πιο πολύ με τον Παπαϊωάννου. Πήγαμε μαζί στην Ελβετία και σπουδάσαμε, είχαμε ένα ντουέτο που ενδυνάμωνε ο ένας τον άλλον, σε μια δύσκολη περίοδο. Μετά την Ελβετία, αποφάσισα ότι θέλω να ασχοληθώ πάλι με το λόγο, γιατί εκεί έκανα περισσότερο χορό, θέατρο στα αγγλικά περισσότερο performing. Και τότε ο Χρήστος Θεοδωρίδης μου λέει έχω μια ιδέα. Ακόμα, ο Χρήστος ήταν μόνο ηθοποιός, είχε τελειώσει τη σχολή στη Θεσσαλονίκη, είχε κατέβει Αθήνα και μου λέει έλα στην Αθήνα, γιατί έχω μια ιδέα να σκηνοθετήσω κάτι. Με το Χρήστο είχαμε παίξει κιόλας στη σχολή διάφορα έργα, γνωριζόμασταν δηλαδή, ήμασταν από το πρώτο έτος μαζί, από τα δεκαοχτώ μας. Αυτός είχε περάσει πρώτος, εγώ ήμουν τρίτη στο έτος μας και ήμασταν πολύ πορωμένοι.
Και μου λέει, έχω αυτή την ιδέα, το “Ως το τέλος” ήταν εκείνη η παράσταση, και με ρώτησε αν ήθελα να είμαι βοηθός του, χορογράφος. Και του λέω ναι, μου αρέσει πολύ η ιδέα και κάπως αρχίσαμε και δουλεύαμε και το ένα έφερε το άλλο, του ζήτησα να παίξω, μου λέει ναι, θέλω πολύ και τα λοιπά, γιατί κάπως ήθελα πολύ να δοκιμάσω και εγώ σε σχέση με το λόγο, γιατί είχα πολύ καιρό να ασχοληθώ με το λόγο στα Ελληνικά. Και έτσι τσούκου-τσούκου, κάπως υπήρξε αυτή η φοβερή σχέση με τον Χρήστο, η οποία πραγματικά είναι φοβερό, γιατί μέσα στα χρόνια -και δεν είναι καθόλου κλισέ αυτό που λέω- νιώθω ότι είναι πολύ ζωντανή ακόμα. Δηλαδή υπάρχει αυτό το πράγμα, τον θαυμάζω και τον εκτιμώ πάρα πολύ. Και κάπως υπάρχει μια πολύ ωραία έτσι συνδιαλλαγή, που συνεχίζει, είμαστε από το 2008 ουσιαστικά μαζί. Έχει καιρό πια. Και μετά στην Αθήνα, κάποια στιγμή πήγαινα και ερχόμουν Ελβετία, δηλαδή υπήρχαν 4 χρόνια που πηγαινοερχόμουν και δεν ήταν πολύ εύκολα, γιατί η Ελβετία δεν είναι όπως η υπόλοιπη Ευρώπη, είναι και άλλο το σύστημα εκεί, οπότε με δυσκόλεψε αυτό, τώρα πια η βάση μου είναι η Αθήνα. Δηλαδή, κάποια projects μπορεί να έχω εκεί, αλλά πολύ σπάνια πια.

Επιλέξατε να ανεβάσετε το έργο του Guillaume Poix (Γκιγιάμ Πουά), “Ιεροτελεστία”, ένα έργο που έχει ως κεντρικούς του άξονες το θάνατο, την απώλεια και τη μνήμη. Πρόκειται για θεματικές οι οποίες δεν ταιριάζουν ή δεν χωρούν, ίσως, στους φρενήρεις ρυθμούς της καθημερινότητά μας. Πιστεύεις ότι έχουν να μας προσφέρουν κάτι στη διαχείριση του τραύματος και του πένθους οι τελετουργίες του θανάτου σήμερα;
Γενικότερα, με τον Χρήστο μας αρέσει πάρα πολύ να έχουμε χρόνο στα πράγματα. Αυτό είναι πάρα πολύ βασικό. Και το διεκδικούμε πάρα πολύ. Και μέσα σε μία ολόκληρη χρονιά, αλλά φέτος είναι πιο πολύ αυτή η χρονιά που είναι πολύ γρήγορη για μας. Αλλά γενικά ασχολούμαστε με projects, τα οποία πραγματικά απλώνουν στο χρόνο. Οπότε, έχει λίγο νόημα ότι και το ίδιο το έργο, από μόνο του, σου δίνει το χρόνο, γιατί πρέπει να δώσεις χρόνο και στην απώλεια, στο θάνατο, για να μπορέσεις να προχωρήσεις και να συνεχίσεις να ζεις. Κάπως, θεωρώ ότι είναι πολύ αλληλένδετα αυτά τα πράγματα. Οπότε, θεωρώ ότι είναι μία εποχή που τρέχει, αλλά νομίζω ότι μπορούμε να βρούμε τους μηχανισμούς αντίστασης σε σχέση με αυτό, με την έννοια του να πούμε, για κάτσε λίγο, να δούμε τι συμβαίνει. Και αυτό ευτυχώς μέσα σε ένα πλαίσιο πρόβας, υπάρχει πολύ σε μας. Όταν μπαίνουμε στη διαδικασία, ενώ τρέχουμε από εδώ, από εκεί, μιλάμε με τα δευτερόλεπτα. Ο χρόνος μας πολύ, κατακερματισμένος, με τις ώρες και τα δευτερόλεπτα, αλλά όταν μπαίνουμε στη διαδικασία της δημιουργίας, κάπως όλα ησυχάζουν. Και είναι και αυτή η ψευδαίσθηση του μικρόκοσμου, ότι μπαίνεις σε έναν δικό σου μικρόκοσμο εκεί, ο οποίος όμως μας βοηθάει να δημιουργήσουμε και να συνεχίσουμε. Οπότε, θεωρώ ότι, ναι, αυτό το άπλωμα του χρόνου έχει θέση στη σημερινή κατάσταση που ζούμε. Είχατε πει σε άλλη συνέντευξη ότι δεχτήκατε περίπου 2000 βιογραφικά, 450 πέρασαν στην επόμενη φάση. Είναι αλήθεια αυτό, ότι δηλαδή απλώνουμε πολύ τα πράγματα, γιατί θέλουμε όντος να είναι ουσιαστικό αυτό, αλλιώς δεν θα κάναμε ακρόαση. Δεν θα είχε νόημα για εμάς απλά να περνάει ο κόσμος. Γιατί για εμάς η ακρόαση είναι δημιουργική διαδικασία. Μάθαμε τόσο πολλά πράγματα για το έργο και πώς θα θέλαμε να το χειριστούμε αυτό.

Πώς προέκυψε η συνεργασία με το Εθνικό Θέατρο;
Προέκυψε από την Αργυρώ Χιώτη. Πήρε τηλέφωνο το Χρήστο και έτσι κάπως έγινε. Όταν ξεκίνησε φαντάζομαι η Αργυρώ να κάνει τον προγράμματισμό, ήθελε να συνεργαστεί με κάποιους συγκεκριμένους ανθρώπους αρχικά. Μας προσέγγισε η Αργυρώ, το Χρήστο δηλαδή, έγινε η συζήτηση και μετά το ένα έφερε το άλλο. Εσείς από το κείμενο του Πουά, ποια στοιχεία του θέλατε να αναδείξετε σκηνοθετικά και κινησιολογικά; Το κείμενο από μόνο του δεν έχει μία συγκεκριμένη τοποθέτηση σε σχέση με μία ροή, σε σχέση με έναν τόπο, έναν χρόνο. Είναι ιστορίες διαφορετικές. Αυτό που εγώ καταλαβαίνω, γιατί μετά που το έχεις κάνει, καταλαβαίνεις και πράγματα, τα οποία τα δούλεψες μέσα, αλλά δεν τα καταλάβαινες εκείνη την ώρα. Είναι η ζωή για μένα. Δηλαδή αυτός είναι ο άξονας που εμένα με ενέπνευσε και αυτό βασικά για μένα είναι πολύ ουσιαστικό και δυνατό σε αυτή την παράσταση. Και αυτό ήθελα πάρα πολύ να το χρησιμοποιήσω και στην κίνηση. Γι’ αυτό και βλέπεις πάρα πολύ και στο δεύτερο μέρος, που είναι ουσιαστικά το κομμάτι που κάπως πιο ακαδημαϊκά είναι το χορογραφικό κομμάτι, είναι μία κίνηση που λέει μπορώ, αντέχω, θα συνεχίσω με ό,τι συμβαίνει και με όσα μέσα έχω. Δεν είναι μόνο ο λόγος, είναι το σώμα, είναι η φωνή μου, είναι ο ιδρώτας μου.
Τα σώματα παίζουν προεξάρχοντα ρόλο στις δημιουργίες σου. Πόσο απαιτητική διαδικασία είναι να βρεις ηθοποιούς οι οποίες/οι να μπορούν να στηρίξουν υποκριτικά αλλά και κινησιολογικά το όραμά σας;
Λοιπόν, τώρα, εγώ είμαι μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση γιατί είμαι ένα παιδί που προέρχεται από πραγματικά διαφορετικούς χώρους. Από υποκριτική και από χορό. Οπότε, όταν δουλεύουμε μια παράσταση προφανώς ψάχνουμε ανθρώπους που θα ήθελα εγώ να μπορούν να τα ανταπεξέλθουν σε πράγματα τα οποία φαντάζομαι. Όταν παίρνω ένα κείμενο και αρχίζουμε και συζητάμε με τον Χρήστο, κατευθείαν αρχίζω και φαντάζομαι και δημιουργείται στο κεφάλι μου ένας κόσμος μου τρελός.
Μέσα στην πρόβα ασχολούμαι πάρα πολύ με το προσωπικό υλικό του κάθε ηθοποιού. Γι’ αυτό και είμαι συνέχεια στις πρόβες. Δηλαδή, δεν είμαι σίγουρα ένας άνθρωπος που είναι επισκέπτης. Όχι ότι αυτό είναι κακό, αλλά εγώ δεν μπορώ. Από τη στιγμή που θα ξεκινήσω ένα project είμαι τρεις ώρες πριν και τρεις ώρες μετά στην πρόβα. Παίρνω πάρα πολύ υλικό από τους ανθρώπους. Δηλαδή, ο Ανδρέας Νάτσιος, ο οποίος είναι ο μεγαλύτερος σε ηλικία, όταν ξεκινήσαμε το project, ήρθε και μου έλεγε με πολύ μεγάλη αγωνία πώς θα το κάνω εγώ αυτό; Και του λέω, Ανδρέα, ό,τι έχεις, με αυτό που είσαι εσύ θα πάμε. Γιατί δεν με ενδιαφέρει εγώ να έχω μια ιδέα και ξαφνικά να την προσαρμόσω σε σένα. Το υλικό είναι ένας διάλογος. Έχω μια ιδέα, την προτείνω. Μου προτείνεις εσύ κάτι άλλο και έτσι δημιουργείται το υλικό. Δεν είναι, δηλαδή, κάτι που εγώ έχω δείξει στο κεφάλι μου και με αυτό θα πάμε.
Και ο Χρήστος δουλεύει πολύ έτσι. Και γι’ αυτό ειδικά σε αυτήν την παράσταση βλέπεις και διαφορετικές ηλικίες. Δε χορεύουν όλοι, όμως, με όλους ασχοληθήκαμε. Για παράδειγμα με το ρόλο της Ρενάτα, που παίζει η Ιωάννα Μαυρέα, δουλέψαμε με τα γόνατα, με πολλές λεπτομέρειες στην κίνηση. Οπότε, είναι πολύ το προσωπικό υλικό. Δεν είναι μόνο το δικό μου όραμα. Πραγματικά, δε σκέφτομαι καθόλου το δικό μου όραμα. Το δικό μου όραμα δημιουργείται με τους ανθρώπους μαζί και έχει ένα κοινό, παρονομαστή τελικά. Ξέρω τι θέλω, προς τα που θέλω να πάω. ‘Ήθελα κάποια στιγμή που να είναι έντονη και να δώσει, ας πούμε, αυτή τη ζωή, χρειαζόταν πάρα πολύ στο έργο. Αλλά δεν είναι από μόνη μου, ο διάλογος είναι πολύ βασικός.

Πέρα από τις ήδη υπάρχουσες ιστορίες του έργου, η Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου, χρόνια συνεργάτιδα της “Ορχήστρας των Μικρών Πραγμάτων”, γράφει τρεις εμβόλιμες ιστορίες για να συμπεριλάβει επιπλέον ζητήματα και κοινωνικές ταυτότητες. Θέλεις να μας πεις δύο λόγια για αυτές τις ιστορίες και πως αποφασίσατε να τις συμπεριλάβετε στο έργο;
Η αρχική κουβέντα ήταν ότι η Ιζαμπέλα και ο Χρήστος ήθελαν να βάλουν και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα μέσα στο έργο για να συμπληρώσουν κάποια πράγματα. Ας πούμε, ο Ιμπραήμ, που είναι στο τέλος του πρώτου μέρους, είναι από την Παλαιστίνη, το οποίο είναι ένα πολύ καίριο θέμα και για τους ίδιους και για την ομάδα και παγκόσμιο. Αυτή η ιστορία είναι πολύ ωραία, γιατί ουσιαστικά ένας λαός που έχει γεννηθεί μαζί στον πόλεμο συνεχίζει να ζει και να θέλει να υπάρξει με τόση μανία, με την έννοια ότι θα ζήσω, θα τα καταφέρω και θα ζήσω στα συντρίμμια, στα ερείπια και θα προσπαθήσω να συνεχίσω να υπάρχω. Ο Πάνος, που είναι ο Θάνος ο Μαγκλάρας, που ασχολείται πολύ με το θέμα της βίας μέσα στην οικογένεια και το τι σημαίνει η ομοφυλοφιλία. Πέρα από την αρτιότητα της παράστασης σε όλα τα επίπεδα, κατά τη γνώμη μου και όχι μόνο τη δική μου, αυτό που με εντυπωσίασε θετικά ήταν πως δε βίωσα συναισθήματα άγχους και φόβου, πράγμα παράξενο αν αναλογιστούμε το θέμα της παράστασης. Ήταν μέσα στους στόχους σας αυτό; Σίγουρα δεν θέλουμε να προκαλέσουμε το συναίσθημα. Ο δρόμος που ακολουθούμε είναι ο απλός δρόμος. Είναι κάποιοι άνθρωποι που λένε μια ιστορία, τη δική τους ιστορία και μέσα από αυτό ανοίγουν τα νοήματα και επικοινωνείς στον κόσμο που έρχεται να το δει. Και κάπως αυτό είναι η «Ορχήστρα των Μικρών Πραγμάτων». Μέσα από τα μικρά πράγματα μπορούμε να πούμε μεγάλα πράγματα και δε χρειάζονται ούτε οι συναισθηματικές φορτίσεις, ούτε οι εξαναγκασμοί, τίποτα. Σου το δίνω να το πάρει και κάνε εσύ ό,τι θέλεις. Κάνε τους δικούς σου συνειρμούς. Πάντα με τη μουσική, πάντα με το σκηνικό, πάντα με την κίνηση, πάντα με το λόγο. Ναι, φυσικά οδηγείς. Αλλά δεν είναι αυτό το έλα τώρα εδώ, θα σε πιάσω εδώ απ’ τα μαλλιά και θα σε εξαναγκάσω σε μια συνθήκη. Όχι, δεν είναι αυτό σίγουρα. Δεν είναι αυτή η πρόθεσή μας.

Επιπλέον φέτος, επιμελήθηκες την κίνηση και για την παράσταση “Μέχρι να σβήσουν τ’ άστρα” σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Πόσο διαφορετικό ή όχι, είναι να δουλεύεις έξω από την ομάδα της Ορχήστρας των Μικρών Πραγμάτων;
Είναι πολύ διαφορετικό. Πάρα πολύ διαφορετικό, γιατί εκεί καλείσαι να υπηρετήσεις, θα το πω έτσι, λίγο πιο κλίσε, ένα όραμα που δεν είναι δικό σου. Μπαίνω πάρα πολύ σε αυτό. Δηλαδή, ενώ έχω πολύ ισχυρή γνώμη και άποψη στα πράγματα, προσπαθώ πολύ να καταλάβω τι θέλει ο άλλος από μένα και όχι να του φέρω εγώ το δικό μου κόσμο και να του πω «Ξέρεις, θα κάνεις αυτό, θα κάνεις εκείνο». Και είναι διαφορετική η συνθήκη, γιατί εγώ, με τον Χρήστο, παίρνουμε πάρα πολύ χρόνο και πριν τις πρόβες. Οπότε αυτό ήδη είναι κάτι το οποίο διαφέρει πολύ με τις συνεργασίες μου, που είναι εκτός Ορχήστρας. Τους «Πέρσες», για παράδειγμα, που θα ανέβουν το καλοκαίρι και τους ετοιμάζουμε, ο Χρήστος τους σκέφτεται πέντε χρόνια. Δουλέψαμε ήδη στην Καβάλα με αυτό, σε ένα εργαστήριο που κάναμε. Ή ας πούμε, τη «Σφαγή των Παρισίων, που είχαμε κάνει κάποια στιγμή στο φεστιβάλ. Ο Χρήστος από τη σχολή, θυμάμαι έλεγε, αυτό το έργο θέλω να το κάνω. Και σκεφτόταν μια συγκεκριμένη στιγμή που τελικά έγινε, μετά από δέκα χρόνια.
Φέτος το καλοκαίρι θα συμμετέχεις για πρώτη φορά στο Φεστιβάλ Επιδαύρου με τους Πέρσες, σε σκηνοθεσία του Χρήστου Θεοδωρίδη, στην οποία θα συμμετάσχεις και ως μέρος του χορού. Πρόκειτα για ένα έργο που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε “θέατρο ντοκουμέντο” της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας και ποιοι καλύτεροι από εσάς για να αναλάβουν αυτό το εγχείρημα. Πώς νιώθεις για αυτή τη νέα συνθήκη;
H αλήθεια είναι ότι δεν έχουμε ξανακάνει κάτι τέτοιο με τον Χρήστο και αυτό είναι ένα μεγάλο στοίχημα για εμάς, για το πώς θα καταφέρουμε να δουλέψουμε σε μια τέτοια συνθήκη, αλλά βαφτιστήκαμε στο ανοιχτό θέατρο με το Φεστιβάλ Φιλίππων. Μας είχε καλέσει εκεί η Εύα Οικονόμου – Βαμβακά, η καλλιτεχνική διευθύντρια του ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας, να διδάξουμε σε ένα εργαστήριο τον περασμένο Αύγουστο. Ήταν ανοιχτό θέατρο και το θέμα ήταν το αρχαίο δράμα και ο Χρήστος ήθελε να ασχοληθούμε με τους «Πέρσες». Καταπιαστήκαμε με αυτό σε μικροκλίμακα, καμία σχέση με τώρα. Όχι μόνο σε σχέση με το θέατρο, γιατί αυτό το έργο που θα ανέβει στην Επίδαυρο, θα ανέβει και σε άλλα θέατρα σε όλη την Ελλάδα. Θα είναι μεγάλος θίασος, εικοσιπέντε άτομα.
Τι να περιμένουμε ότι θα δούμε;
Αυτό πρέπει να ρωτήσεις το Χρήστο γιατί ακόμα είμαστε στη διαδικασία που συζητάμε.
Έχει ολοκληρωθεί η επιλογή των ηθοποιών; Έχουν ξεκινήσει οι πρόβες;
Όχι δεν έχουν ξεκινήσει, τέλη Απριλίου θα ξεκινήσουμε. Τώρα είμαστε στη διαδικασία που κάπως ψάχνουμε τους ηθοποιούς. Η πρόθεση είναι να δουλέψουμε πολύ και με ηθοποιούς που έχουν δουλέψει με την Ορχήστρα, αυτό είναι πολύ βασικό για εμάς. Και με καινούριους, όπως είναι η Μαρία Ναυπλιώτου και ο Δημήτρης Καταλειφός, που δεν έχουμε δουλέψει ξανά μαζί. Ανυπομονώ πάρα πολύ για αυτό. Η κουβέντα μας λαμβάνει χώρα μια μέρα πριν την απεργία των ηθοποιών για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας τους μέσω των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, των πληρωμένων προβών κ.ά.

Σε μια χώρα που αντιμετωπίζονται οι τέχνες περισσότερο ως χόμπι παρά ως επάγγελμα, πόσο σημαντικές είναι αυτές οι διεκδικήσεις και η συσπείρωση των εργαζομένων;
Πάρα πολύ σημαντικές για μένα. Θεωρώ ότι πρέπει να είναι πιο συχνές. Να βγαίνουμε γενικότερα στον δρόμο, να διεκδικούμε, γιατί θεωρώ ότι είναι η μόνη λύση. Πρέπει να ακουστεί ξανά και ξανά. Πρέπει να βελτιωθούν οι συνθήκες σίγουρα, είναι απαράδεκτο, στο ελεύθερο θέατρο δεν πληρώνονται οι πρόβες. Οι μισθοί είναι πάρα πολύ χαμηλοί. Υπάρχουν πολλά προβλήματα στο χώρο. Και εγώ το υποστηρίζω απόλυτα. Ακόμα περισσότερο πρέπει να το ενισχύσουμε.
Να αναφέρουμε εδώ πως το Εθνικό Θέατρο, υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση της κυρίας Χιώτη και προς τιμήν του, υπέγραψε τη Συλλογική Σύμβαση.
Θεωρώ ότι είναι πάρα πολύ σημαντικό και πρέπει να βοηθήσουμε όλοι σε σχέση με αυτό. Διαβάσαμε και το κείμενο των διεκδικήσεων στο Εθνικό, μια μέρα που είχε έρθει το ΣΕΗ και μας είπε για τις κινητοποιήσεις. Άσχετα αν το Εθνικό έχει υπογράψει, δεν έχει σημασία. Ο κόσμος πρέπει να το ακούσει ξανά και ξανά.
Στους μαθητές σου τι λες για τη ζωή μετά τη σχολή;
Η πρώτη συμβουλή είναι να γυμνάζονται, είναι πάρα πολύ βασικό και σε όλους τους ανθρώπους το λέω. Θέλω να πω ότι το πιστεύω πάρα πολύ αυτό. Όχι με την έννοια να πηγαίνουν να κάνουν εκατό κοιλιακούς ή να κάνουν διακόσιες κάμψεις, αλλά να βάλουν την κίνηση στη ζωή τους. Και σε σχέση με το υλικό που μπορεί να ενδυναμωθεί με την υποκριτική τους, δηλαδή με το χορό. Αλλά και σε σχέση με την προετοιμασία τους και το πως θα αντέξει αυτό το σώμα. Γιατί είναι δύσκολο το επάγγελμα. Δεν είναι εύκολο να έχεις ένα σώμα που είναι εργαλείο. Το άλλο που τους λέω, είναι να τολμούν. Εγώ θεωρώ ότι πρέπει ειδικά στα νέα παιδιά να τους δίνουμε συνέχεια το boost, γιατί αυτοί είναι το μέλλον, δεν είμαστε εμείς. Και αυτοί θα το αλλάξουν, αν αλλάξει κάτι. Και θα μας βοηθήσουν να προχωρήσουμε. Και το τρίτο και πολύ βασικό είναι να ταξιδεύουν. Δηλαδή να έχουν αναφορές. Να ταξιδεύουν και για προσωπικούς λόγους, αλλά και για να βλέπουν πράγματα. Γιατί θεωρώ ότι το θέατρο δεν είναι η Ελλάδα μόνο, αν είσαι ηθοποιός, είναι παγκόσμιο. Οπότε οι διαφορετικές αναφορές παγκοσμίως θα τους βοηθήσουν σίγουρα να εμπλουτίσουν τον κόσμο τους. Να φανταστούν περισσότερα πράγματα. Και να καταλάβουν ότι δεν είναι μόνο η Ελλάδα και η Αθήνα. Αλλά είναι όντως ένας παγκόσμιος χάρτης στην τέχνη. Για μένα αυτά τα τρία είναι τα βασικά.
Σε σχέση με τη δουλειά και τα εργασιακά τους και το αν θα μπορέσουν ποτέ να βιοποριστούν από αυτή τη δουλειά, τι τους λες;
Αυτό που προσπαθώ πάρα πολύ και μάλιστα όντως το συζήτησα με παιδιά που τελειώσανε πέρυσι, τους λέω ότι πρέπει να διεκδικείτε και για τις πρόβες. Δεν είναι δεδομένο, δεν πρέπει να είναι δεδομένο, ότι επειδή είσαι ένα νέο παιδί, δε θα πληρωθείς. Πρέπει να το διεκδικείς από την αρχή. Γιατί αν δεν το διεκδικήσεις, ο άλλος θεωρεί δεδομένο ότι πραγματικά αυτό το πράγμα δε θα προχωρήσει στο βιοπορισμό σου. Και επίσης, αυτά τα παιδιά, τα περισσότερα παιδιά, έχουν ξοδέψει πολλά χρήματα και πολύ κόπο. Και άλλα δουλεύουν μία και δύο δουλειές για να συντηρήσουν μια ιδιωτική σχολή. Τα παιδιά δουλεύουν, το οποίο είναι δύσκολο. Δουλεύουν βράδυ, δουλεύουν σαββατοκύριακα. Και παιδιά όμως που είναι στο Εθνικό και στο Κρατικό, που δεν έχουν το επιπλέον βάρος να πληρώσουν τα δίδακτρα, είναι επίσης δύσκολα, γιατί πολλά παιδιά δεν είναι από την πόλη στην οποία σπουδάζουν, οπότε χρειάζεται να συντηρήσουν σπίτι, ενοίκιο και είναι πολύ δύσκολο. Άρα, προφανώς πρέπει να διεκδικήσουμε το καλύτερο για αυτούς.

Στο Παλκοσένικο συλλέγουμε θεατρικές ιστορίες για να αποτυπώνονται σε ψηφιακό χαρτί. Έχεις κάποιες που θα ήθελες να μοιραστείς μαζί μας;
Το σίγουρο είναι αυτό που ανέφερα πριν, αυτό το ντοκιμαντέρ της Pina Bausch. Είναι ένα πράγμα το οποίο μου άλλαξε την οπτική. Είναι αυτό που κάτι βλέπεις και παίρνεις την απόφαση. Απόφαση να φύγεις από την Ελλάδα, να κάνεις κάτι άλλο. Ένα είναι αυτό. Και το άλλο είναι μια παράσταση του Μιχαήλ Μαρμαρινού, «Οι Βίοι Αγίων». Πήγα και την είδα δέκα φορές. Ειλικρινά, δεν υπερβάλλω. Δέκα φορές. Εκείνη η παράσταση για μένα, μου έδωσε πραγματικά τόσο πολύ κουράγιο, ότι αυτό που φαντάζομαι μπορεί να υπάρξει. Και αυτό να το συνεχίσω.
Εκείνος το ξέρει;
Είναι πολλά τα χρόνια. Δε θυμάμαι αν του το έχω πει, η αλήθεια είναι. Αυτά είναι τα ωραία. Βρεθήκαμε και τελευταία για την Επίδαυρο, δεν ξέρω αν του το έχω πει, αλλά με έχει στιγματίσει πολύ. Αυτά τα δύο σίγουρα με έχουν στιγματίσει σχετικά με την καλλιτεχνική μου πορεία. Και θυμάμαι και ένα τελευταίο. Επειδή είχα πάρα πολύ ανασφάλεια με το λόγο όταν είχα αρχίσει να ασχολούμαι με το χορό, θυμάμαι χαρακτηριστικά την κουβέντα του Χρήστου. Του λέω, “ρε Χρήστο, είναι ok να χρησιμοποιήσω ξανά το λόγο;”, και μου λέει, “εννοείται!”. Ήταν πολύ σημαντικό για μένα. Με ξεκλείδωσε και μου έδωσε κουράγιο. Αυτός είναι ο Χρήστος. Σου δίνει και σου λέει προχώρα, και τι έγινε, είναι και δικό μου χαρακτηριστικό, αλλά όταν είναι για μένα δε δουλεύει. Ενώ για τους άλλους δουλεύει πολύ. Ξέρεις, κι εγώ χρειάζομαι, ρε παιδί μου αυτή την ενδυνάμωση. Αυτό θέλω να πω.

Κλείνοντας την κουβέντα μας, υπάρχει κάτι που δεν σε ρώτησα και θα ήθελες να μου πεις. Ή κάτι που δεν ξέρουμε για σένα;
Η αλήθεια είναι, ένα πολύ βασικό για μένα, έτσι ήθελα αυτό να το αναφέρω, ότι συχνά δεν με καλούν για συνεντεύξεις. Θα σου πω τι γίνεται. Θεωρώ ότι είναι πολύ ωραίο να δίνεις συνεντεύξεις, γιατί κάπως υπάρχει αυτός ο διάλογος με τους ανθρώπους. Και είναι σημαντικό και για το χορό αυτό. Επειδή ο χορός στην Ελλάδα δεν είναι τόσο ανεπτυγμένος και θεωρώ ότι έχει πολλούς ωραίους ανθρώπους στην Ελλάδα, και χορευτές/τριες και δημιουργούς χορογράφους κλπ. Είναι πολύ ωραίο να μιλάνε οι συντελεστές, πέρα από το σκηνοθέτη και πέρα από τους ηθοποιούς. Και οι σκηνογράφοι και οι φωτιστές, γιατί το θέατρο είναι ομαδικό και είναι η τελευταία επαναστατική κίνηση. Στην κοινωνία που μας απομονώνει και θέλει να είμαστε μονάδες, το θέατρο είναι μια τέτοια κοινωνία που προωθεί το σύνολο. Ως κοινό πολλές φορές δεν αντιλαμβανόμαστε τη δουλειά των υπόλοιπων συντελεστών παρά μόνο όταν κάτι δεν έχει λειτουργήσει σωστά. Αντίστοιχα και με το σημαντικό ρόλο των χορογράφων που δεν τον αντιλαμβανόμαστε πλήρως.
Ένας χορογράφος σε μια παράσταση δεν ασχολείται μόνο με το πώς οι άνθρωποι θα χορέψουν. Είναι και πάρα πολύ σημαντική η δυναμική στο χώρο. Σε πολλές παραστάσεις, έχει τύχει να λένε για μένα, πολύ ωραία αυτή η στιγμή. Ενώ δεν είναι αυτή η κορύφωση. Η δουλειά που γίνεται σε σχέση με τον blocking που λέμε. Δηλαδή, ποιες αποστάσεις έχουν οι ηθοποιοί, πώς είναι ο χώρος, τι σχέση έχει ο ηθοποιός με το χώρο και σε σχέση με τον άλλον άνθρωπο. Γιατί όλα αυτά παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο, σε σχέση με τη δυναμική. Τελικά, τι θα εκλάβει ο θεατής, ας πούμε. Οπότε θεωρώ, είναι πάρα πολύ βασικό να υπάρχει ένας άνθρωπος που να ασχολείται και να βοηθάει τον σκηνοθέτη σε σχέση με αυτό και τους ηθοποιούς.
Τις περισσότερες φορές θεωρούμε ότι αυτή τη δουλειά την κάνει ο σκηνοθέτης.
Ο σκηνοθέτης, είναι όντως αυτός που φτιάχνει τα πράγματα, με την έννοια ότι τα ενορχηστρώνει, όπως οι μαέστροι. Αλλά οι υπόλοιποι συντελεστές, αν όντως τους ενδιαφέρει αυτό με το οποίο ασχολούνται, είναι πολύ βοηθητικά εργαλεία. Και είναι τελικά πραγματικά μια προσπάθεια του συνόλου.
Έχεις κάποιο όνειρο, κάποιο όραμα ή κάποια συνεργασία που θα ήθελες εσύ πολύ με κάποιον άνθρωπο;
Εγώ είμαι πάρα πολύ χαρούμενη που είμαστε ομάδα. Δεν ξέρω στα χρόνια τα επόμενα, αλλά πραγματικά νιώθω τόσο γεμάτη με αυτό. Και με τον Χρήστο, και με την Ιζαμπέλα, τον το Γιώργο, την Άννα, την Τίνα, τον Παύλο, τον Τάσο, και με όλα τα παιδιά. Νιώθω τόσο καλά, γιατί δε νιώθω καθόλου ότι έχω εγκλωβιστεί σε κάτι, έχω πολύ θέμα με αυτό. Δε θέλω, δε μπορώ, σηκώνομαι και φεύγω, μπαμ! Και αυτό έχει κρατήσει, γιατί αισθάνομαι ελεύθερη μέσα σε αυτό. Και πολύ δημιουργική και ότι πραγματικά, συνέχεια ανακαλύπτουμε και ανακαλύπτουμε πράγματα. Και σε σχέση με την τεχνική την ίδια, των ηθοποιών, με το δημιουργικό κομμάτι, με την υποκριτική, με τα εργαστήρια.
Είπαμε για την Επίδαυρο. Έχετε κάποιο προγραμματισμό για τη νέα θεατρική σεζόν;
Υπάρχουν διάφορες προτάσεις που συζητάμε με τον Χρήστο, αλλά ακόμα δεν είναι ανακοινώσιμες. Ένα βασικό για μας πλάνο το οποίο έχει προκύψει τα τελευταία χρόνια είναι μια στέγη. Είναι πολύ σημαντικό το ότι υπάρχει ένας χώρος, όπου μπορούμε να κάνουμε πρόβες όταν δεν είμαστε σε κάποιο ίδρυμα όπως είναι το Εθνικό, όπως είναι το Κρατικό και μας έχει βοηθήσει για τις πρόβες ότι υπάρχει ο χώρος μας, το botanique//studio69 . Αλλά έχει αρχίσει να είναι μεγάλη η ανάγκη να υπάρξει και στέγη όπου να μπορούμε να ανεβάζουμε τις παραστάσεις μας.

