Γράφει η Ελπινίκη Νίνου
«Εσύ, εγώ και ο Φεϊντώ» – ένα ζωντανό tribute στη φάρσα και στην τέχνη της παρεξήγησης
Υπάρχουν θεατρικά είδη που μοιάζουν ελαφρά, αλλά στην πραγματικότητα απαιτούν τεράστια ακρίβεια. Η φάρσα –και ιδιαίτερα η γαλλική παράδοση του vaudeville– είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Με ρυθμό καταιγιστικό, με παρεξηγήσεις που διαδέχονται η μία την άλλη, με πόρτες που ανοίγουν και κλείνουν διαρκώς και με χαρακτήρες που βρίσκονται συνεχώς ένα βήμα πριν από την αποκάλυψη, η φάρσα απαιτεί συγγραφική δεξιοτεχνία, σκηνική ακρίβεια και ερμηνευτική πειθαρχία.
Η παράσταση «Εσύ, εγώ και ο Φεϊντώ» του Δημήτρη Αλεξίου, που παρουσιάζεται στο θέατρο Μικρός Κεραμεικός, αποτελεί ακριβώς ένα τέτοιο θεατρικό παιχνίδι ακρίβειας: ένα συνειδητό και απολαυστικό αφιέρωμα στον μεγάλο μάστορα της γαλλικής φάρσας, τον Ζορζ Φεϊντώ.
Ο Ζορζ Φεϊντώ υπήρξε ο μεγάλος ανανεωτής της γαλλικής κωμωδίας στα τέλη του 19ου αιώνα. Τα έργα του καθιέρωσαν μια μορφή θεάτρου όπου η κωμωδία γεννιέται από την αλυσιδωτή παρεξήγηση, την απελπισμένη προσπάθεια των ηρώων να κρύψουν κάτι και την μαθηματική σχεδόν ακρίβεια της σκηνικής μηχανής.
Το vaudeville, το είδος που υπηρέτησε, βασίζεται στο γρήγορο ρυθμό, τις πολλαπλές συμπτώσεις και παρεξηγήσεις και ένα σκηνικό μηχανισμό σχεδόν χορογραφημένο.
Δεν είναι τυχαίο ότι στο θέατρο ο Φεϊντώ θεωρείται «ο αρχιτέκτονας της κωμικής καταστροφής»: οι χαρακτήρες του μπλέκουν σε τόσο περίπλοκες καταστάσεις ώστε το γέλιο προκύπτει από την απόλυτη απώλεια ελέγχου. Ένα σύγχρονο έργο που επιχειρεί να συνομιλήσει με αυτή την παράδοση οφείλει να κατανοεί βαθιά το είδος και η παράσταση του Αλεξίου δείχνει να το γνωρίζει καλά.
Το πρώτο και βασικό προτέρημα της παράστασης είναι το ίδιο το κείμενο. Ο Δημήτρης Αλεξίου γράφει μια κωμωδία οικογενειακών παρεξηγήσεων και εξωσυζυγικών μπερδεμάτων, όπου εννέα χαρακτήρες βρίσκονται αντιμέτωποι με παράλογες αλλά απολύτως αναγνωρίσιμες καταστάσεις της καθημερινότητας.
Πρόκειται για ένα πάρα πολύ καλό κείμενο που αφορμάται από τις ιστορίες του Φεϊντώ, με ζωντανούς και ρεαλιστικούς διαλόγους, γρήγορο ρυθμό και ευφυές χιούμορ. Ο συγγραφέας τολμά επίσης να ενσωματώσει μια μικρή δόση επιθεωρησιακού ύφους, με νύξεις στην επικαιρότητα που λειτουργούν σαν επιπλέον κωμικά στοιχεία μέσα στο παιχνίδι των παρεξηγήσεων.
Η γραφή της φάρσας είναι από τα πιο δύσκολα είδη δραματουργίας: η πλοκή πρέπει να είναι αδιάκοπη, οι χαρακτήρες σαφείς και το χιούμορ να προκύπτει οργανικά από τη σύγκρουση. Ο Αλεξίου καταφέρνει να το φέρει εις πέρας έξυπνα και καλλιτεχνικά, χωρίς κενά ούτε στην πλοκή ούτε στην κατασκευή των χαρακτήρων.
Η ομάδα των ηθοποιών λειτουργεί σαν ένα χαρούμενο και ζωηρό μελίσσι. Από τα πρώτα λεπτά γίνεται σαφές ότι οι συντελεστές απολαμβάνουν βαθιά αυτό που κάνουν και αυτή η χαρά μεταδίδεται αμέσως στο κοινό.
Οι ερμηνευτές υπηρετούν το είδος με μεράκι και συνέπεια. Στη φάρσα, το σώμα, ο ρυθμός και το timing είναι τα πάντα· εδώ οι ηθοποιοί φαίνεται να «ιδρώνουν τη φανέλα» στο 100%, κρατώντας την ενέργεια της παράστασης διαρκώς σε υψηλό επίπεδο.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί η ομαδικότητα: κανένας δεν προσπαθεί να «κλέψει» τη σκηνή, αλλά όλοι λειτουργούν ως κομμάτια ενός καλοκουρδισμένου μηχανισμού.
Η σκηνοθεσία του Αλεξίου αξιοποιεί τα πλεονεκτήματα των ηθοποιών και αναδεικνύει το κείμενο χωρίς περιττές φανφάρες.
Σε μια μικρή σκηνή όπως αυτή του Μικρού Κεραμεικού, η παράσταση καταφέρνει να δημιουργήσει τουλάχιστον τέσσερις διαφορετικούς χώρους δράσης. Οι πόρτες ανοίγουν και κλείνουν ασταμάτητα, οι ήρωες μπαινοβγαίνουν με καταιγιστικό ρυθμό και το αποτέλεσμα βασίζεται στο απόλυτα συγχρονισμένο timing – βασική προϋπόθεση κάθε επιτυχημένης φάρσας.
Παράλληλα, μέσα στην κωμική δίνη υπάρχουν και λίγες στιγμές ρεαλισμού: στιγμές όπου πάει να ειπωθεί μια δύσκολη αλήθεια. Οι ηθοποιοί τις διαχειρίζονται εξαιρετικά, χωρίς να τις δραματοποιούν υπερβολικά αλλά και χωρίς να τις αφήνουν να περάσουν απαρατήρητες. Αυτές οι μικρές ρωγμές προσθέτουν βάθος σε μια κατά τα άλλα ξέφρενη κωμωδία.
Το «Εσύ, εγώ και ο Φεϊντώ» είναι τελικά αυτό που υπόσχεται: ένα θεατρικό παιχνίδι ανάμεσα στο παρόν και στην παράδοση της φάρσας. Δεν προσπαθεί να ανακαλύψει εκ νέου το είδος ούτε να το αποδομήσει. Το τιμά, το κατανοεί και το υπηρετεί με χαρά.
Και ίσως αυτό είναι το πιο σημαντικό: σε μια εποχή όπου το θέατρο συχνά καταφεύγει στη σοβαροφάνεια, η παράσταση θυμίζει ότι το γέλιο είναι μια από τις πιο απαιτητικές, αλλά και πιο απελευθερωτικές μορφές θεατρικής εμπειρίας.
Ένα πραγματικό tribute στον Φεϊντώ, στο vaudeville και στη φάρσα, που επιβεβαιώνει ότι η τέχνη της παρεξήγησης, όταν εκτελείται με ακρίβεια και αγάπη για το είδος, μπορεί ακόμη να χαρίζει δύο ώρες αβίαστης θεατρικής απόλαυσης.

