Κουβεντιάζοντας για τον Παρείσακτο

Επιμέλεια συνέντευξης: Τασιάνα Τσιάκου

Η παράσταση του Κωνσταντίνου Αβράμη που παίζεται στο Φουαγιέ του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά μέχρι τις 31 Μαΐου, πραγματεύεται, με ευαισθησία, εκτός από το πολύ ιδιαίτερο θέμα των μεταμοσχεύσεων και θέματα αναζήτησης της ταυτότητάς μας σε ατομικό , αλλά και σε συλλογικό επίπεδο και μάλιστα, με «ιστορικές αναδρομές» μέσα από φανταστικούς χαρακτήρες… Η σημειολογία της είναι πραγματικά καταιγιστική, καθώς η κίνηση και οι αλληγορίες διαδέχονται αλλεπάλληλα η μία την άλλη. Μια πολυσύνθετη δουλειά, που σίγουρα μπορεί κανείς να τη δει και να συνδεθεί μαζί της και δεύτερη φορά…


Με ποια στοιχεία επιδιώξατε να συνθέσετε τον «κορμό» της παράστασης, δηλαδή τον ψυχολογικό και ιδεολογικό χώρο, όπου ο θεατής μπορεί να ταυτιστεί μ’ εσάς και το έργο κι ενδεχομένως να φτάσει στη δική του «κάθαρση», ώστε να μη φύγει ως «Παρείσακτος»; Τι ρόλο παίζει η υποβλητική μουσική του Θοδωρή Οικονόμου σε αυτό;

Ελένη Νιωτάκη: Το όλο εγχείρημα ξεκίνησε από το ομώνυμο αυτοβιογραφικό δοκίμιο του Γάλλου φιλοσόφου Ζαν Λυκ Νανσύ, στο οποίο καταγράφει τη συγκλονιστική του εμπειρία από τη μεταμόσχευση καρδιάς στην οποία υποβλήθηκε και πραγματεύεται το εξής παράδοξο: η δική του νοσούσα καρδιά εξάγεται, για να αντικατασταθεί από μία ξένη υγιή καρδιά που εισβάλλει ως παρείσακτος και ανατρέπει τα όρια του εαυτού και της ταυτότητας. Αυτό υπήρξε το σημείο εκκίνησης για μία μεγάλη έρευνα που αφορούσε συνεντεύξεις, ντοκιμαντέρ, πανεπιστημιακές εργασίες, τη συνεργασία μας με το Πάντειο Πανεπιστήμιο και το Πανεπιστήμιο Κρήτης, την επικοινωνία μας με το Ωνάσειο Νοσοκομείο και τον Ελληνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων. Συλλέξαμε ένα πλούσιο υλικό, το οποίο σταχυολογήθηκε και διανθίστηκε με μυθοπλαστικές ιστορίες από τον Κωνσταντίνο (Αβράμη). Οι δύο αυτοί κόσμοι (πραγματικότητας και φαντασίας) συγγραφικά διαπλέχθηκαν, ενώ σκηνικά παρέμειναν διακριτοί χάρη σε μία καθοριστική σκηνοθετική/δραματουργική επιλογή, που δεν μπορώ να σας αποκαλύψω. Σίγουρα, πάντως, σε αυτή συνέβαλε καθοριστικά και η μουσική, που αποτελεί σημαντικό κομμάτι της δραματουργίας. Η επαγγελματική μας συνάντηση με τον Θοδωρή Οικονόμου υπήρξε μία εξαιρετικά ευτυχής συγκυρία και η σκηνική μας σύμπραξη μία άκρως δημιουργική διαδικασία.

 

Τι αντιπροσωπεύει για εσάς η «γυναίκα» με τα κόκκινα ρούχα που ακροβατεί μεταξύ ζωής και θανάτου, μεταξύ κόκκινου και μαύρου;

Ελένη Νιωτάκη: Είναι ο ανυποψίαστος άνθρωπος. Ο καθένας από εμάς που ακούει την είδηση ενός ειδεχθούς εγκλήματος, βλέπει κάποιο ντοκιμαντέρ για ένα αεροπορικό δυστύχημα, παρακολουθεί μία παράσταση για μεταμοσχεύσεις καρδιάς και αισθάνεται πως όλα αυτά είναι πολύ μακριά από τη δική του καθημερινότητα, αφορούν μόνον άλλους και άλλοτε. Ώσπου μια μέρα, κάποιο από αυτά τα απίθανα και τόσο μακρινά γεγονότα, του χτυπά την πόρτα. Είμαστε εμείς οι ίδιοι, αυτοί που διαρκώς ακροβατούν, απλώς χρειάζεται να στενέψει αρκετά το σκοινί για να το αντιληφθούμε.

 

 

Ποια είναι τελικά αυτή η αεικίνητη μαύρη φιγούρα, που, χρησιμοποιώντας κάθε εκφραστικό μέσο που μπορεί να επιστρατεύσει ένας ηθοποιός επί σκηνής, μας καθηλώνει ερμηνευτικά και κυριολεκτικά την παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα απ’ την αρχή ως το τέλος; Τι «βλέπει» στον «καθρέφτη» της;

Γιώργος Γκιόκας: Είναι ο Γιορκ. Ένας διανομέας που πέθανε σε τροχαίο και έτσι κατέληξε να γίνει δότης καρδιάς. Είναι ένα πλάσμα που δε μπορεί να σταθεί λεπτό, γιατί η στασιμότητα θα σήμαινε θάνατο. Είναι η αναπόφευκτη θυσία, η οποία θα επιτρέψει τη συνέχιση της ζωής. Είναι ένας άγγελος θανάτου. Είναι ο εφιάλτης, στο όνειρο του μελλοντικού λήπτη, που διεκδικεί την επάνοδο από τον κάτω κόσμο. Μου είναι πολύ δύσκολο να συνοψίσω σε μία μονάχα απάντηση. Αν έπρεπε, θα έλεγα το εξής: η ζωή είναι το ενδιάμεσο δύο εντελώς άγνωστων καταστάσεων, τις οποίες ορίζουμε, λίγο-πολύ, ως ανυπαρξία. Η ζωή είναι το όνειρο που ονειρεύονται, όσοι βρίσκονται σε αυτά τα δύο άκρα. Αυτός είναι ο Γιορκ, αυτό το αγωνιώδες όνειρο, αυτός ο διακαής πόθος για το ενδιάμεσο. Σε έναν καθρέφτη δε μπορούμε να δούμε παρά ό,τι αντανακλάται μέσω αυτού και πάντοτε, υπό τον περιορισμό της οπτικής γωνίας. Εγώ βλέπω τον εαυτό μου, ντυμένο με τα ρούχα της παράστασης, τα παιδιά, το φουαγιέ του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, τους θεατές, αλλά και όσα με έχουν οδηγήσει ως εδώ, πρόσωπα που με έχουν συντροφεύσει στην πορεία… Και αυτό είναι το cue μου, η μουσική αλλάζει κι ο «ρόλος» μου οδεύει προς τον θάνατο. «Γιατί να επιβιώσω;», ρωτά, «γιατί να επιβιώνουμε εν γένει;». «Αξίζει τον κόπο;», ακούμε σε άλλο σημείο της παράστασης. Αυτό, λοιπόν, βλέπει η αεικίνητη μαύρη φιγούρα μου μέσα στον καθρέφτη της, την απάντηση στα ερωτήματα αυτά.

 

Πώς συνδέεται το «κρυστάλλινο», εκπληκτικά ερμηνευμένο, τραγούδι της γιατρού – νοσηλεύτριας με έναν τόσο διαμεσολαβητικό ρόλο ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο;

Ναταλία Λουιζάκη: Νομίζω αυτό το τραγούδι αποτυπώνει με πολύ λυρικό τρόπο αυτό το «παράδοξο», αν μπορούμε να το πούμε έτσι, που έχει το θέμα της μεταμόσχευσης. Ότι ο χαμός ενός ανθρώπου δίνει ζωή σε άλλους. Δεν μπορείς να παραβλέψεις το πένθος, όπως δεν μπορείς και να μην υποκλιθείς μπροστά στην ελπίδα που γεννιέται μέσα από τη διαδικασία της μεταμόσχευσης. Αυτό το δίπολο ζωή και θάνατος είναι εγγενές στην όλη διαδικασία και οι γιατροί- νοσηλευτές το ζουν στην πρώτη γραμμή, μόνο που δε θα έλεγα ότι ο ρόλος τους είναι απλά διαμεσολαβητικός. Είναι καίριος, όσο και του δότη, αλλά και του ίδιου του ασθενούς. Για μένα, είναι όλοι συντελεστές μιας εξίσωσης με κοινό παρονομαστή την ανάγκη να δώσει κανείς νόημα στην ύπαρξη.

 

Τι εξυπηρετεί αφηγηματικά το «έτερον ήμισυ» του διδύμου που υποδέχεται το κοινό αρχικά; Υπάρχουν αναφορές σε έννοιες όπως «ναρκισσισμός», «φασισμός»… Πώς αυτές συνδέονται με τον αφηγηματικό ρόλο του συγκεκριμένου χαρακτήρα και πώς πιστεύετε ότι αποδομούνται μέσα από αυτόν;

Κώστας Γκόζιας: Το δίδυμο της υποδοχής/γιατρών/συντονιστών εισάγει στον κόσμο του “Παρείσακτου” και μεταφέρει δεδομένα που ακουμπούν στην πραγματικότητα των μεταμοσχεύσεων (σε αντίθεση με το εφιαλτικό δίδυμο των ενοχών,  φόβων, φαντασιώσεων). Δεν νομίζω ότι οι λέξεις ναρκισσισμός και φασισμός ακουμπούν ακριβώς στους συγκεκριμένους χαρακτήρες. Παραπάνω από το επίπεδο, δηλαδή, που μας αφορούν όλους. Ίσως, η όποια σύνδεση βρίσκεται στην, κατά την υποδοχή του κοινού, εισαγωγή στην έννοια της ξενότητας και, κατ’ επέκταση, στην άρνησή της.


Διαβάστε την κριτική μας για την παράσταση εδώ.

&

Διαβάστε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ.

Δείτε ακόμα