Κριτική: Η Τελευταία Κλήση (2026) Σκηνοθεσία: Σέριφ Φράνσις Γράφει ο ΣινεΠής

Κριτική ταινίας: Η Τελευταία Κλήση (2026)

GButton

Κριτική: Η Τελευταία Κλήση (2026)

Σκηνοθεσία: Σέριφ Φράνσις

Γράφει ο ΣινεΠής

Η Τελευταία Κλήση του Σέριφ Φράνσις εμφανίζεται κατ’ αρχάς ως ένα αστυνομικό θρίλερ ομηρίας. Κι αυτό είναι απολύτως βολικό, τόσο για την ταινία, όσο και για το κοινό. Διότι, το αστυνομικό θρίλερ διαθέτει μια παρήγορη ιδιότητα, καθώς μας διαβεβαιώνει πως υπάρχει ένας εγκληματίας, άρα κάπου απέναντί του θα υπάρχει και μια έννομη τάξη. Μόνο που εδώ τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά…

Παραμονή Πρωτοχρονιάς του 2000. Ένας δραπέτης κρατά μια οικογένεια όμηρο σ’ ένα διαμέρισμα στο Παγκράτι και απαιτεί να διαπραγματευτεί στον τηλεοπτικό αέρα. Απέναντί του βρίσκεται η Αστυνομία, πιο πέρα η τηλεόραση και ακόμη πιο πίσω όσοι διαθέτουν πραγματική εξουσία, οι πολιτικοί. Έχουμε λοιπόν όλα τα συστατικά μιας μίνι αρχαιοελληνικής τραγωδίας. Μόνο που αντί χορού, έχουμε ένα τηλεοπτικό συνεργείο, να πλαισιώνει τους τραγικούς ήρωες.

Το σενάριο αποτελεί μυθοπλασία του σκηνοθέτη και της Κατερίνας Μπέη, εμπνευσμένη ωστόσο από διάφορα περιστατικά που απασχόλησαν το αστυνομικό δελτίο, με αναπόφευκτη τη σύνδεση με την υπόθεση Σορίν Ματέι και με μια εποχή κατά την οποία η ιδιωτική τηλεόραση είχε ήδη ανακαλύψει ότι η ανθρώπινη δυστυχία, εφόσον φωτιστεί σωστά και τοποθετηθεί ανάμεσα σε δύο διαφημιστικά διαλείμματα, αποκτά εξαιρετικό ενδιαφέρον ως προϊόν και αποδίδει θαυμάσια ως επένδυση.

Θα ήταν όμως άδικο να αντιμετωπίσουμε την Τελευταία Κλήση απλώς ως αναπαράσταση ενός διαβόητου περιστατικού. Ο Σέριφ Φράνσις χρησιμοποιεί την ομηρία σαν μεγεθυντικό φακό που εστιάζει πάνω σε τρεις διαφορετικές μορφές εξουσίας: την αστυνομική, την πολιτική και τη μιντιακή. Και κάπου εκεί βρίσκεται το πραγματικό θέμα της ταινίας.  Κανείς δεν είναι ακριβώς υπεύθυνος, αλλά όλοι έχουν εξουσία. Διότι η εξουσία δε βρίσκεται μόνο στο χέρι που κρατά τη χειροβομβίδα. Αυτή είναι ίσως η πιο πρωτόγονη, η πιο φωτογενής και κροτογενής, μορφή της. Υπάρχουν όμως κι άλλες, περισσότερο εκλεπτυσμένες και επιμελώς γραβατωμένες…

Κι εδώ η Τελευταία Κλήση γίνεται αρκετά πολιτική. Όχι επειδή αναφέρεται σε υπουργούς ή κρατικούς μηχανισμούς. Πολιτική άλλωστε δεν είναι η εμφάνιση ενός πολιτικού μέσα σε μια ιστορία. Πολιτική είναι η εξέταση του τρόπου κατανομής της δύναμης. Και η δύναμη εδώ κατανέμεται ασύμμετρα, ενώ η ευθύνη εντελώς αναλογικά, σε κανέναν. Η Αστυνομία δεν παρουσιάζεται σαν ένας μηχανισμός που έχει τον έλεγχο της κατάστασης, αλλά σαν ένας θεσμός που καλείται να βάλει σε τάξη το χάος, όταν δεν έχει καταφέρει να αντιμετωπίσει πρώτα το σφέτερον. Έτσι πελαγοδρομεί, παγιδευμένη ανάμεσα στην επιχειρησιακή πραγματικότητα, στην ιεραρχία και στις άνωθεν πιέσεις.

Εδώ η αιχμή του Φράνσις είναι επίπονη, ακριβώς επειδή μας είναι γνώριμη. Σε ένα κράτος που λατρεύει την έννοια της αρμοδιότητας, η ευθύνη έχει τη μυστηριώδη ικανότητα να μην αποτελεί ποτέ αρμοδιότητα κανενός. Η δε περίφημη «άνωθεν εντολή» λειτουργεί ως το αποτελεσματικότερο απορρυπαντικό προσωπικής ευθύνης. Κι όσο αποφασίζεται ποιος δικαιούται να αποφασίσει, η πραγματικότητα έχει την ενοχλητική συνήθεια να συνεχίζεται χωρίς να μας περιμένει.

Κάθε κρίση έχει δύο επίπεδα για την πολιτική εξουσία. Υπάρχει αυτό που πραγματικά συνέβη και εκείνο που πρέπει να φανεί πως συνέβη, με το δεύτερο να γίνεται εξαιρετικά πιο κρίσιμο. Έτσι παύει να διαχειρίζεται μόνο την πραγματικότητα και αρχίζει να διαχειρίζεται την εικόνα αυτής.

Και τότε μοιραία εμφανίζεται ο φυσικός της συνομιλητής, η τηλεόραση. Το κανάλι μετατρέπεται σε ένα δεύτερο πεδίο ομηρίας. Μόνο που εδώ η χειροβομβίδα λέγεται τηλεθέαση. Η Τελευταία Κλήση αντιλαμβάνεται κάτι ουσιαστικό για τα μέσα ενημέρωσης, πως η κάμερα δεν είναι ουδέτερη, επειδή απλώς καταγράφει, γίνεται άμα τη εμφανίσει μέρος του γεγονότος. Κι όταν μια τραγωδία αποκτήσει κοινό, αρχίζει αναπόφευκτα να υπακούει στους νόμους του θεάματος. Η τηλεόραση προσφέρει σκηνή και από τη στιγμή που υπάρχει σκηνή, αργά ή γρήγορα, θα υπάρξει και παράσταση.

Εδώ, η ταινία ακουμπά τον τηλεοπτικό κανιβαλισμό μιας εποχής, όπου η ενημέρωση είχε ήδη αρχίσει να ανακαλύπτει τη σκοτεινή συγγένειά της με την ψυχαγωγία. Και αναρωτιέται κανείς πότε η ενημέρωση υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και πότε η ανθρώπινη τραγωδία μετατρέπεται απλώς σε περιεχόμενο; Η απάντηση δεν είναι ιδιαίτερα κολακευτική.

Μια χώρα κοιτάζεται στον καθρέφτη και βλέπει την Ελλάδα του 2000 και του περίφημου «εκσυγχρονισμού», της ευρωπαϊκής αυτοπεποίθησης, των μεγάλων έργων, της νέας οικονομίας, της ιδιωτικής τηλεόρασης και της επερχόμενης Ολυμπιάδας. Ο Φράνσις τοποθετεί μια χειροβομβίδα ακουμπισμένη πάνω σ’ αυτόν τον καθρέφτη. Και μόλις τον θρυμματίσει, εμφανίζονται πίσω του παλιοί γνώριμοι. Πολιτικές εξαρτήσεις, παρακρατικοί μηχανισμοί, υπηρεσιακές αγκυλώσεις, φόβος ανάληψης ευθύνης, τηλεοπτικός κανιβαλισμός και κρατική συγκάλυψη. Το ημερολόγιο αλλάζει, οι μηχανισμοί όχι. Κι αυτό δίνει στην Τελευταία Κλήση μια ειρωνεία σχεδόν ιστορική.

Κι όμως, εδώ ακριβώς η ταινία θα μπορούσε να γίνει πραγματικά δυνατή, καθώς εντοπίζει το πρόβλημα, το πλησιάζει, το αγγίζει, αλλά δε βουτάει τόσο, όσο θα έπρεπε. Θα μπορούσε να είναι πιο άγρια, πιο σαρκαστική και πιο αδίστακτη. Έχει τα πολιτικά υλικά για μια πραγματική ανατομία των μηχανισμών που περιγράφει, αλλά τραβά το χέρι της τη στιγμή που θα μπορούσε να βυθίσει περισσότερο το μαχαίρι.

Υπάρχουν στιγμές όπου το πολιτικό υπόστρωμα ζητά επιτακτικά να βγει στην επιφάνεια και η ταινία επιλέγει την ασφάλεια του θρίλερ. Οι υπαινιγμοί υπάρχουν, οι μηχανισμοί διακρίνονται, η σήψη μυρίζει, αλλά η κάμερα αποφεύγει τα ακραία σημεία ενός κατακόρυφου travelling, στα κυβερνητικά ρετιρέ και στα υπόγεια της εξουσίας. Μπορεί, ωστόσο, να μην το κάνει ολοκληρωτικά, αλλά πλησιάζει αρκετά ώστε να ενοχλήσει και πρέπει αυτό να της το αναγνωρίσουμε.

Γιατί η πραγματικά ενδιαφέρουσα ερώτηση δεν είναι αν ένας συγκεκριμένος πολιτικός, αστυνομικός ή δημοσιογράφος χειρίζεται σωστά ή λανθασμένα μια κρίση. Είναι τι είδους σύστημα παράγει ξανά και ξανά τέτοιες κρίσεις και τέτοιους μοιραίους χειρισμούς. Και το πραγματικά πολιτικό ερώτημα: ποιος ελέγχει εκείνον που έχει θεσμικά το δικαίωμα να ελέγχει τους άλλους; Ευτυχώς, η ταινία δε διαθέτει μια εύκολη απάντηση. Και πιθανώς εδώ να βρίσκεται το πιο επίκαιρο στοιχείο της ταινίας. Τρεις δεκαετίες αργότερα, η Ελλάδα που παρουσιάζει δε μοιάζει αρκετά μακρινή, ώστε να μπορούμε να τη χαζεύουμε με τη συγκατάβαση που συνήθως επιφυλάσσουμε στο παρελθόν.

 

Κριτική: Η Τελευταία Κλήση (2026) Σκηνοθεσία: Σέριφ Φράνσις Γράφει ο ΣινεΠής

 

Σκηνοθετικά, ο Φράνσις γνωρίζει πολύ καλά τι θέλει να κάνει. Ο περιορισμένος χρόνος και οι λίγοι βασικοί χώροι δημιουργούν την επιθυμητή ασφυκτική αίσθηση και χαρίζουν στην ταινία το απαιτούμενο σασπένς. Το διαμέρισμα, ο δρόμος και το τηλεοπτικό στούντιο λειτουργούν σαν συγκοινωνούντα δοχεία. Μια κουβέντα στο ένα σημείο μπορεί να αλλάξει τη θερμοκρασία στο άλλο. Το μοντάζ διατηρεί απόλυτα αυτή την πίεση και τον γρήγορο ρυθμό και η αφήγηση αποφεύγει σε μεγάλο βαθμό κοιλιές, που θα μπορούσε πολύ εύκολα να προκαλέσει μια ιστορία βασισμένη τόσο πολύ σε τηλεφωνικές συνομιλίες και κλειστούς χώρους. Και ο Σέριφ Φράνσις καταλαβαίνει κάτι ακόμη. Πως σε μια τέτοια ιστορία ένα τηλέφωνο μπορεί να είναι κινηματογραφικά πιο απειλητικό από μια χειροβομβίδα.

Το δυνατότερο όμως χαρτί, δεν το έχει παίξει ακόμα η ταινία και αυτό δεν είναι άλλο από τις ερμηνείες της. Ο Ορφέας Αυγουστίδης, σε μια πολύ καλή στιγμή της καριέρας του, αποφεύγει τις εύκολες κορώνες και αποδίδει στο έπακρο όσα απαιτεί ο πραγματικά δύσκολος ρόλος του, ενώ ο Γιώργος Μπένος διαχειρίζεται υποδειγματικά έναν χαρακτήρα που θα μπορούσε πολύ εύκολα να καταλήξει καρικατούρα. Στο ύψος των περιστάσεων στέκεται και ο Πολύδωρος Βογιατζής. Κομβικής σημασίας και υψηλού επιπέδου οι ερμηνείες της Καλλιόπης Χάσκα και του Θοδωρή Σκυφτούλη.

Γύρω τους, η Μαρία Ναυπλιώτου, η Ρένια Λουιζίδου, ο Ερρίκος Λίτσης, ο Βασίλης Ρίσβας, ο Νίκος Ψαρράς και ο Δημήτρης Λάλος, προσφέρουν στην ταινία την ερμηνευτική στιβαρότητα που εκπορεύεται από την εμπειρία και το ταλέντο τους. Στο ίδιο μήκος κινείται και το υπόλοιπο καστ που συνολικά υπηρετεί ένα έργο που στηρίζεται περισσότερο στις αντιδράσεις και στις σιωπές, παρά στη θεαματική δράση.

Η Τελευταία Κλήση δεν είναι αριστούργημα. Σε ορισμένα σημεία μοιάζει να φοβάται τις ίδιες τις πολιτικές συνέπειες των ερωτημάτων που θέτει. Θα μπορούσε να είναι πιο τολμηρή, πιο ανελέητη απέναντι στους μηχανισμούς που βάζει στο στόχαστρο και λιγότερο πρόθυμη να επιστρέψει στην ασφάλεια του είδους της. Είναι όμως ένα στιβαρό, νευρώδες και καλοστημένο ελληνικό αστυνομικό θρίλερ, που είχαμε χρόνια να δούμε στον ημέτερο κινηματογράφο και το είχαμε ανάγκη. Σαφώς η κυκλοφορία του μας χαροποίησε και ευχόμαστε να φωτίσει το δρόμο, ώστε να ακολουθήσουν κι άλλες τέτοιες (και καλύτερες) ελληνικές παραγωγές.

 

Δείτε εδώ περισσότερες πληροφορίες για την ταινία.

Διανομή στην Ελλάδα: Tanweer


Σχετικά άρθρα:

Κριτική ταινίας: Τα Παιδιά της Χορωδίας (2004)

 Σινέ: Το δείπνο του Φράνκο – Σκηνοθεσία: Μανουέλ Γκόμες Περέιρα – από 9 Ιουλίου

8ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Κιμώλου | 2-6 Σεπτέμβρη 2026

Θερινό Σινεμά στο Επί Κολωνώ και τον Σεπτέμβριο

Συνέντευξη: Κιμωλίστες

Δείτε ακόμα