Κριτική ταινίας: Τα Παιδιά της Χορωδίας (2004) ΣινεΠής

Κριτική ταινίας: Τα Παιδιά της Χορωδίας (2004) ****

GButton

Κριτική ταινίας: Τα Παιδιά της Χορωδίας (2004) ****

Γράφει ο ΣινεΠής

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να ξεκαθαρίσουμε για «Τα Παιδιά της Χορωδίας» είναι πως δεν έχουμε να κάνουμε με ταινία που πρωτοτυπεί στο θέμα της. Κάθε άλλο. Έχουμε ξαναδεί τον δάσκαλο που έρχεται σε ένα ίδρυμα με «χαμένες περιπτώσεις», έχουμε ξαναδεί τα παιδιά που το σύστημα έχει καταδικάσει πριν καν προλάβουν να μεγαλώσουν, έχουμε ξαναδεί και την Τέχνη να χρησιμοποιείται ως μέσο σωτηρίας.

Άρα, πού βρίσκεται το ενδιαφέρον; Στον τρόπο.Διότι στον κινηματογράφο δεν αρκεί ποτέ να ρωτάμε «τι λέει» μια ταινία. Πρέπει να κοιτάμε πώς το λέει, με ποια μέσα το υπηρετεί και κυρίως αν αυτά τα μέσα λειτουργούν δραματουργικά. Και στα «Παιδιά της Χορωδίας» λειτουργούν.

Ο Christophe Barratier διαλέγει τη μουσική και την τέχνη ως τη λέμβο με την οποία θα διασχίσει τη θάλασσα της βιαιότητας της εποχής μας. Επιλέγει να καταπιαστεί και να αναμετρηθεί με ένα υλικό εξαιρετικά επικίνδυνο. Μια ιστορία με παιδιά, έναν καλοπροαίρετο επιμηλητή-δάσκαλο, μια χορωδία και μια σειρά από πληγωμένες παιδικές προσωπικότητες. Όλα αυτά μπορούν ανά πάσα στιγμή και με χαρακτηριστική ευκολία να αποτελέσουν τις πρώτες ύλες για ένα δίωρο εργοστάσιο παραγωγής συγκίνησης. Και πώς αποφεύγει τελικά να πέσει σε αυτή την παγίδα ο Barratier; Πολύ έξυπνα, καθώς αντί να βάλει στο κέντρο της ιστορίας έναν «μεγάλο δάσκαλο», βάζει έναν αποτυχημένο.

Στη Γαλλία του 1949, ο Clément Mathieu πιάνει δουλειά ως επιμελητής στο εκπαιδευτικό ίδρυμα Fond de l’Étang, ένα οικοτροφείο αρρένων, που θυμίζει περισσότερο φυλακή, εκεί όπου η παιδαγωγική αντίληψη συνοψίζεται περίπου σε δύο λέξεις: «πειθαρχία και τιμωρία» ή καλύτερα «δράση–αντίδραση». Απέναντι σε αυτή τη λογική, ο Mathieu θα επιχειρήσει κάτι διαφορετικό. Θα χρησιμοποιήσει εκείνο που γνωρίζει καλύτερα: τη μουσική. Ο Mathieu δε φτάνει στο Fond de l’Étang ως άνθρωπος που έχει έρθει να σώσει κανέναν. Δε διαθέτει κύρος, δε διαθέτει εξουσία, δε διαθέτει καν την αυτοπεποίθηση κάποιου, που θεωρεί ότι έχει πετύχει στη δική του ζωή. Είναι ένας μουσικός, που δεν έγινε αυτό που κάποτε πιθανόν φανταζόταν. Κι εδώ βρίσκεται η πρώτη σωστή δραματουργική επιλογή.

Γιατί αν ο Mathieu παρουσιαζόταν εξαρχής ως φωτισμένος παιδαγωγός, απέναντι στον κακό διευθυντή, θα είχαμε σχηματικούς χαρακτήρες και μια ταινία με έτοιμο μήνυμα. Εκείνος όμως είναι ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων. Παρατηρεί. Ανέχεται. Δοκιμάζει. Αποτυγχάνει. Ξαναδοκιμάζει. Και κυρίως, ακούει. Ο Gérard Jugnot, που τον ενσαρκώνει υπέροχα, αντιλαμβάνεται απολύτως τι χρειάζεται αυτός ο χαρακτήρας και, κυρίως, τι δε χρειάζεται. Δεν επιδεικνύει καλοσύνη. Δεν παίζει τον «καλό άνθρωπο». Τον αφήνει να φανεί μέσα από τις αντιδράσεις του.

Είναι μια ερμηνεία που βασίζεται πολύ περισσότερο στην παρατήρηση και στη συγκράτηση, παρά στις μεγάλες σκηνές. Απέναντί του βρίσκεται ένα εκπαιδευτικό σύστημα που βλέπει τα παιδιά ως προβλήματα προς διόρθωση. Εκείνος βλέπει το σπόρο ,που με την κατάλληλη φροντίδα θα ανθίσει. Κι εδώ η χορωδία αποκτά δραματουργική σημασία. Δεν αποτελεί απλώς ένα έξυπνο εύρημα του σεναρίου, ούτε μια δικαιολογία για να ακούμε όμορφα τραγούδια. Κάπου ανάμεσα στις δύο αυτές αντιλήψεις βρίσκεται η πραγματική σύγκρουση της ταινίας.

Και κάπου εδώ σταματάμε με την υπόθεση. Διότι από αυτό το σημείο και έπειτα αρχίζει η ταινία…

Τα «Παιδιά της Χορωδίας» φλερτάρουν ασφαλώς με το μελόδραμα. Δεν ντρέπονται για το συναίσθημά τους και, για να είμαστε ακριβείς, σε ορισμένα σημεία γνωρίζουν πολύ καλά ποια κουμπιά του θεατή θέλουν να πατήσουν. Η διαφορά είναι ότι τα πατούν σωστά. Και βέβαια ο Barratier κρύβει έναν ακόμη άσσο στο μανίκι, τη μουσική. Τις παιδικές φωνές και κυρίως εκείνη του (μικρού τότε) Jean-Baptiste Maunier. Περισσότερα για τον συγκεκριμένο χαρακτήρα δε χρειάζεται να γνωρίζει κανείς, πριν δει την ταινία. Αρκεί να πούμε ότι πάνω του στηρίζεται ένα σημαντικό μέρος τόσο της δραματουργικής, όσο και της μουσικής δύναμης του φιλμ.

Κι εδώ βρίσκεται το μεγάλο ατού. Ο Bruno Coulais δεν έχει γράψει απλώς ένα επιτυχημένο soundtrack, έχει γράψει τη δεύτερη γλώσσα της ταινίας. Το περίφημο «Vois sur ton chemin» μαζί με τα υπόλοιπα χορωδιακά κομμάτια δημιουργούν μια υπέροχη αντίθεση με τον κόσμο που κινηματογραφεί ο Barratier. Από τη μία έχουμε ομίχλη, σκοτάδι, πέτρα, κλειστούς διαδρόμους, κάγκελα, κανόνες, στολές, πειθαρχία. Από την άλλη, παιδικές φωνές. Κι αυτές οι φωνές κάνουν κάτι που η εικόνα αρνείται επίμονα στους χαρακτήρες, χαρίζουν την ελευθερία, ανοίγουν το χώρο σε ένα κλειστό πλάνο.

Ο Barratier, στο πρώτο του μεγάλου μήκους φιλμ, σκηνοθετεί κλασικά. Δεν είναι δημιουργός που ενδιαφέρεται να επιδείξει την παρουσία του πίσω από την κάμερα και δεν υπάρχει εδώ κάποια σκηνοθετική επανάσταση. Η αφήγησή του είναι στρωτή, παραδοσιακή, προσεκτικά υπολογισμένη και προσανατολισμένη πρωτίστως στους ηθοποιούς και στο συναίσθημα. Κάποιος μπορεί να την αποκαλέσει συμβατική και ίσως να έχει δίκιο. Το λάθος θα ήταν να θεωρήσει ότι «συμβατικό» σημαίνει αυτομάτως «κακό». Γιατί υπάρχει και κάτι που λέγεται αφήγηση.

Τα «Παιδιά της Χορωδίας» δεν παριστάνουν ότι ανακαλύπτουν κάτι καινούργιο για την ανθρώπινη φύση. Δεν έχουν να μας αποκαλύψουν κάποια πρωτοφανή αλήθεια για την παιδική ηλικία, την εκπαίδευση ή τη δύναμη της μουσικής. Παίρνουν, αντίθετα, μια πολύ παλιά ιδέα, ότι ένας άνθρωπος μπορεί να αλλάξει, όταν κάποιος πάψει να τον αντιμετωπίζει αποκλειστικά ως το άθροισμα των λαθών του. Και την κάνουν σινεμά.

Σινεμά παλιομοδίτικο, τρυφερό, μερικές φορές απροκάλυπτα συναισθηματικό, αλλά φτιαγμένο με γνώση της αφήγησης, και κάτι σημαντικότερο, με πίστη στους χαρακτήρες του. Και τελικά ο Barratier καταφέρνει κάτι δυσκολότερο απ’ όσο φαίνεται. Μας αφηγείται μια ιστορία που έχουμε ξανακούσει και μας κάνει, για μιάμιση ώρα, να μην ενδιαφερόμαστε καθόλου που την έχουμε ξανακούσει. Αυτό δε λέγεται πρωτοτυπία. Λέγεται καλό σινεμά.

 

Κριτική ταινίας: Τα Παιδιά της Χορωδίας (2004) ΣινεΠής

 

Μπορείτε να παρακολουθήσετε την ταινία στο Cinobo.


Σχετικά άρθρα:

 Σινέ: Το δείπνο του Φράνκο – Σκηνοθεσία: Μανουέλ Γκόμες Περέιρα – από 9 Ιουλίου

8ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Κιμώλου | 2-6 Σεπτέμβρη 2026

Θερινό Σινεμά στο Επί Κολωνώ και τον Σεπτέμβριο

Συνέντευξη: Κιμωλίστες

Δείτε ακόμα