Αφιέρωμα: Το Θέατρο του Βουνού και της Αντίστασης
Επιμέλεια: Άννα Βαμβακάρη
Το Θέατρο του Βουνού και της Αντίστασης. Ένας τίτλος που από την αρχή μοιάζει παράδοξος, ένα θέμα φαινομενικά άσχετο σε μια επέτειο που θα έπρεπε να γιορτάζεται άλλη μέρα. Αν συνεχίσετε να διαβάζετε (και αν διαβάζετε γενικώς), όλα σε πολύ λίγο θα βγάζουν νόημα.
28η Οκτωβρίου 1940. Ξεκινά η φασιστική επίθεση της Ιταλίας στην Ελλάδα και (ξαν)αρχίζει ο πόλεμος.

Λίγες μέρες αργότερα, ο θεατρικός συγγραφέας, ποιητής, μεταφραστής και πολλά περισσότερα, Βασίλης Ρώτας, δημοσιεύει την παρακάτω αγγελία:
«Καλούνται οι Έλληνες εν ενεργεία ηθοποιοί, οι μη στρατευόμενοι, αύριο Παρασκευή 1η Νοεμβρίου και ώρα 10η πρωινή στο Θέατρο Κυβέλης, πλατεία Συντάγματος, για την οργάνωση πολεμικού θιάσου».
Τι περιμένετε πως έγινε;
Όταν έφτασε εκεί ο Βασίλης Ρώτας, τον περίμενε ο Μίμης Φωτόπουλος. Εμφανίστηκαν και ένας, δύο ακόμα, αλλά δεν ήταν αρκετοί για τη σύσταση θιάσου.
Ήρθε το 1941. Η δοσίλογη κυβέρνηση Τσολάκογλου υπογράφει την παράδοση της χώρας στους ναζί. Στις 27 Απριλίου, οι Γερμανοί μπαίνουν στην Αθήνα. Ο εχθρός είναι πλέον ακόμα πιο επικίνδυνος: ο γερμανικός στρατός κατοχής στην Ελλάδα.
Ήρθε ο χειμώνας του 1942, όταν το ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο) ίδρυσε το Θεατρικό Σπουδαστήριο.
Οδός Λέκα 26. Εκεί στεγάστηκε και αποτέλεσε το «νόμιμο καταφύγιο», όπως αναφέρει ο Βασίλης Ρώτας, για «οργανωμένους νέους», «ένα φυτώριο της ΕΠΟΝ», με πεντακόσιους εγγεγραμμένους μαθητές.
Στο Θεατρικό Σπουδαστήριο δίδασκαν ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης, η ποιήτρια Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, ο σκηνοθέτης Γιαννούλης Σαραντίδης και ο γλύπτης Θανάσης Απάρτης. Υπήρχε μεγάλο εύρος πολιτιστικών μαθημάτων, με τον Μάρκο Αυγέρη να διδάσκει ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας, τον Αντώνη Φωκά ενδυματολογία, τον Σίμωνα Καρά μουσική και δημοτικό τραγούδι, τη Μιράντα Βούλγαρη χορό και τον Χαράλαμπο Σακελλαρίου ελληνικούς χορούς.

Η συνεισφορά του Θεατρικού Σπουδαστηρίου ήταν ηθική, καθώς ενίσχυε το ηθικό του λαού με αντιστασιακά έργα, αλλά και οικονομική, παρέχοντας τα έσοδά του στον αγώνα. Έλαβαν χώρα και κάποιες συγκεντρώσεις με ομιλητή τον Βασίλη Ρώτα, με συμβολικό περιεχόμενο, κρυμμένο στις λέξεις και τα νεύματα, που ξεσήκωνε το κοινό που τις παρακολουθούσε.
Όμως αυτή η συνθήκη δεν κράτησε για πολύ. Το Θεατρικό Σπουδαστήριο αναγκάστηκε να φύγει από την οδό Λέκα για την οδό Σόλωνος 100, αλλά κι από εκεί εκδιώχθηκε, χωρίς να έχει πού να πάει. Όσο οι κατοχικές δυνάμεις σκλήραιναν τη στάση τους, η αντίσταση στην Αθήνα άλλαζε μορφή και έπρεπε να αποκτήσει πιο ριζοσπαστικό πρόσωπο. Μπογιές, χωνιά, προκηρύξεις, παρανομία. Το Σπουδαστήριο θα μεταφερόταν στο βουνό, για να βρει τον χώρο που χρειαζόταν ώστε να ανθίσει το θέατρο ελεύθερο.

Το 1944, όταν ο Ρώτας ανέβηκε στο βουνό, συνάντησε στην Ευρυτανία —στην τότε «Ελεύθερη Ελλάδα», ένα μέρος της χώρας που δεν βρισκόταν υπό γερμανική κατοχή, ούτε υπό τον έλεγχο των δοσίλογων κατοχικών κυβερνήσεων— πληθώρα πολιτιστικών εκδηλώσεων που οργανώνονταν από την ΕΠΟΝ (Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων).
Σε κάθε χώρο όπου μπορούσαν να σταθούν άνθρωποι, γίνονταν εκδηλώσεις. Το έδαφος ήταν πρόσφορο και ίδρυσε εκεί τον θίασο ΕΠΟΝ Θεσσαλίας, με την έγκριση της ΠΕΕΑ (Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης), πιο γνωστής ως κυβέρνησης του βουνού.
Το θέατρο στο βουνό δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Περιπολίες, πείνα, ελλείψεις σε όλα τα επίπεδα. Ο μικρός θίασος, από την Ευρυτανία, περνά στη Θεσσαλία για περιοδεία. Προίκα του, μια αυλαία από πανιά αλεξιπτώτου, μια λάμπα πετρελαίου και δυο σακάκια ή παλτά. Ένας θίασος που περπατούσε σε κακοτράχαλους δρόμους, με τον φόβο του εχθρού και ένα μουλάρι να κουβαλά τα «σκηνικά». Μαζί τους είχαν και έναν αντάρτη, μέλος του θιάσου, με τον οπλισμό του. Καμιά δεκαριά άνθρωποι μόνο, με την αποφασιστικότητα πως θα τα καταφέρουν.

Στο σταθερό ρεπερτόριο του θιάσου ήταν ο «Ρήγας Βελεστινλής» του Ρώτα και κάποιες σάτιρες του Γεράσιμου Σταύρου, μαζί με απαγγελίες. Πολύ σημαντική ήταν και η ενημέρωση σε κάθε χωριό όπου πήγαιναν. Τον ρόλο αυτό αναλάμβαναν η ΕΠΟΝ του χωριού και το καμπαναριό.
Το φαγητό ήταν πολύ περιορισμένο και φτωχικό, όπως για όλους, έτσι και για τους ηθοποιούς, ενώ εξίσου φτωχικά ήταν και τα καταλύματα. Ο κόσμος, όμως, μαζευόταν και περίμενε με ανυπομονησία να ξεκινήσει το έργο. Μάλιστα, οι θεατές κουβαλούσαν μαζί τους και τα καθίσματά τους, γιατί κι αυτά ήταν μια «πολυτέλεια» που δεν υπήρχε.

Αυτό το θέατρο είχε και άλλη μια ιδιαιτερότητα: το εισιτήριο που «απαιτούσε» δεν είχε χρηματικό αντίτιμο, αλλά έπρεπε να πληρωθεί σε είδος: πατάτες, στάρι, κάστανα, αυγά και λάδι. Κανείς και καμία δεν προσπαθούσε να αποφύγει να πληρώσει. Η ΕΠΟΝ μάζευε τα είδη αυτά για τη στήριξη του αγώνα, τόσο στο βουνό όσο και στην Αθήνα.
Σε κάθε μέρος, όπου περιόδευε ο θίασος της ΕΠΟΝ, χρειαζόταν να βρεθούν επιπλέον άτομα, πέρα από τα μέλη του θιάσου, για τους μικρότερους ρόλους, καθώς και τα απαραίτητα «κοστούμια» κάθε φορά. Κι αν αναλογιστούμε πως ο μόνος τρόπος προμήθειας ήταν οι μάχες, γίνεται ακόμα πιο σαφής η δυσκολία.

Η τελευταία παράσταση του θιάσου δόθηκε στον Βόλο και στη συνέχεια ο θίασος διαλύθηκε. Τα μέλη του επέστρεψαν στην Αθήνα, όπου το Θεατρικό Σπουδαστήριο συνέχισε τη λειτουργία του μεταξύ 1946 και 1948, με καθηγητές τους Μάνο Κατράκη, Σωκράτη Καραντινό, Γιάννη Σιδέρη, Πέλο Κατσέλη και άλλους.
Πριν σταματήσει υποχρεωτικά ξανά τη λειτουργία του, από εκεί αναδείχθηκαν σημαντικοί ηθοποιοί, όπως η Ρένα Σταθοπούλου, η Τζένη Δρόσου, ο Νότης Περγιάλης, η Αντιγόνη Βαλάκου και η Μαίρη Λαλοπούλου.
Και κάπου εδώ, θα σας γυρίσω πίσω στις 25 Μαρτίου του 1941, στην Ανάφη, τόπο εξορίας πολιτικών κρατουμένων, όπου οι εξόριστοι, με την Ηλέκτρα Αποστόλου, έπαιξαν για πρώτη φορά τον «Ρήγα Βελεστινλή» του Ρώτα και απαίτησαν από τον δικτάτορα Μεταξά να τους απελευθερώσει, για να αγωνιστούν μαζί με όλο τον λαό απέναντι στον ξένο κατακτητή.
«Στο θέατρο επιδείχνεται το πνευματικό κεφάλαιο,
ο πολιτιστικός οπλισμός μιας πολιτείας, η κοινωνική αρετή ενός λαού».
| Β. Ρώτας

Όταν βλέπετε μισαλλοδοξία, υποτίμηση του πολιτισμού, των φτωχών και των αδικημένων, να φεύγετε.
Αυτά πάνε πάντα μαζί.
Όταν βλέπετε φως, θέατρο και ανοιχτωσιά, να πηγαίνετε!
Ακόμα κι όταν δεν είστε σίγουρες και σίγουροι, πάντα να προχωράτε προς το φως και τον πολιτισμό.
Κι αυτά μαζί πάνε.
Σας χαιρετώ με τους «ελεύθερους» στίχους του Γιάννη Ρίτσου, κι ας γράφτηκαν σε ανελεύθερους τόπους:
«Κυκλάμινο-κυκλάμινο στου βράχου τη σχισμάδα
πού βρήκες χρώματα κι ανθείς, πού μίσχο και σαλεύεις;
Μέσα στο βράχο σύναξα το γαίμα στάλα-στάλα,
μαντήλι ρόδινο έπλεξα κι ήλιο μαζεύω τώρα».
| Γιάννης Ρίτσος «Κουβέντα με ένα λουλούδι», «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας»
Πηγή Φωτογραφιών: Γενικά Αρχεία του Κράτους
*Το κείμενο αυτό αντλεί τις πληροφορίες του από το βιβλίο «Θέατρο και αντίσταση»
του Βασίλη Ρώτα (1981), Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.

Θα ακολουθήσουν αφιερώματα στο θέατρο του βουνού και της αντίστασης. Αν γνωρίζετε ανθρώπους που είδαν παραστάσεις σε βουνά και εξορίες, ανθρώπους που τους έχουν αφηγηθεί ιστορίες θεάτρου στα βουνά ή ανθρώπους που ασχολήθηκαν ερευνητικά με το θέμα, θα χαρούμε πολύ να μιλήσουμε μαζί τους.
Μη διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μας στο info@palcoscenico.gr.


