Κριτική: Αμελί (Amelie – 2001)
Σκηνοθεσία: Ζαν-Πιερ Ζενέ
Γράφει ο ΣινεΠής
Φέτος, εικοσιπέντε ολόκληρα χρόνια μετά την κυκλοφορία της, ξανά-είδαμε την Αμελί στη μεγάλη οθόνη και υπό διαφορετικών συνθηκών σε σχέση με την πρώτη φορά, σε μία επετειακή προβολή της από τη Cinobo. Η μαγευτική τοποθεσία του Cine Paris στην καρδιά της Πλάκας, με το βράχο της Ακρόπολης στα αριστερά της οθόνης, χάριζε μια ακόμη μαγευτική πινελιά στην έτσι κι αλλιώς ρομαντικής διάθεσης και ατμόσφαιρας ταινία και κάπως όλα αυτά μαζί σε ξεγελούσαν, λίγο η θέα, λίγο το φιλμ και ταξίδευες νοερά σε άλλα μέρη και σε άλλους καιρούς. Είναι γεγονός πως η αίθουσα συμβάλλει αθροιστικά και καθοριστικά στο αισθητηριακό αποτέλεσμα που λαμβάνει ο θεατής μιας ταινίας. Πολλώ δε μάλλον η ταράτσα ενός θερινού σινεμά στο ομορφότερο σημείο των Αθηνών.
Η Αμελί, σε σκηνοθεσία του Ζαν-Πιερ Ζενέ, είναι από εκείνες τις ταινίες που δύσκολα χωρούν σε μια απλή περιγραφή είδους, έτσι συνήθως τους βάζουμε τη σφραγίδα “σινεφίλ” και ξεμπερδεύουμε. Είναι λίγο ρομαντική κομεντί, λίγο παραμύθι, λίγο κωμωδία χαρακτήρων και ταυτόχρονα μια τρυφερή μελέτη της μοναξιάς και της ανθρώπινης ανάγκης για σύνδεση. Ο Ζαν-Πιερ Ζενέ παίρνει το Παρίσι και το περνάει μέσα από ένα φίλτρο νοσταλγίας, φαντασίας και γαλλικού ρομαντισμού, δημιουργώντας έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι έχουν τις παραξενιές τους, τα αντικείμενα έχουν προσωπικότητα και οι συμπτώσεις μοιάζουν να περιμένουν απλώς κάποιον για να τις σκηνοθετήσει.
Στο κέντρο βρίσκεται η Αμελί, στην οποία δίνει σώμα και φωνή η Οντρέ Τοτού, που με το βλέμμα, το χαμόγελο και αυτή την ελαφρώς αμήχανη παρουσία της καταφέρνει να κάνει την ηρωίδα της αξιαγάπητη, χωρίς πολλές κουβέντες και χωρίς να την κάνει ποτέ εντελώς αθώα. Η Αμελί δεν είναι απλώς ένα κορίτσι που βλέπει τον κόσμο διαφορετικά. Είναι μια κοπέλα που αγαπά περισσότερο να παρατηρεί τη ζωή και από ένα σημείο και έπειτα να μπλέκει, όσο περνάει απ’ το χέρι της, τα νήματα των ανθρώπων γύρω της, ώστε οι δρόμοι τους να παρεκκλίνουν της πορείας τους και μοιραία να τέμνονται σε κάποιο σημείο.

Η μεγάλη δύναμη της «Amélie» είναι η σκηνοθεσία. Ο Ζενέ δημιουργεί ένα Παρίσι σχεδόν εξωπραγματικό, γεμάτο έντονα χρώματα, περίεργες γωνίες λήψης, οπτικά ευρήματα και λεπτομέρειες που κάνουν ακόμη και τα πιο ασήμαντα αντικείμενα να αποκτούν σημασία. Η πόλη δεν είναι απλώς το σκηνικό της ταινίας, αποτελεί έναν ακόμη χαρακτήρα της. Κάτω από την παιχνιδιάρικη επιφάνειά της, όμως, υπάρχει μια ιστορία για ανθρώπους που θέλουν να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον, αλλά δεν ξέρουν ακριβώς πώς. Το γρήγορο μοντάζ, οι μικρές οπτικές παρενθέσεις και οι κατάλογοι από συνήθειες, προτιμήσεις και ιδιοτροπίες δίνουν στην ταινία έναν σχεδόν μουσικό ρυθμό. Ο αφηγητής επεμβαίνει και μας συστήνει τους χαρακτήρες μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, σαν κινηματογραφική γελοιογραφία.
Η φωτογραφία του Μπρουνό Ντελμπονέλ ξαναβάφει το Παρίσι με κορεσμένα χρώματα, πράσινα, κόκκινα και κίτρινα, που δημιουργούν μια πόλη περισσότερο ψυχική παρά γεωγραφική, σαν ο εξωτερικός κόσμος να έχει υποστεί το ίδιο color grading με τη φαντασία της Αμελί. Ο Ζενέ αγαπά τόσο τον ευρυγώνιο φακό, που τον χρησιμοποιεί ακόμη και στα κοντινά πλάνα, στα πρόσωπα που πλησιάζουν υπερβολικά στο φακό, ώστε οι αναλογίες τους τελικά να παραμορφώνονται ελαφρά και οι χαρακτήρες να μοιάζουν περισσότερο με φιγούρες εικονογραφημένου βιβλίου, παρά με ανθρώπους της διπλανής πόρτας.
Το πρόβλημα είναι ότι ο Ζενέ έχει τόσο απόλυτο έλεγχο πάνω στο κάδρο, στο χρώμα, στο ρυθμό, μέχρι και στην παραμικρή γραφική λεπτομέρεια, ώστε κάποιες στιγμές να μην αφήνει την ταινία να αναπνεύσει. Ακόμη και τα ψηφιακά εφέ χρησιμοποιούνται με έναν μάλλον ασυνήθιστο τρόπο, όχι τόσο για να δημιουργήσουν το θεαματικά αδύνατο, όσο για να πειράξουν ανεπαίσθητα το καθημερινό. Η πραγματικότητα παραμένει αναγνωρίσιμη, απλώς έχει μετακινηθεί μερικά εκατοστά προς τη φαντασία. Η Αμελί έχει θαρρείς διαρκώς για συνοδό της ένα ακαταλόγιστο, που την κάνει να μην κινδυνεύει ποτέ από τίποτα και ακριβώς γι’ αυτό η ομορφιά αυτής της πραγματικότητας μπορεί στιγμιαία να μοιάζει περισσότερο με βιτρίνα καταστήματος παιχνιδιών ή ζαχαρωτών, παρά με την πραγματική ζωή.
Ο Ζενέ όμως δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το ρεαλισμό, αλλά για την ομορφιά που μπορεί να αποκτήσει η πραγματικότητα όταν τη δεις με διαφορετικό τρόπο. Η Αμελί δεν προσπαθεί να αποδείξει ότι ο κόσμος είναι όμορφος. Προσπαθεί να σε κάνει να τον κοιτάξεις, για λίγο, σαν να είναι. Πρόκειται για μια πανέμορφη, παιχνιδιάρικη και ελαφρώς ζαχαρωμένη ταινία, που ξέρει ότι είναι παραμύθι και δεν προσπαθεί να το κρύψει, ακόμη και αν μοιάζει ρομαντικά ξεπερασμένη στο κυνικό σήμερα.

Αν δεν προλάβατε να δείτε την ταινία στο Cine Paris, μπορείτε να την αναζητήσετε σε κάποιο άλλο θερινό σινεμά μέχρι και τον Σεπτέμβριο, ενώ παράλληλα θα είναι σύντομα διαθέσιμη και στη συνδρομητική πλατφόρμα του Cinobo.
Διανομή στην Ελλάδα: Cinobo
Σχετικά άρθρα:
Κριτική ταινίας: Η Τελευταία Κλήση (2026)
Κριτική ταινίας: Τα Παιδιά της Χορωδίας (2004)
Σινέ: Το δείπνο του Φράνκο – Σκηνοθεσία: Μανουέλ Γκόμες Περέιρα – από 9 Ιουλίου
8ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Κιμώλου | 2-6 Σεπτέμβρη 2026


