Γράφει η Ελπινίκη Νίνου
«Μήδεια Έξοδος ΙΙΙ» – μια τελετουργική εμπειρία μέσα στην Εθνική Γλυπτοθήκη
Σπάνια μια θεατρική παράσταση σε κάνει να νιώθεις ότι δεν παρακολουθείς απλώς θέατρο, αλλά συμμετέχεις σε μια εμπειρία σχεδόν μυσταγωγική. Η «Μήδεια Έξοδος ΙΙΙ» του Κωνσταντίνου Χατζή, που παρουσιάζεται στην Εθνική Γλυπτοθήκη, είναι ακριβώς μια τέτοια περίπτωση: μια παράσταση που υπερβαίνει τη συμβατική σκηνή και μετατρέπεται σε βιωματική συνάντηση με την τραγωδία.
Από τη στιγμή που ο θεατής εισέρχεται στον χώρο της Γλυπτοθήκης, καταλαβαίνει ότι η εμπειρία θα είναι διαφορετική. Η παράσταση εκτυλίσσεται ανάμεσα στα γλυπτά, κάτω από το βλέμμα δεκάδων μορφών παγωμένων στον χρόνο. Κυρίως του Γιαννούλη Χαλεπά, αλλά και άλλων καλλιτεχνών. Οι μορφές τους μοιάζουν να παρακολουθούν σιωπηλά την τραγωδία που ξεδιπλώνεται μπροστά τους. Κάποιες στιγμές, με τα παιχνιδίσματα του φωτός, έχεις την αίσθηση ότι δεν είναι πια απλώς εκθέματα ενός μουσείου αλλά θεατές. Άλλες φορές μοιάζουν με σκιώδεις συμπρωταγωνιστές. Και κάποιες στιγμές σχεδόν με πνεύματα που αναδύονται από τον ίδιο τον χώρο.
Και τότε αναρωτιέσαι: ποια είναι αυτά τα πνεύματα; Μήπως είναι οι ίδιες οι μορφές της τραγωδίας που κατοικούν εδώ; Μήπως, ανάμεσα στα αγάλματα, στέκεται αόρατος και ο ίδιος ο Ευριπίδης; Αν κάπου θα μπορούσε να υπάρξει αυτός ο διάλογος ανάμεσα στον λόγο και στην ύλη, ανάμεσα στην αρχαία ποίηση και στη γλυπτική μορφή, τότε ναι – εδώ θα ήταν.
Στο κέντρο αυτού του ιδιότυπου σκηνικού διαλόγου βρίσκεται το γλυπτό «Μήδεια ΙΙΙ» του Χαλεπά. Η τραγική μορφή της μητέρας που κρατά ακόμη τα δύο της αγόρια γίνεται σημείο αναφοράς της παράστασης. Οι ηθοποιοί κινούνται μπροστά, πίσω και γύρω από τη γυάλινη προθήκη του έργου, σαν να συνομιλούν με τη γλυπτή Μήδεια. Η απόσταση ανάμεσα στην ύλη της γλυπτικής και στο ζωντανό σώμα του ηθοποιού σχεδόν εξαφανίζεται.
Η σκηνοθετική σύλληψη αξιοποιεί εξαιρετικά τον χώρο. Οι γυάλινες προθήκες των γλυπτών λειτουργούν άλλοτε σαν καθρέφτες που πολλαπλασιάζουν τις μορφές και άλλοτε σαν λεπτές κουρτίνες σκηνής, σαν διαφανείς κουίντες που αποκαλύπτουν και ταυτόχρονα αποκρύπτουν τη δράση. Το αποτέλεσμα είναι ένα παιχνίδι ορατότητας που εντείνει την αίσθηση του μυστηρίου και της τελετουργίας.
Η παράσταση ακολουθεί τον πυρήνα της τραγωδίας του Ευριπίδη. Η Μήδεια είναι μια γυναίκα ξένη: μια πρόσφυγας που εγκατέλειψε την πατρίδα της για χάρη του έρωτα και βρίσκεται τελικά απομονωμένη σε έναν τόπο που δεν την αποδέχεται. Προδομένη από τον Ιάσονα και αποκλεισμένη από την κοινωνία της Κορίνθου, οδηγείται σε μια εσωτερική εξορία που γίνεται ολοένα πιο σκοτεινή. Ο έρωτας, η προδοσία, η ταπείνωση και η ανάγκη για εκδίκηση συγκρούονται μέσα της μέχρι την τραγική κορύφωση.
Αυτό είναι ίσως το μεγάλο επίτευγμα του Ευριπίδη: μετατρέπει έναν μυθικό χαρακτήρα σε μια συγκλονιστικά ανθρώπινη μορφή. Η Μήδεια δεν είναι μόνο η παιδοκτόνος της τραγωδίας. Είναι η γυναίκα που βιώνει την απόλυτη απώλεια ταυτότητας, η ξένη που δεν ανήκει πουθενά, η μητέρα που παλεύει ανάμεσα στην αγάπη και στη μανία.
Οι ερμηνείες των Τζίνας Θλιβέρη, Θάνου Στασινού και Κωνσταντίνου Χατζή ξεχωρίζουν για την καθαρότητα της άρθρωσης και την ένταση της φωνής. Κάθε λέξη του τραγικού λόγου ακούγεται καθαρά, με έναν ρυθμό που θυμίζει τελετουργία. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η επιλογή η Μήδεια να ενσαρκωθεί από άνδρα. Στην αρχή το στοιχείο αυτό δημιουργεί μια μικρή απόσταση· σύντομα όμως η απόσταση εξαφανίζεται. Η ερμηνεία καταφέρνει να υπερβεί το φύλο και να μετατρέψει τη μορφή της Μήδειας σε κάτι βαθύτερο: ένα αρχέτυπο πόνου και εκδίκησης. Σε λίγα λεπτά ο θεατής ξεχνά ότι βλέπει έναν άνδρα επί σκηνής. Βλέπει απλώς τη Μήδεια.
Εξίσου εντυπωσιακή είναι η παρουσία του χορευτή στο στοιχείο του Butoh. Η κίνηση δεν θυμίζει ανθρώπινο σώμα με την καθημερινή έννοια. Το σώμα μεταμορφώνεται σε πλάσμα σχεδόν εξωανθρώπινο, σε μια μορφή που κινείται ανάμεσα στη ζωή και στον μύθο. Η παρουσία του λειτουργεί σαν σωματική αντήχηση της τραγωδίας. Καθοριστικό ρόλο στην εμπειρία παίζει και η μουσική. Ηχητικά μοτίβα που θυμίζουν γνωστά ρεφρέν εμφανίζονται μεταμορφωμένα, σχεδόν αναγνωρίσιμα αλλά ταυτόχρονα ξένα. Στίχοι από δημοτικά τραγούδια παρεμβάλλονται διακριτικά, ενώ τα επιβλητικά κρουστά δημιουργούν μια τελετουργική ένταση που διατρέχει ολόκληρη την παράσταση.
Η «Μήδεια Έξοδος ΙΙΙ» είναι τελικά κάτι περισσότερο από μια παράσταση αρχαίας τραγωδίας. Είναι μια συνάντηση θεάτρου, εικαστικών τεχνών και σωματικής έκφρασης μέσα σε έναν χώρο που μετατρέπεται ο ίδιος σε σκηνή.
Φεύγοντας από την Εθνική Γλυπτοθήκη, μένει η αίσθηση ότι δεν είδες απλώς μια παράσταση αλλά έζησες κάτι σπάνιο. Μια εμπειρία που δύσκολα επαναλαμβάνεται.
Νιώθεις τυχερός που βρέθηκες εκεί — και εύχεσαι να προλάβουν να το δουν κι άλλοι, πριν πέσει η αυλαία. Η παράσταση συνεχίζεται μέχρι την Κυριακή.

