Γράφει ο Κωνσταντίνος Αβράμης
Η παράσταση του Ανέστη Αζά στο θέατρο Προσκήνιο αποτελεί ένα δαιδαλώδες και αποκαλυπτικό αμάλγαμα ντοκουμέντου και επινόησης, αφήγησης και ανάμνησης.
Σε μία εποχή όπου ένα σωρό διαδικτυακές περσόνες συγκροτούν πυρήνες ανασφαλών ανδρών (κάθε ηλικίας), πείθοντάς τους για την ανάγκη για αρρενωπότητα, για την «ανδρική υπεροχή» και την πατριαρχία, η παράσταση καταφέρνει να μιλήσει για κάτι που δεν αναλύεται εύκολα με θεατρικούς όρους. Επί σκηνής, ακούμε ιστορίες για μία γενιά πατεράδων ―και παππούδων, πια― που αποκλίνουν από τα σημερινά πρότυπα συμπεριφοράς. Τι ίσχυε ως κανονικότητα πριν από μερικές δεκαετίες; Τι μας ακούγεται τώρα ως ανοίκειο;
Η δραματουργική ροή της παράστασης (συνεργάτες για τη δραματουργία: Ιωάννα Κανελλοπούλου, Μιχάλης Πητίδης) μεταβαίνει από τη μία ενότητα στην επόμενη με χαλαρή σύνδεση, περιδιαβαίνοντας αφηγήσεις, δραματοποιήσεις, ιστορίες από διακοπές, έρωτες και απορρίψεις ― αλλά και όνειρα, εφιάλτες, απωθημένα. Οι ηθοποιοί (Γιώργος Βαλαής, Κωνσταντίνος Μωραΐτης, Μάρω Σταυρινού, Κωνσταντίνα Τάκαλου, Ρίνο Τζάνι) φέρουν εις πέρας με μεγάλη ειλικρίνεια και γύμνια μία εις βάθος προσέγγιση ενός τόσο προσωπικού θέματος, ακροβατώντας αδιόρατα ανάμεσα στο πραγματικό και το μυθοπλαστικό. Δίπλα τους αδιάκοπα, ο μουσικός της παράστασης (Παναγιώτης Μανουηλίδης) σε διάλογο με τα όσα εξελίσσονται επί σκηνής, λειτουργεί ως μια δίοδος προσέγγισης ενός ζητήματος που σε κάθε θεατή ξεκλειδώνει κάτι διαφορετικό.
Χωρίς να καταφύγει σε συναισθηματισμούς ή διδακτισμούς, η παράσταση του Ανέστη Αζά εισδύει στην προσωπική φωνή, άλλοτε συγκινεί και άλλοτε αποξενώνει. Δεν βλέπουμε εδώ την μεγάλη πολιτική ή κοινωνική διατομή που επιχειρεί με άλλες παραστάσεις του· τουναντίον, το «Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτόν» αφήνει χώρο στον θεατή να αναστοχαστεί, να συγκρίνει και να εξάγει το όλον μέσα από μια σειρά αξιέπαινων ερμηνειών και μαγικών λεπτομερειών.
Μία παράσταση για τους πατεράδες που δεν ήξεραν πώς, ή γιατί, αλλά προσπαθούσαν να είναι εκεί, να βοηθούν και να αγαπούν ― τραυματίζοντάς μας άθελά τους, μέσα στη συναισθηματική αγαρμποσύνη τους.


