Κουβεντιάζοντας με τον Αλκίνοο Δωρή

Επιμέλεια Συνέντευξης: Κωνσταντίνος Αβράμης

 

Σήμερα το Παλκοσένικο έχει τη χαρά να φιλοξενεί τον σκηνοθέτη Αλκίνοο Δωρή και να κουβεντιάζει μαζί του με αφορμή την παράσταση “Ένα Κουκλόσπιτο“, που ανεβαίνει κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή στη Σκηνή Μπέκετ, από τη θεατρική ομάδα Loxodox.

 

 

Ακόμη κι αν ασχολείσαι με διαφορετικούς συγγραφείς και ένα μεγάλο φάσμα έργων, οι δουλειές σου έχουν ένα κοινό νήμα, μία ταυτότητα. Πως θα περιέγραφες αυτό το στοιχείο που συνέχει τις δουλειές σου;

Νομίζω πως έχει να κάνει με τον τρόπο που φτιάχνουμε τις παραστάσεις μας. Βασιζόμαστε πάντα στην ελευθερία και στην πρόταση που φέρνει ο άλλος. Δεν υπάρχει τίποτα έτοιμο – πέρα από την προσωπική δουλειά χωρίς τους ηθοποιούς. Η μετάφραση, για παράδειγμα, είναι κάτι που δουλεύεται σε μια «κιβωτό», είναι από τα λίγα πράγματα που δεν μοιράζονται στο θέατρο, τουλάχιστον στο επίπεδο της έρευνας. Από εκεί και έπειτα, αυτό που συμβαίνει πάντα είναι να είσαι ανοιχτός, να ακούς, να αυτοσχεδιάζεις – έτσι δουλεύουμε εμείς. Με σειρά στα πράγματα. Η σκηνοθεσία για εμένα είναι να τακτοποιείς το δημιουργικό χάος, και αυτό φτιάχνει μια ισχυρή ταυτότητα αν το κάνεις με μεθοδικότητα. Είναι ένας μπούσουλας που ταιριάζει σε όλα τα είδη: κωμωδία, δράμα, φανταστικό.

 

Εδώ και και έξι ή επτά χρόνια παρουσιάζεις παραστάσεις στο πλαίσιο της ομάδας Loxodox. Όσο κοινότοπη κι αν είναι αυτή η ερώτηση, γιατί επιμένετε τόσο ομαδοκεντρικά σε μία εποχή που προωθούνται τα προσωπικά brands;

Επιμένουμε γιατί μάλλον αυτό έχουμε μάθει. Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω αλλιώς. Ζούμε στην εποχή της ατομικότητας, του ανελέητου ναρκισσισμού, των like, της καρδούλας. Προφανώς κάπου πηγαίνει όλο αυτό, προς τα κάπου στρέφεται. Σίγουρα δεν πηγαίνει την τέχνη μπροστά· ίσα ίσα τη στομώνει. Φυσικά υπάρχει μεγάλη αγωνία για την επόμενη ημέρα, για την επόμενη παράσταση, για το πώς θα προετοιμαστείς, τι θα δείξεις. Αυτό έχει να κάνει με εσένα – πόσο θέλεις να ζεις μέσα σε αυτό το σιφόνι. Όσο αντέχεις, μάλλον, είναι η απάντηση. Η δουλειά πάντως, για να βγαίνει όπως βγαίνει, είναι πολύ σκληρή και χρειάζεται τεράστια αφοσίωση.

 

Τι σε κουράζει στη θεατρική Αθήνα και τι απολαμβάνεις σε αυτήν;

Με κουράζει να βλέπω παραστάσεις που είναι πραγματικά κακές, αλλά για κάποιο λόγο λέμε ψέματα μεταξύ μας ότι είναι καλές. Αυτό νομίζω είναι θλιβερό – και δεν το λέω από θέση κάποιου status, ίσα ίσα. Η πραγματική κριτική βάλλεται από μηχανισμούς κέρδους και εξουσίας, και το όλο θέμα καταντά τραγέλαφος. Τα social media παίζουν τεράστιο ρόλο σε αυτή την κατάσταση: ρυθμίζουν την αισθητική, και το έχουμε βρει μπροστά μας αυτό. Μια ματιά να ρίξεις έξω τι γίνεται. Από την άλλη, μέσα στις εξακόσιες παραστάσεις τον χρόνο, είναι ωραίο όταν ανεβαίνει και μια πολύ καλή παράσταση· είναι μια ανάσα.

 

 «Ένα κουκλόσπιτο» που γράφτηκε πριν από 147 χρόνια γιατί παραμένει σημαντικό σήμερα; Και τι είναι αυτό που καθιστά την κούκλα τόσο πυροδοτικό σύμβολο για την παράσταση;

Παραμένει σημαντικό γιατί είναι ένα σπουδαίο έργο στην πλοκή του πρώτα απ’ όλα. Ο Ίψεν έχει γράψει στις επιστολές του πόσο το είχε αγαπήσει να το δουλεύει στις λεπτομέρειές του. Έχει τρομερή ακρίβεια σαν δομή. Γίνονται εκατό πράγματα ταυτόχρονα, έχει μια ροή δυναμικής που δεν τη συναντάς στην παγκόσμια δραματουργία πουθενά. Νομίζεις πως η πρωταγωνίστρια είναι η Νόρα και παράλληλα γίνεται το ένα γεγονός πίσω από το άλλο. Και σε χίλια χρόνια θα παίζεται αυτό το έργο. Με μαεστρία έχει βάλει το αρχέτυπο μιας κατασκευής: την κούκλα. Η κούκλα είναι το παιδί, είναι αυτό που το ζουλάς, που του ασκείς πίεση μέχρι να διαλυθεί, αυτό που το κατευθύνεις εκεί που θέλεις. Έχει μεγάλη αξία αυτό το αρχέτυπο: από την αρχή είναι καλοβαλμένο και ρυθμισμένο σε μια τάξη, και στο τέλος βιώνει σπαρακτικά την ελευθερία. Δεν είναι πια ένα ζυμαράκι· ζει πραγματικά, αναπνέει, ζαλίζεται από το οξυγόνο της ελευθερίας.

 

 

Η Νόρα «είναι η μισή καρδιά των άλλων». Και η άλλη μισή; Από τι αποτελούμαστε και πως βοηθά το θέατρο σε αυτήν την ανατομία;

Είναι ένα από τα ζητήματα του έργου: πόσο διαθέσιμοι συναισθηματικά είμαστε για τον άλλον. Αντέχεται αυτή η κατάσταση; Να είσαι συνέχεια δίπλα, να υποστηρίζεις, να αγαπάς, να αισθάνεσαι αυτό που αισθάνεται ο άλλος; Αυτό κάνει η Νόρα έως ένα σημείο. Είναι πάντα εκεί — γιατρεύει, διορθώνει, χορεύει, ντύνεται με αποκριάτικα. Η άλλη μισή καρδιά είναι καλά κρυμμένη μέσα της. Δεν την αφήνει να πάρει μπρος, να χτυπήσει για τα δικά της πιστεύω, για τις δικές της αγωνίες. Με κάποιον τρόπο το θέατρο βγάζει στην επιφάνεια ιστορίες που μοιάζουν με τις δικές μας όταν είμαστε θεατές. Έχει αυτή την παράξενη λειτουργία: δείχνει μερικά και αποκαλύπτει περισσότερα. Είναι μια τέχνη που φτιάχνεται από ανθρώπους για να τη δουν άνθρωποι — ή καλύτερα, για να την αισθανθούν.

 

Πως ξεκινούν οι συλλήψεις σας; Από ένα κείμενο, από μια εικόνα; Τι είναι αυτό που σας ωθεί να ασχοληθείτε με το εκάστοτε έργο;

Δουλεύουμε πολύ με τη ζωγραφική, το σινεμά και τη λογοτεχνία. Αυτά τα τρία συμβαίνουν παράλληλα. Όταν μπαίνω στη διαδικασία να ψάξω τι θα κάνω, περνάω από χίλιες σκέψεις και συνήθως καταλήγω σε κάτι που με είχε συγκινήσει στο παρελθόν. Υπάρχει φυσικά πάντα και το τι θέλεις να ασχοληθείς ως σκηνοθέτης. Έχουμε κάνει Σαίξπηρ, Μπέκετ, Ιονέσκο, Ίψεν… έχεις αυτή την περιέργεια του παιδιού, θέλεις να περάσεις στον επόμενο. Συμβαίνει και αυτό. Το θέατρο έχει βαθιά παράδοση και, ως καλλιτέχνης από αυτό το πόστο, είναι φυσικό να θέλεις να ψαχτείς με το παρελθόν.

 

Με την ίδρυση της «Σκηνής Μπέκετ» βρήκατε, φαντάζομαι, ένα μόνιμο σπίτι. Πως είναι αυτό; Περιορίζει ή απελευθερώνει το όραμά σας;

Μας δίνει δύναμη αυτό το θεατρικό σπίτι. Είμαστε μια ομάδα που ζει μέσα στην πρόβα. Ήταν μια κίνηση με μεγάλο ρίσκο, όπως κάθε τι στο ελληνικό θέατρο, αλλά έγινε την κατάλληλη στιγμή — στα πέντε χρόνια της ομάδας. Έχει τεράστια ευθύνη να έχεις μια σκηνή: ατέλειωτη δουλειά για να μπορείς να τη συντηρήσεις, θυσίες, εργασία χωρίς ωράριο, εργασία προσωπική, όλων των ειδών οι εργασίες. Νομίζω πως σε απελευθερώνει να ξέρεις ότι μπορείς να κάνεις πρόβα όποτε το θελήσεις για το επόμενο έργο. Μπορεί φυσικά να μη γίνονται πάντα εκεί οι παραστάσεις μας. Την αγαπάμε αυτή τη σκηνή — κουβαλάει κάποια από τα όνειρά μας.

 

Αν υπάρχει μία παθογένεια, μία πληγή που μας περνά απαρατήρητη, αλλά που αν απαλλαγούμε -μαγικά- από αυτή, θα νιώσουμε πιο ελεύθεροι, ποια είναι αυτή;

Η προσδοκία ότι τα πράγματα θα πάνε καλύτερα. Είναι λίγο «μπεκετικό» αυτό, έχει όμως μια αξία ανεκτίμητη: το να μην περιμένεις με τη χαρά… με το δίκανο. Είναι αβάσταχτη διαδικασία και έχει περισσότερη πλάκα να ζεις μέρα με τη μέρα.

 

 

Διαβάστε περισσότερα για την παράσταση εδώ.

&

Διαβάστε την κριτική μας για την παράσταση εδώ.

Δείτε ακόμα