Κουβεντιάζοντας με τον Δημήτρη Φουρλή

Επιμέλεια Συνέντευξης: Άννα Βαμβακάρη

 

Σήμερα το Παλκοσένικο έχει τη μεγάλη χαρά να φιλοξενεί τον ηθοποιό Δημήτρη Φουρλή και να κουβεντιάζει μαζί του, με αφορμή την παράσταση “Η Μονίκ δραπετευέι” του Εντουάρ Λουί, σε σκηνοθεσία Γιώργου Σουλεϊμάν, στην οποία πρωταγωνιστεί και που ανεβαίνει Πέμπτη με Κυριακή, στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας.

 

Πέρα απ’ τη δική σας παράσταση, τρία ακόμα έργα του Εντουάρ Λουί ανεβαίνουν αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα. Που θεωρείς ότι οφείλεται η αγάπη του κοινού για το συγγραφέα;

 

Όταν μου πρότεινε το ρόλο ο Γιώργος ο Σουλεϊμάν, που σκηνοθετεί την παράσταση, τον είχα ακούστα αλλά δεν ήξερα καμιά άλλη πληροφορία, οπότε μπαίνοντας στη διαδικασία και διαβάζοντας όλα του τα βιβλία, ξεκίνησα με το “Η Μονίκ Δραπετεύει”. Όταν το διάβασα σκέφτηκα ‘ωραίο είναι’, δε μου περνούσε αδιάφορο, έτσι όπως ήταν έτσι απλογραμμένο, κάπως όμως δεν επικοινώνησα τόσο πολύ μαζί του στην αρχή. Μετά διάβασα το “Ας τελειώνουμε με τον Εντί Μπελγκέλ”. Εκεί άρχισε να με αγγίζει πολύ περισσότερο, γιατί μιλούσε για όλο το κομμάτι της παιδικής του ζωής, για τη βία μέσα στην οικογένεια, για το ρατσισμό που βίωνε ως gay, ακόμα δεν ήξερε τότε τι μπορεί να είναι, αλλά έβλεπε ότι τα πράγματα είναι διαφορετικά στο σώμα του και στη συμπεριφορά του, από τα υπόλοιπα αγόρια. Εκεί άρχισε να με αγγίζει περισσότερο. Μετά διάβασα το βιβλίο “Αλλαγή Μέθοδος”, δηλαδή όλο τον τρόπο και τη μέθοδο για να αλλάξει αυτό που ήταν, να διαγράψει αυτό που ήταν και να κάνει μια νέα εγγραφή. Αυτό που είναι δηλαδή ο Εντουάρ Λουί στο σήμερα, να αλλάξει τον τρόπο που συμπεριφέρεται, τον τρόπο που μιλάει, να αλλάξει το πρόσωπό του, έκανε κάποιες επεμβάσεις στα μαλλιά του, στα δόντια του, οπότε έκανε μια μεγάλη μεταμόρφωση, μια αλλαγή, για να διαγράψει όλο αυτό που ήταν πριν. Μάλιστα, το “Αλλαγή Μέθοδος” είναι και από τα πιο λογοτεχνικά του βιβλία. Κάνει μια κίνηση προς τα εκεί, γιατί όλα τα άλλα είναι αυτοβιογραφικά. Εμένα με κέρδισε τελικά η απλότητά του. Πράγματα που μπορούν να συμβουν και τα ακούμε ή τα βιώνουμε εμείς στην οικογένειά μας και μπορεί να μας αγγίξει εκεί, στην απλότητα του. Στην απλότητα των καταστάσεων που είναι όμως τόσο δυνατές που εκεί μπορεί να αγγίξει και να ταυτιστεί και οποιοσδήποτε με κάτι.

 

Η Θέμις Μπαζάκα σε συντροφεύει στη σκηνή στο ρόλο της μητέρας σου. Θέλεις να μας μιλήσεις για τη συνεργασία αυτή; Πως προέκυψε; 
 

 

Η συνεργασία με τη Θέμις Μπαζάκα, ήταν πάρα πολύ καλή. Πραγματικά, με εμένα ήταν πάρα πολύ καλή. Είναι μια απαιτητική προσωπικότητα, αλλά την ίδια στιγμή είναι φοβερά δοτική και φροντιστική και με αντιμετώπισε πραγματικά ισότιμα και επί ίσοις όροις, δεν ήρθε ποτέ να με πατρωνάρει. Είναι κάτι που πραγματικά το εκτίμησα βαθειά. Και στις πρόβες θα μπορούσε να μου κάνει υποδείξεις, να επιβάλλει το δικό της, αλλά δεν υπήρξε καθόλου αυτό. Την ευχαριστώ βαθιά για όλη μας τη συνεργασία. Έχω μόνο καλά να πω για εκείνη. Και η καλή συνεργασία δεν είναι κάτι δεδομένο.

 

Πως ξεκίνησε και πως εξελίχθηκε η συνεργασία σας με την ομάδα Μπαζάκα – Capette – Σουλεϊμάν

 

 
Το κείμενο το διάλεξε ο Γιώργος Σουλεϊμάν. Εγώ τον Γιώργο δεν τον ήξερα καθόλου. Τον ήξερα σαν όνομα μόνο. Είχα ακούσει και για το Blue Train. Αλλά αυτό, μέχρι εκεί. Εγώ τότε, ήμουν στην Αλόννησο. Είχα τελειώσει από το ΚΘΒΕ που παίζαμε το “Έγκλημα και τιμωρία” σε σκηνοθεσία της Νικοκαίτης Κουντούρη και μετά δεν είχα δουλειά, οπότε λέω θα πάω στην Αλόννησο, μήπως ξεκινήσω να εργάζομαι σεζόν εκεί.  Όταν ήμουν εκεί, επικοινώνησε μαζί μου ο Γεράσιμος ο Ευαγγελάτος και μου λέει: Δημήτρη, πιστεύω υπάρχει κάτι που θα σου ταιριάζει, μου το περιέγραψε και με ρώτησε αν είναι κάτι που με ενδιαφέρει, πως θα το σκηνοθετήσει ο Γιώργος ο Σουλεϊμάν και αν θέλω να μας φέρει σε επαφή. Εγώ δέχτηκα. Ήρθαμε σε επαφή, κάναμε μια ακρόαση από απόσταση, μου ζήτησε ένα βιντεάκι, ένα μονόλογο και έτσι έγινε. Μετά ήρθα στην Αθήνα, συναντηθήκαμε και με τη Θέμιδα και έτσι ξεκινήσαμε… Έχω μόνο καλά να πω για τον Γιώργο, είχαμε μια συνεργασία όμορφα δημιουργική, ουσιαστική και χωρίς εντάσεις. Χαίρομαι πολύ που δουλέψαμε μαζί. Για τον Capette τι να πω, εξαιρετικός ο Αντώνης, έχω αρχίσει να ακούω τη μουσική του , ο οποίοςπαίζει ζωντανά μουσική την ώρα της παράστασης. Και βέβαια θα ήθελα πολύ να μιλήσω και για την Αγγελική Τρομπούκη, γιατί έκανε τη χορογραφία και επιμελήθηκε όλη την κίνηση και η συμβολή της είναι πραγματικά καθοριστική και τρομερά βοηθητική, μάλιστα την ξέρω πολλά χρόνια, γιατί έχουμε δουλέψει πολύ και με τον Κακλέα. Και η Αγγελική είναι ένα άτομο με το οποίο ένιωθα πολύ ασφαλής που υπήρχε μέσα στη συνθήκη αυτή.

 

 Πως προετοιμάζεσαι για να υποδυθείς ένα νέο ρόλο, έχεις καποια τελετουργια η μέθοδο;
 

 

Όχι, ούτε τελετουργία έχω, ούτε μέθοδο. Ό,τι είναι να δοθεί είναι από το κείμενο. Τώρα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επειδή πρόκειται για ένα πρόσωπο που υπάρχει και είναι εν ζωή τώρα, πέραν του ότι διάβασα όλα τα βιβλία για να έχω μια γενικότερη πληροφόρηση για τη ζωή του, είδα πάρα πολλές συνεντεύξεις. Καλώς ή κακώς, μπαίνω στη διαδικασία να παρατηρήσω λίγο τον τρόπο που υπάρχει, πως συμπεριφέρεται, δεν πήγα όμως να μιμηθώ τίποτα.Οι πληροφορίες μου ήταν το κείμενο που είχαμε, που το διασκεύασε ο Γιώργος και το βιβλίο που το διάβασα πολλές φορές, επειδή κάθε φορά ανακαλύπτεις και καινούργιες πληροφορίες. Σημαντικό για μένα είναι να ξέρω τι λέω, τι ζητάω και αυτό είναι αρκετό.

 

Παρακολουθείς το θεατρικό τοπίο της Θεσσαλονίκης;

 

Έχει μια δυσκολία η Θεσσαλονίκη, όλοι κατεβαίνουμε στην Αθήνα. Πολλοί είμαστε από τη Θεσσαλονίκη. Έχει ένα Κρατικό, που το είδα λίγο από μέσα τώρα με το “Έγκλημα και Τιμωρία” και δεν θα έλεγα ότι μου έχει αφήσει τις πιο καλές εντυπώσεις για τον προγραμματισμό του και γενικότερα. Είναι στενάχωρο αυτό. Πάντως στη Θεσσαλονίκη το θέατρο είναι πολύ δύσκολο, ειδικά για τους ηθοποιούς. Ευτυχώς δηλαδή που υπάρχει εκεί το Θέατρο Τ, με την Γλυκερία Καλαϊτζή, αλλά και πάλι πως να ζήσει κανείς. Έτσι κι αλλιώς, το επάγγελμα του ηθοποιού πάντα είχε το κομμάτι της ανασφάλειας, δεν ξέρεις τι γίνεται και που πάει. Αυτό ήταν πάντα και είτε το παντρεύεσαι αυτό, ή δεν το κάνεις. Μας το λέγανε και στη σχολή, να ξέρετε, παιδιά, από εδώ ένας, ίσως και κανένας να μη μπορέσει να ζήσει από αυτό. Δηλαδή, ακόμα και με τη Θέμις (σ.σ. Μπαζάκα) που μιλάω, ακόμα και τώρα έχει κι εκείνη την ίδια αγωνία και το ίδιο άγχος.

Πάμε να σε γνωρίσουμε λίγο καλύτερα. Τι αγαπάς, τι μισείς, τι θα ήθελες να ήταν αλλιώς;
 

Αυτό που αγαπάω είναι το ότι μέσα από την ψυχοθεραπεία έχω φτιάξει μια καθημερινή ρουτίνα, την οποία καταστρέφω την ίδια στιγμή, ότι θέλω την κάνω, αλλά την έχω φτιάξει συτή τη ρουτίνα
για την  καθημερινότητά μου και έτσι είμαι ήρεμος. Πάντα με τις εντάσεις, γιατί δεχόμαστε και πληροφορίες απ ‘έξω. Όμως υπάρχει ένας πυρήνας που είναι σε μια ησυχία. Μισώ όχι, αλλά με πνίγει σίγουρα το περιβάλλον, έτσι πως έχει διαμορφωθεί και με κάνει να θέλω να φύγω από τη χώρα. Όχι ότι άλλού είναι παράδεισος, αλλά το εδώ σε διώχνει. Και ειδικά στο κομμάτι της τέχνης, γιατί εδώ δεν το αγαπάνε. Τι θα ήθελα να ήταν άλλιώς; Πολλά, ίσως όλα. Ή ίσως, ας είναι όλα έτσι και θα τα κάνουμε εμείς αλλιώς. Γιατί λέμε πως θέλουμε να αλλάξει κάτι, θέλουμε να γίνουν καλύτερα, όμως τι σημαίνει το να “αλλάξει” και τι σημαίνει το “καλύτερα”; Μπορούμε να συμφωνήσουμε σε κάποια βασικά πράγματα; Για παράδειγμα, παίρνουμε τα ΜΜΜ, που στα χαρτιά είναι κάθε 4 λεπτά, στην πράξη δεν είναι. Όπως και το να δουλεύουμε 8 ώρες, όχι 10 και 13, και να πληρωνόμαστε αξιοπρεπώς. Μπορούμε να συμφωνήσουμε και να ξεκινήσουμε έστω με αυτά τα βασικά;

Πες μας κάτι για σένα που δεν ξέρουμε.
 

Ωχ, Ωχ! Τι δεν ξέρετε; Ότι μαγειρεύω πάρα πολύ καλά, ότι τρελαίνομαι για τα γλυκά και φτιάχνω και εξαιρετικό γαλακτομπούρεκο. Αλλά, εξαιρετικό όμως, έτσι, όχι αστεία, γιατί το φτιάχνω από 15 ετών. Πραγματικά, τα γλυκά μου αρέσουν πάρα πολύ, θα μπορούσα να ζω μόνο με γλυκά! Και έχω ακόμα το τηλεσκόπιο στο μπαλκόνι μου γιατί μου αρέσει να χαζεύω τ’ άστρα και τους πλανήτες, μικρός μάλιστα ήθελα να γίνω αστροφυσικός.

Τη μέρα που παρακολουθήσαμε εμείς την παράσταση, ο κόσμος δεν έφευγε μετά το τέλος, αλλά έφτιαχνε μικρά πηγαδάκια στο φουαγιέ και έξω από το θέατρο, συζητώντας για την παράσταση. Αυτό είναι κάτι σύνηθες και ποιες είναι οι αντιδράσεις του κοινού για το έργο;

Η αλήθεια είναι πως στη δική μας παράσταση κατά βάση συμβαίνει, για να πω την αλήθεια.
Και στο τέλος συνήθως μας περιμένουν, φαντάζομαι αν δεν τους άρεσε δε θα μας περίμεναν, είναι κι αυτό νομίζω ένα δείγμα. Αν δεν ήθελαν δεν θα καθόντουσαν. Είναι λοιπόν κάτι που συμβαίνει. Ένα κομμάτι που πολύ με συγκινεί γενικά είναι ότι κάποιος θα σηκωθεί από το σπίτι του, θα πάρει τα μέσα ή το αυτοκίνητό του και θα έρθει στο θέατρο, με αυτό το εισιτήριο που για την Ελλάδα του σήμερα είναι ακριβό -να τα λέμε και αυτά- και έρχεται να δει αυτή την παράσταση που παίζουμε εμείς. Όταν δε αυτός ο άνθρωπος θα παραμείνει και στο τέλος απ’ έξω για να μας πει συγχαρητήρια και όταν θα δούμε απ’ την ενέργειά του ότι του άρεσε αυτό, τότε για μας είναι πολλαπλή χαρά. Το αν μετά αυτές τις πληροφορίες που πήρε μπορεί να τις κάνει κάτι, να ανοίξει ένας διάλογος, κάτι να τον αγγίξει αργότερα ή κάτι να θυμηθεί, τότε είναι το απόλυτο. Κάπως θα έχει αποθηκευτεί μέσα του μια πληροφορία και ίσως κάποτε προκύψει μια σύνδεση. Τι καλύτερο από αυτό; Και όταν φτάσεις να ανοίγεις διάλογο πια την κοινωνία μέσα, νομίζω πως το θέατρο τότε πληρώθηκε.

Είπε ο Λουί σε μία συνέντευξη για τη μαμά του, ότι το γεγονός πως ήταν φτωχή, την έκανε να αισθάνεται ντροπή. Και αναρωτιόταν ο Λουί, πώς μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο, όταν αυτοί που υποφέρουν ντρέπονται;

Οι άνθρωποι οι οποίοι είναι καταπιεσμένοι ντρέπονται, επειδή είναι καταπιεσμένοι. Γιατί υπάρχει μια κοινωνία, στην οποία η πληροφορία είναι πάρα πολύ μεγάλη, βλέπεις γύρω σου πλούτο ή φαινομενικό πλούτο, οπότε πράγματι φέρεις ένα κομμάτι ενοχής, ότι μάλλον δεν τα κατάφερα, είμαι αποτυχημένος, οπότε μπορεί κάποιος να αισθανθεί ντροπή γιατί δεν τα κατάφερε, γιατί δε μπορεί να ανταποκριθεί σ’ αυτό που θα έπρεπε να είναι. Και ο Λουί έχει περάσει από αυτή η φάση και λέει σε ένα βιβλίο του «ντρεπόμουν για τη φτώχεια μας ντρεπόμουν για την οικογένειά μου ντρεπόμουν για αυτό που ήμασταν. Και πολλές φορές ντρεπόταν για τους γονείς του. Και ο ίδιος το ξέρει πολύ καλά το αίσθημα του ντρέπομαι για αυτό που είμαι. Εξάλλου γι΄ αυτό έχει κάνει μια τέτοια τεράστια αλλαγή, είναι άλλος άνθρωπος σε σχέση με αυτό που ήτανε.

Ο Εντί Μπελγκέλ (κατά κόσμο Εντουάρ Λουί) βίωσε διπλή καταπίεση. Δεν ήταν απλώς ένα ομοφυλόφιλο αγόρι, ήταν και φτωχός. Ποιες είναι οι σκέψεις σου πάνω σε αυτό;

Βιώνει όντως διπλή καταπίεση, γιατί αφενός ανήκει στην εργατική τάξη, η οποία όντως καταπιέζεται γενικότερα και έτσι υπάρχει μια συμπάθεια για αυτή, δηλαδή ο καταπιεζόμενος εργάτης και εργάτρια μας είναι συμπαθείς. Παράλληλα όμως στους κύκλους της εργατικής τάξης μπορούμε να βρούμε ανθρώπους οι οποίοι είναι ρατσιστές, είναι φασίστες και αυτοί μπορεί να καταπιέσουν και να βγάλουν το ρατσισμό ειδικά σε ένα γκέι αγόρι. Οπότε ο Εντουάρ πράγματι την ίδια στιγμή που ανήκει σε μια κατώτερη κοινωνικά οικονομική τάξη και βιώνει αυτό το κομμάτι του ταξικού ρατσισμού, την ίδια στιγμή και μέσα στην ίδια του την τάξη βιώνει τη βία και το ρατσισμό απ’ τους ανθρώπους που υποτίθεται πως είναι στην ίδια μοίρα. Όλο αυτό είναι πολύ ασφυκτικό και εγκλωβιστικό, γι’ αυτό και όχι απλά ήθελε να ξεφύγει εκτοξεύτηκε για να φύγει και ήταν τεράστιος ο αγώνας του για να ξεφύγει από όλο αυτό. Έκανε μια τεράστια προσπάθεια για να ξεφύγει και από ένα σημείο και μετά ήταν στοχοπροσηλωμένος ώστε να διαφύγει και από την ταξική του καταπίεση. Και έτσι τώρα είναι ένας πολύ πλούσιος συγγραφέας. Και φυσικά το κομμάτι της αποδοχής της ομοφυλοφιλίας  του, που πλέον δεν υπάρχει τέτοιο ζήτημα, δεν το κρύβει ούτε ντρέπεται γι’ αυτό. Και σκέψου ότι η καταπίεση ξεκινούσε από την ίδια του την οικογένεια. Από τον πατέρα του, από τη μητέρα του. Και αργότερα που ο ίδιος σώζεται, προσπαθεί να σώσει και τη μητέρα του από τη δική της καταπίεση. Ωστόσο, ενώ τη μια στιγμή είναι σωτήρας, αποφασίζει να σώσει τη μάνα του, όπως και αυτός έχει σώσει τον εαυτό του, την ίδια στιγμή το κάνει λίγο απότομα. Δηλαδή από την πρώτη ημέρα της απόδρασης της Μονίκ, της λέει να αρχίσει να ψάχνει σπίτι, γιατί αυτός ξέρει ότι επιστρέψει σύντομα εκεί. Η σχέση τους είναι μια κατεστραμμένη σχέση από την παιδική του ηλικία. Τα χρόνια που αυτή ήταν στο Παρίσι με τον σύντροφό της, τα είπανε με τον Λουί μόνο τρεις φορές. Είναι μια σχέση εκατέρωθεν πληγωμένη. Έχουν και οι δύο τραύματα που δεν επουλώνονται.

Θεωρείς οτι ο Λουί όσο απομακρύνεται από το βίωμα της φτώχειας, μπορεί να χάσει τη συγγραφική του δύναμη;

Κοίταξε, λέει ο Εντουάρ Λουί σε ένα βιβλίο του: “τουλάχιστον, προνόμιό μου, είναι ότι έχω περάσει από αυτό το κομμάτι (το ταξικό) και το ξέρω. Το έχω ζήσει στο πετσί μου. Και ξέρω τι αγώνα έκανα για να φύγω από αυτό και το κατάφερα”. Οπότε τώρα είναι πλούσιος, πετυχημένος λευκός, όμορφος, μια χαρά και χαίρει έτσι αποδοχής. Έγραψε για τα δικά του βιώματα, για τους γονείς του και τώρα έβγαλε ένα βιβλίο για τον αδερφό του, που είναι αλκοολικός κλπ. Ε, λες δε μπορεί που θα πάει, κάποτε θα εξαντληθούν και τα μέλη της οικογένειας… (γέλια), μετά γιατί άλλο θα γράψει; Και δεν ξέρω η αλήθεια είναι, πραγματικά το έχω και εγώ απορία. Ψάχνοντας από συνεντεύξεις, κάπου αν θυμάμαι καλά, διάβαζα πως περιμένουν από αυτόν να το γυρίσει πιο πολύ στο μυθιστόρημα. Γιατί υπήρχε μια ρητορική ότι γράφει μόνο αυτοβιογραφικά και ότι αυτό είναι κάπως πιο εύκολο να το κάνεις. Δηλαδή πως δεν υπάρχει ένα κομμάτι από πηγή έμπνευσης, παρά μόνο γράφεις για τη ζωή σου. Τώρα λοιπόν που είναι καλά και ασφαλής, αναρωτιούνται τι θα του δώσει το καύσιμο για να συνεχίσει και πώς θα συνεχίσει; Γιατί παίζει ρόλο το από ποια θέση μιλάς. Βέβαια το γεγονός πως έχει ζήσει σε ακραία φτώχεια και καταπίεση, δεν ξεχνιέται. Θα δείξει.

Μέχρι πότε θα πάει το «Η Μονίκ δραπετεύει» και ποια είναι τα επόμενά σου σχέδια;

Τα επόμενα σχέδια, λοιπόν, εμείς ελπίζω να συνεχίσουμε με την παράσταση «Η Μονίκ δραπετεύει». Το πλάνο είναι να πάμε αρχικά μέχρι 6 Γενάρη και θέλω να πιστεύω ότι, με τον κόσμο που έχουμε αυτή τη στιγμή, θα συνεχίσουμε νομίζω και πιο μετά. Θα δείξει… Παράλληλα το παιδικό που κάνω πάει πολύ καλά και θα πάει μέχρι το Πάσχα, το «Πουπουλapp», που παίζεται κάθε Κυριακή στις 3.00 στο Θέατρο Αργώ.

 

Διαβάστε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ.

Δείτε ακόμα