Κριτική Παιδικού Θεάτρου
Το ξενοδοχείο των συναισθημάτων
Θέατρο Άλφα Ληναίος – Φωτίου
Πάμε θέατρο μαμά;
Γράφει η Φλώρα Κυρίτση
Η παράσταση «Το ξενοδοχείο των συναισθημάτων» ανοίγει τις πόρτες του ,
έτοιμο να υποδεχτεί τους επισκέπτες του στο Θέατρο Άλφα, στο κέντρο της Αθήνας.
Έτσι και εγώ μαζί με τη Ζωή και τον Αντώνη – τους μικρούς μου συνοδούς κάναμε check in !
Μια παράσταση με στιγμές που με συγκίνησαν και με συναισθήματα που συνέχισαν να υπάρχουν και μετά την αυλαία.

Η παράσταση βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο της LIDIA BRANKOVIC και το σκηνικό που αντικρίσαμε μπαίνοντας στο θέατρο παραπέμπει στο εξώφυλλο του. Με έξυπνη σχεδίαση, εξυπηρετούσε απόλυτα τις ανάγκες της παράστασης, χωρίς να φορτώνεται η σκηνή με περιττά στοιχεία, αποτυπώνοντας όμορφα την αισθητική σε κάθε αλλαγή σκηνικού. Μια προσεγμένη δουλειά της Kolossaion Productions που αποδεικνύει πως, στο θέατρο για παιδιά, η εικόνα είναι μέρος της αφήγησης και της εμπειρίας του θεάτρου.
Οι μάσκες σε σχεδιασμό της Κατερίνας Λιόλιου και κατασκευή της Νιόβης Μπολιάκη ήταν φανταστικές! Τόσο καλά μελετημένες και σχεδιασμένες, που η εξπρεσιονιστική αισθητική τους, με την υπερβολή, τα έντονα χρώματα και το ξεχωριστό τους ύφος, κατάφερναν να αποδώσουν την ταυτότητα κάθε συναισθήματος, χωρίς να αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας. Μπορούσες να καταλάβεις αμέσως ποιο συναίσθημα είχες απέναντί σου, τόσο από τα χρώματα, όσο και από τα κοστούμια που το συνόδευαν. Κι αυτό είναι κάτι που βρήκα ιδιαίτερα ευφυές, καθώς η εικόνα γινόταν από μόνη της κατανοητή, ακόμη και για τα μικρότερα παιδιά, βοηθώντας τα να αναγνωρίσουν τα συναισθήματα, πριν ακόμη εκείνα συστηθούν στο κοινό μέσα από λόγια.
Επίσης, βρήκα πολύ δημιουργική την επιλογή να παίζουν οι ηθοποιοί παιχνίδια με τα παιδιά, κάνοντας την παράσταση διαδραστική και συναρπαστική για τους μικρούς θεατές. Ειδικά τη στιγμή που μεγάλες, φωσφοριζέ, μωβ μπάλες φτάνουν στο κοινό, καλώντας μικρούς και μεγάλους να συνεργαστούν, μεταφέροντάς τες από μπροστά προς τα πίσω και πάλι από πίσω προς τα μπροστά, το θέατρο πραγματικά ξεσηκώνεται! Φωνές, ουρλιαχτά, γέλια και χοροπηδητά δημιουργούν ένα κύμα ενθουσιασμού που παρασύρει τους πάντες. Μια έκρηξη ενέργειας που δίνει μια ανάσα στην παράσταση, πριν επιστρέψει στη συνέχεια της ιστορίας. Είναι πολύ όμορφο όταν τα παιδιά έχουν την ευκαιρία να συμμετέχουν τόσο ενεργά.

Το θέατρο γεμίζει με τη μουσική του Κωνσταντίνου Μοσχοβίτη. Με εξαιρετικά τραγούδια, που προσωπικά θα προτιμούσα, από τη στιγμή που βρισκόμαστε στο θέατρο, να ερμηνεύονται ζωντανά και όχι να ακούγονται ηχογραφημένα στο παρασκήνιο. Καταλαβαίνω, βέβαια, πως κάτι τέτοιο θα οδηγούσε περισσότερο προς το μιούζικαλ. Αλλά γιατί όχι; Οι Ζαχαρίας Γουέλα, Ασπασία Δήμου, Θεοχάρης Μπαϊρακταρίδης και Γιάννης Τομάζος φαίνεται να διαθέτουν το ταλέντο και τις δυνατότητες να τραγουδήσουν με άνεση πάνω στη σκηνή, όπως ακριβώς καταφέρνουν να εκτελούν τούμπες και ρόδες. Θα ήταν μια προσθήκη που θα έδινε ακόμη μεγαλύτερη ζωντάνια και αμεσότητα στην παράσταση.
Ο Ζαχαρίας Γουέλα στο ρόλο του φόβου, είχε την τιμητική του στο κομμάτι του χιούμορ! Είχε πραγματικά πολλή πλάκα και κατάφερε να προκαλέσει άφθονο γέλιο, αποδεικνύοντας πως ακόμη κι ένα συναίσθημα που συχνά μας δυσκολεύει μπορεί να γίνει αφορμή για παιχνίδι, διασκέδαση και μια διαφορετική ματιά σε όσα μας φοβίζουν.
Στο δεύτερο μέρος της παράστασης, όπου εμφανίζονται τα συναισθήματα και βοηθούν τον Λουκά να κατανοήσει βαθύτερα τι είναι αυτό που του λείπει, έχει ουσία και δίνει μεγαλύτερο βάθος στην ιστορία. Επειδή το θέατρο για παιδιά μπορεί να γίνει μια τόσο όμορφη εμπειρία, αξίζει να είναι προσεγμένο σε όλες του τις λεπτομέρειες. Γιατί οι μικροί θεατές δεν είναι λιγότερο απαιτητικοί θεατές. Είναι απλώς εκείνοι που χρειάζονται λίγο περισσότερη φροντίδα, για να μπορέσουν να δουν ολόκληρη τη μαγεία.
Ωστόσο καμιά φορά, η μαγεία σκοντάφτει στην… ορατότητα. Γιατί, κάτι που δεν μπορώ να προσπεράσω, καθώς θεωρώ πως αφορά κάτι πολύ πιο ουσιαστικό από μια απλή οργανωτική λεπτομέρεια, είναι πως δεν υπήρχαν μαξιλαράκια στα καθίσματα, ώστε τα μικρότερα παιδιά να κάθονται λίγο πιο ψηλά και να μπορούν να βλέπουν τη σκηνή. Ακόμη και στις πρώτες σειρές, η ορατότητα ήταν ανεπαρκής. Τα παιδιά αναγκάζονταν να σηκώνονται όρθια ξανά και ξανά, προσπαθώντας να δουν, με αποτέλεσμα να κουραστούν πολύ πριν ολοκληρωθεί η παράσταση. Όταν απευθύνεσαι σε παιδικό κοινό, η εξασφάλιση της ορατότητας δεν είναι πολυτέλεια, είναι βασική προϋπόθεση.
Η θεατρική εμπειρία δεν αρχίζει με το πρώτο φως στη σκηνή. Αρχίζει από τη στιγμή που ένα παιδί κάθεται στη θέση του και περιμένει με ανυπομονησία να δει αυτό που του υποσχέθηκες. Όταν, αντί γι’ αυτό, αναγκάζεται να προσπαθεί διαρκώς να δει, η ευθύνη δεν βρίσκεται στο παιδί, αλλά στον σχεδιασμό της εμπειρίας που του προσφέρεις. Ειδικά, όταν πρόκειται για μία σύνθετη συναισθηματική αφήγηση, που η πυκνότητα της πληροφορίας, ενδεχομένως να απευθύνονται σε παιδιά ηλικίας 5+, που μπορούν να επεξεργαστούν ευκολότερα όσα παρακολουθούν και να αναγνωρίσουν τα μηνύματα της παράστασης.

Μικροί θεατές – μεγάλες εντυπώσεις!
Μια μικρή φίλη, η Ελένη, μόλις τριών ετών, καθόταν στο μπροστινό κάθισμα αγκαλιά με τη μαμάς της. Κατάφερε να παρακολουθήσει μέχρι το διάλειμμα, αλλά έφυγε πριν δει το τέλος. Η μαμά της, απορημένη, μου είπε: «Πολλές πληροφορίες!
Ενώ το βιβλίο το διαβάζουμε συνέχεια…».
Η Ζωή, από την αρχή, περίμενε να δει την κοπέλα-ξενοδόχο με τα μακριά άσπρα μαλλιά. Όταν, είδε τη Ρέϊ, αλλά όχι όπως την περίμενε, δε στεναχωρήθηκε, ούτε απογοητεύτηκε. Αντίθετα, παρακολούθησε με ενδιαφέρον και άρχισε σταδιακά να κατανοεί πως το βιβλίο, οι εικόνες του και όσα είχε πλάσει η φαντασία της δε θα μεταφέρονταν απαραίτητα στη σκηνή με τον ίδιο τρόπο. Και, καμιά φορά, αυτό είναι εξίσου όμορφο! Γιατί το θέατρο δε χρειάζεται πάντα να μοιάζει με αυτό που έχουμε φανταστεί για να μας κερδίσει.
Ξετρελάθηκε με τα τραγούδια! Δεν υπήρξε στιγμή που να μην κουνηθεί και να μη χορέψει στην καρέκλα της, ακολουθώντας τον ρυθμό της μουσικής. Άλλωστε, φεύγοντας, το είπε ξεκάθαρα: από όλα, της άρεσαν περισσότερο η μουσική και τα τραγούδια!
Ο Αντώνης, από την άλλη, φάνηκε να διασκεδάζει ιδιαίτερα με τον αγαπημένο του φόβο, δείχνοντας μικρότερο ενδιαφέρον για τα υπόλοιπα συναισθήματα. Παρακολουθούσε με προσοχή, γελούσε, αγωνιούσε και στο προσωπάκι του εναλλάσσονταν τόσα διαφορετικά συναισθήματα, όσα ακριβώς προσπαθούσε να αναγνωρίσει και πάνω στη σκηνή. Περίμενε, επίσης, να συναντήσει κάποιο συναίσθημα αλλόκοτο, μπερδεμένο, ίσως λίγο παράξενο σαν μορφή πάνω στη σκηνή. Δεν τον πείραξε που δεν αντίκρισε κάτι που είχε πλάσει η φαντασία του.
Αν και έγινε αναφορά στο ότι τα συναισθήματα μπορεί κάποιες φορές να είναι πολλά μαζί και να δημιουργούν ένα μικρό… χάος μέσα μας. Ίσως αυτό να είναι από μόνο του μια πολύ σημαντική αρχή: να καταλάβουμε πως δεν αισθανόμαστε πάντα ένα μόνο πράγμα, ούτε είναι απαραίτητο να μπορούμε να εξηγήσουμε κάθε φορά όσα συμβαίνουν μέσα μας.

Και τα δύο παιδιά έφυγαν από την παράσταση χαρούμενα. Η χαρά, όμως, δεν έμεινε εκεί, μέσα στο θέατρο. Ταξίδεψε μαζί τους μέχρι το σπίτι, όπου η εμπειρία μεταμορφώθηκε σε παιχνίδι. Τα παιδιά άρχισαν να μιμούνται, με τον δικό τους τρόπο, τον θυμό και τον φόβο, ξαναζωντανεύοντας όσα είχαν δει και νιώσει.
Ο φόβος έγινε για τις επόμενες ώρες, αφορμή για γέλια μετά την παράσταση. Έγινε, επίσης, μια μικρή γέφυρα επικοινωνίας ανάμεσα στα δύο αδέρφια. Μια κοινή εμπειρία που τους ένωσε και τους έδωσε την ευκαιρία να επικοινωνήσουν με τον δικό τους, ξεχωριστό τρόπο. Και κάπως έτσι, το θέατρο συνέχισε να υπάρχει και μετά την αυλαία. Στα γέλια τους, στο παιχνίδι τους, στην επικοινωνία τους.
Τελικά η πιο όμορφη κριτική μιας παιδικής παράστασης ίσως να μην είναι μόνο όσα θα μας πουν τα παιδιά, όταν τα ρωτήσουμε αν τους άρεσε, αλλά όσα θα πάρουν μαζί τους φεύγοντας. Και τα δικά μου, φεύγοντας από “Το ξενοδοχείο των συναισθημάτων” πήραν μαζί τους μουσικές, συναισθήματα, γέλια και έναν φόβο που, για λίγο τουλάχιστον, έγινε φίλος τους.
Διαβάστε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ.
Προπώληση εισιτηρίων: https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/children/to-ksenodoxeio-ton-synaisthimaton/
Σχετικά Άρθρα:
Στον πλανήτη του Καντίνσκι! | Κριτική Παιδικού Θεάτρου | Πάμε θέατρο μαμά;
Πάμε θέατρο μαμά; | Δύο ξεροκέφαλες κουτάλες | Κριτική Θεάτρου


