Συνέντευξη: Γιώργος Γκιόκας
«Να ξέρετε πως αυτό που ακούτε είναι σφύριγμα τρένου»
Θέατρο Olvio
Επιμέλεια συνέντευξης: Άννα Βαμβακάρη
Το Παλκοσένικο έχει σήμερα τη μεγάλη χαρά να φιλοξενεί στη συντροφιά του τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Γιώργο Γκιόκα και να κουβεντιάζει μαζί του με αφορμή την παράσταση «Να ξέρετε πως αυτό που ακούτε είναι σφύριγμα τρένου», στην οποία υπογράφει, μαζί με τον Νίκο Μαρνά, τη σκηνοθεσία και η οποία ανεβαίνει στο Θέατρο Olvio, κάθε Τετάρτη στις 21:00.

Γιώργο, σε καλωσορίζω στο Παλκοσένικο! Είσαι ένας καλλιτέχνης με έντονη σωματικότητα και εξαιρετική κίνηση, κάτι που, όπως φαίνεται, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής και της τέχνης σου. Αυτή η ανάγκη σου για κίνηση περιορίζεται στο φυσικό κομμάτι ή έχει και φιλοσοφικές προεκτάσεις στη ζωή σου, κατά το γνωστό ρητό «πέτρα που κυλά, ποτέ δε χορταριάζει»;
Η αλήθεια είναι πως δεν το είχα σκεφτεί ποτέ έτσι, αλλά πολύ μου άρεσε αυτός ο συσχετισμός. Και νομίζω πως είναι δόκιμος στην περίπτωσή μου. Πράγματι, έχω κάτι σαν φόβο για την ακινησία. Ίσως ότι, αν μείνω στάσιμος, θα παρασυρθώ, ότι θα αφομοιωθώ, κάτι τέτοιο.
Ποια θεωρείς πως ήταν τα ορόσημα στη μέχρι τώρα πορεία σου;
Έχω τη χαρά να με έχουν εμπιστευτεί σημαντικοί άνθρωποι, ωστόσο δεν έχω ορόσημα. Ή μάλλον, κάθε νέα δουλειά αποτελεί για εμένα ορόσημο, αν θέλετε, δεδομένου ότι αποτελεί αφορμή να πλουτίσω τη φαρέτρα μου, να μάθω νέα πράγματα, να κοιτάξω μέσα από διαφορετικά πρίσματα.

Ήδη από την αποφοίτησή σου από τη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν ήσουν και παραμένεις ένας πολύ δραστήριος άνθρωπος και καλλιτέχνης. Αναφέρω επιγραμματικά πως ασχολείσαι με το θέατρο, τον χορό, τα ακροβατικά, το παιδικό θέατρο και το κλασικό τραγούδι. Αναρωτιέται κανείς πώς τα προλαβαίνεις όλα αυτά και ποια είναι τα ενδιαφέροντά σου στον ελεύθερο χρόνο σου;
Κατά έναν περίεργο τρόπο, όλα μου τα ενδιαφέροντα καταλήγουν να έχουν ως επίκεντρο το θέατρο. Για οτιδήποτε κάνω ή μαθαίνω, πάντοτε σκέφτομαι πώς θα μπορούσα να το αξιοποιήσω στον τάδε ρόλο ή σε κάποια σκηνική συνθήκη. Το ότι τα προλαβαίνω μάλλον σχετίζεται με την παραπάνω ερώτηση και με τον φόβο μου για την απραγία. Ελεύθερος χρόνος δεν υπάρχει, όχι επαρκής τουλάχιστον. Φαντασιώνομαι να μπορέσω κάποια στιγμή να καθίσω κάπου ήσυχα, με μουσική και ένα καλό βιβλίο.
Το κείμενο του Θανάση Τριαρίδη που επιλέξατε και σκηνοθετήσατε, όπως και όλα τα άλλα έργα του, δηλώνει ξεκάθαρα την πρόθεσή του και επιλέγει να πάρει θέση απέναντι στα κακώς κείμενα της κοινωνίας μας. Πόσο μεγάλο στοίχημα είναι για τους καλλιτέχνες να επιλέγουν τέτοια έργα και να παίρνουν θέση, σε μια εποχή που παρατηρούμε πως προωθείται και επιβραβεύεται η έλλειψη τοποθέτησης και, γενικότερα, η απολίτικη στάση από καλλιτέχνες, ώστε να είναι πιο αρεστοί σε ευρύτερο κοινό;
Είμαστε μικροί και άσημοι, οπότε το στοίχημα αυτό για το οποίο μιλάτε δεν είναι και τόσο μεγάλο για εμάς. Όχι ακόμη, τουλάχιστον. Σίγουρα το «να μην ενοχλείς» είναι μια αρετή που πολύ εκτιμάται, αλλά εάν ασκείτο, για παράδειγμα, μία αυστηρή λογοκρισία το 2026, θα επέφερε τα ενάντια αποτελέσματα. Επομένως, αυτή η ελεγχόμενη παρρησία είναι υπολογισμένη και, ως έναν βαθμό, λειτουργική. Από την άλλη, ας μην ξεχνάμε πως δεν είναι όλα τα θεατρικά έργα πολεμικά και δεν χρειάζεται να είναι όλα. Υπάρχει ανάγκη για διαφορετικές λειτουργίες.
Τώρα, το ότι ζούμε μία εποχή που επαινείται ό,τι δεν παίρνει θέση, ό,τι δεν έχει γεύση ή χρώμα, ακόμη κι ό,τι δεν έχει μέγεθος και καταλήγει να σε κάνει να χασμουριέσαι από το πρώτο λεπτό, αυτό ναι, είναι γεγονός.
Υπάρχει μια συνηθισμένη φράση που έχει γίνει σχεδόν αντανακλαστική και λέει πως «η αλήθεια βρίσκεται πάντα κάπου στη μέση». Μήπως ήρθε, επιτέλους, η ώρα να ξεπεράσουμε, επί της ουσίας, αυτή τη στερεοτυπική αντίληψη, ειδικά όταν συζητάμε για γενοκτονίες, επαναπροωθήσεις μεταναστών και πνιγμούς ανθρώπων στη μέση της θάλασσας;
Μα η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Για την ακρίβεια, η αλήθεια βρίσκεται ακριβώς στην κόψη και είναι γι’ αυτόν τον λόγο που η υπαρξιακή μας ισορροπία καθίσταται τόσο δύσκολη, με αποτέλεσμα εύκολα να κατρακυλάμε προς άκρα και να αναβάλλουμε εν τέλει την ανάβαση. Ο φόνος είναι κανόνας στην ανθρώπινη ιστορία. Το να αποκηρύξουμε τον φόνο ως πρακτική, να αποφασίσουμε ως ανθρωπότητα πως δεν επιτρέπεται να δολοφονούμε ανθρώπους (ούτε και άλλα είδη), θα ήταν μία κοσμοϊστορική επανάσταση, η οποία μάλιστα αντιβαίνει ως έναν βαθμό την ίδια την ιδέα της επανάστασης.
Και ναι, πάμε να το κάνουμε! Αλλά για να το κάνουμε πρέπει να σταθούμε ακριβώς στη μέση.

Τόσο η παράστασή σας όσο και το πρόσφατο ντοκιμαντέρ «Νάζα», που βραβεύτηκε στις Κάννες, αποκαλύπτουν τις πιο σκοτεινές και ντροπιαστικές πτυχές της ιστορίας, ώστε να μην μπορεί να πει κάποιος «δεν ήξερα». Είναι δυνατόν στις μέρες μας να πει κάποιος «δεν ήξερα» ή μήπως εκεί υπάρχει ένα κρυμμένο «δεν ήθελα να ξέρω» ή «επέλεγα να μην ξέρω»;
Η γνώση είναι ενοχή ή έστω συνενοχή. Ένα από τα σπουδαία επιτεύγματα της εποχής μας, αναφορικά με την ταχύτητα και τη μαζικότητα στη διάδοση της πληροφορίας, είναι πως καλλιεργεί υποδόρια αυτό το αίσθημα ενοχής. Έτσι, κοιμάμαι κάθε βράδυ ένοχος για τις επαναπροωθήσεις, για τις γενοκτονίες, για τις γυναικοκτονίες, για την απειλή πυρηνικού πολέμου, για την καταστροφή του πλανήτη, για την εξαφάνιση ειδών των οποίων μέχρι πρότινος την ύπαρξη αγνοούσα, και ξυπνάω το ίδιο ένοχος το επόμενο πρωί για όλα αυτά και για άλλα τόσα για τα οποία δεν κάνω τίποτα.
Και μέσα σε όλη αυτή την ενοχή πρέπει να δουλέψω για να βγάλω χρήματα, να πληρώσω μια ζωή, την οποία εν τέλει, κοίτα να δεις, πρέπει και να ζήσω, μιας και δεν θα έχω άλλη ευκαιρία.
Οπότε ναι, κλείνω τα μάτια, νίπτω τας χείρας μου, δεν θέλω να ξέρω και επιλέγω να μην ξέρω. Οικειοποιούμαι, δηλαδή, μία ενοχή και πεθαίνω με αυτή. Δεν μπορώ να εξεγερθώ· μοναδική μου εξέγερση θα ήταν η αδιαφορία. Όμως είμαι αθώος. Αν κάτι προσβάλλεται, εάν κάτι πληγώνεται και καταλήγει να εξεγείρεται μέσα μου, είναι ακριβώς αυτή η αθωότητα, η οποία με φέρνει στην ίδια γραμμή με τα θύματα. Και είναι στο όνομα και προς υπεράσπιση αυτής της αθωότητας που καταλήγω να παίρνω θέση, για τη δική μου και τη δική τους.
Η Ελλάδα, ως μέλος του ΝΑΤΟ, ασκεί βία ή ακόμη και δολοφονεί αθώους ανθρώπους και παιδιά που εγκατέλειψαν τις χώρες τους, ελπίζοντας να βρουν ένα καλύτερο μέλλον. Σε τρομάζει η νομιμοποίηση της βίας απέναντι σε αμάχους;
Ο μόνος που δεν τρομάζει από τη νομιμοποίηση της βίας είναι αυτός που την επιβάλλει, που δίνει τη διαταγή. Πιστεύω ότι ακόμη και αυτός που την εκτελεί έχει φόβο.
Υπήρξαν αντιδράσεις ή σχόλια από το κοινό που παρακολούθησε την παράσταση, τα οποία έχεις ξεχωρίσει και θα ήθελες να τα μοιραστείς μαζί μας;
Όχι. Δυστυχώς. Το κοινό που θα επιλέξει να δει αυτή την παράσταση κλίνει προς τις ίδιες με εμάς αντιλήψεις, οπότε έρχεται, αν θέλετε, επιζητώντας μία επιβεβαίωση, αποζητώντας ένα κάποιο στήριγμα. Θα ήταν μεγάλη μου χαρά να βρεθούν στην πλατεία άνθρωποι άλλων αντιλήψεων, όπως και άνθρωποι που δεν γνωρίζουν για αυτά που πραγματεύεται η παράσταση, νέοι που μπορεί να μην έχουν ξαναπάει θέατρο. Γιατί δεν απορρίπτουμε κανέναν, ούτε κουνάμε το δάχτυλο διδακτικά. Πραγματευόμαστε ένα γεγονός και γύρω από αυτό ανοίγουμε μία συζήτηση η οποία, στην τελική, μας αφορά όλους.

Φέτος, παράλληλα με το «Να ξέρετε πως αυτό που ακούτε είναι σφύριγμα τρένου», παίζεις και στην παράσταση «Συρανό». Μίλησέ μας λίγο και για αυτή τη δουλειά σου και πώς ήταν η συνεργασία σου με τον σκηνοθέτη της, Γιάννη Κακλέα;
Η φετινή χρονιά είναι επαγγελματικά αρκετά γεμάτη. Μεταξύ άλλων, συμμετέχω και στον «Συρανό ντε Μπερζεράκ».
Πρόκειται για ένα έργο εντελώς διαφορετικό από το «Τρένο» μας, ένα έργο το οποίο στα μάτια μας σήμερα μοιάζει περισσότερο με παραμύθι, όπου όμως, πέραν της κεντρικής θεματικής του έρωτα, θίγονται έννοιες όπως, λόγου χάριν, η αυταξία και η τιμή — έννοιες λεπτοφυείς, παραγκωνισμένες από το λεξιλόγιο μιας εποχής που έχει μάθει να μιλά με όρους κέρδους. Ο Γιάννης Κακλέας είναι ένας σκηνοθέτης απαιτητικός όσο και ευφυής και η συνεργασία μου μαζί του είναι ένα πολύ διδακτικό ταξίδι.
Ο Συρανό είναι ένας ασυμβίβαστος καλλιτέχνης που αρνείται τη στήριξη ενός προστάτη που έχει ως τίμημα το να χάσει την καλλιτεχνική του ελευθερία. Πόσο εύκολο είναι ένας καλλιτέχνης στις μέρες μας να κρατήσει μια αντίστοιχη στάση;
Μένοντας πιστός στην τέχνη του, υποθέτω. Μη επιδιώκοντας να αρέσει.
Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σου και, κυρίως, ποια είναι τα καλλιτεχνικά σου όνειρα;
Όταν ο καλλιτέχνης κάνει όνειρα, ο παραγωγός γελάει!

Διαβάστε εδώ περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση.
Διαβάστε εδώ την κριτική μας για την παράσταση.
ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΠΡΟΠΩΛΗΣΗΣ – Early bird – ΕΩΣ 15/9 τιμή εισιτηρίου 10€
Σχετικά Άρθρα:
Συνέντευξη: Βασίλης Τριανταφύλλου


