Συνέντευξη: Εμμανουέλα Κοντογιώργου και Αιμιλία Μήλιου
«Εν Κορακοβουνίω» και «Εκδρομή στην Αρχαία Ολυμπία» στο Θέατρο Αργώ
Επιμέλεια συνέντευξης: Διονύσης Μαλαπέτσας
Σήμερα στο Παλκοσένικο έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε δύο νέες ηθοποιούς, την Εμμανουέλα Κοντογιώργου και την Αιμιλία Μήλιου, και να κουβεντιάζουμε μαζί τους με αφορμή τα δύο μονόπρακτα του Ανδρέα Στάικου, «Εν Κορακοβουνίω» και «Εκδρομή στην Αρχαία Ολυμπία», στα οποία πρωταγωνιστούν και που ανεβαίνουν κάθε Σάββατο στο Θέατρο Αργώ.

Εμμανουέλα Κοντογιώργου
Τα δύο μονόπρακτα μοιάζουν εκ πρώτης όψεως να αφηγούνται πολύ διαφορετικές ιστορίες. Ωστόσο, είναι όντως έτσι; Ποιο είναι, αν υπάρχει φυσικά, το νήμα που συνδέει το «Εν Κορακοβουνίω» με την «Εκδρομή στην Αρχαία Ολυμπία»;
Ο συνδετικός ιστός είναι η ιδιαίτερη γραφή του Στάικου και το θέμα με το οποίο καταπιάνεται και στα δύο μονόπρακτα, μέσα από τελείως διαφορετικές ιστορίες και χαρακτήρες: την έννοια της ψευδαίσθησης, της αξίας της στις ζωές των ανθρώπων, πώς τη θρέφουμε, τη συντηρούμε και την αναζητάμε. Και οι δύο ρόλοι στα δύο μονόπρακτα έχουν τελείως διαφορετικές προσεγγίσεις και μια πολύ ενδιαφέρουσα συνιστώσα: ο ένας ρόλος προσφέρει την ψευδαίσθηση αλλά αισθάνεται ενοχή για το ψέμα, ενώ ο άλλος ρόλος δεν έχει καμία απολύτως ενοχή.
Στα δύο μονόπρακτα συναντάμε γυναίκες που επιθυμούν, φαντασιώνονται και κατασκευάζουν άλλες πραγματικότητες, διεκδικώντας τη δυνατότητα να ορίσουν τη ζωή τους. Ποια ζητήματα πραγματεύεται ο Ανδρέας Στάικος και τι σας δυσκόλεψε περισσότερο εσάς, ως γυναίκες και ηθοποιούς, στην προσέγγιση αυτών των ρόλων;
Ο τρόπος που κλείνει το μάτι στο αβάσταχτο τέλος που ορίζει αυτή τη ζωή. Ένας τρόπος γεμάτος παιχνίδι, ψευδαίσθηση, χιούμορ και γλυκιά μελαγχολία. Αυτή τη γλυκιά μελαγχολία που έχουν οι Γάλλοι δραματουργοί, που, σαν επόπτες του αναπόφευκτου τέλους, αποφασίζουν να διασκεδάσουν τον θάνατο (του έρωτα, της νιότης, της ζωής) προτού έρθει να τους πάρει. Κι όλα αυτά μέσα από τον άψογο, δεξιοτεχνικό χειρισμό της ελληνικής γλώσσας.
Στην παράσταση υφίσταται μια ιδιαίτερη συνθήκη, με τον συγγραφέα να βρίσκεται ταυτόχρονα και στη θέση του σκηνοθέτη. Για έναν ηθοποιό αυτό λειτουργεί περισσότερο ως πλεονέκτημα ή υπάρχει το ενδεχόμενο να μην μπορεί να διεκδικήσει τον δικό του χώρο απέναντι στην πρόθεση του ανθρώπου που έγραψε το έργο;
Θα πρέπει να σας συγχαρώ για την τόσο ενδιαφέρουσα και διαισθητική ερώτηση. Πράγματι, ο ηθοποιός βρίσκεται σε θέση να υπηρετήσει πρώτα απ’ όλα το κείμενο, τη γλώσσα του έργου. Αυτό όμως δεν αφαιρεί από τη δυνατότητα να φτάσει στο τέρμα των υποκριτικών δυνατοτήτων του έργου, διότι μην ξεχνάτε πως ο Στάικος γράφει για τους εκάστοτε συγκεκριμένους ηθοποιούς που υπηρετούν για πρώτη φορά, στο πρώτο τους ανέβασμα, τα κείμενα αυτά.
Και επειδή υπήρξα αυτή η ηθοποιός ήδη τέσσερις φορές, ξέρω πως υπάρχει μια συνενοχή του ηθοποιού και του ρόλου, η οποία είναι πέρα από τον έλεγχο του συγγραφέα ή ενός άλλου σκηνοθέτη που μπορεί να ανέβαζε για πρώτη φορά ένα κείμενο που φτιάχνεται στις πρόβες. Γι’ αυτό είναι αδύνατον ένας σκηνοθέτης να αναλάβει το κείμενο στο πρώτο του ανέβασμα· θα υπέφερε. Ο Στάικος, που χρησιμοποιεί αυτή τη μέθοδο, αφήνει τον ηθοποιό να αναπτύξει αυτή την ειδική συνθήκη σκηνικά και αυτή η συνθήκη, πιστέψτε με, έχει απαιτήσεις υποκριτικές και καλλιτεχνικές που ελάχιστοι ηθοποιοί μπορούν να υπηρετήσουν.
Αν έπρεπε να διατυπώσετε όχι το κοινό μήνυμα των δύο έργων, αλλά μία ερώτηση που θα θέλατε να συνεχίσει να απασχολεί τον θεατή όταν φύγει από το Θέατρο Αργώ, ποια θα ήταν;
Αν ζούμε μόνο για την αναζήτηση και τον ενθουσιασμό που μας προσφέρει η ψευδαίσθηση, θα δικαιωθούμε ή θα βρεθούμε σε ένα χειρότερο αδιέξοδο από αυτό που μας προσφέρει η πραγματικότητα;

Στο «Εν Κορακοβουνίω» μια νεαρή δασκάλα κατασκευάζει ουσιαστικά έναν μύθο για να βγάλει ένα ολόκληρο χωριό από την απάθειά του. Πού αρχίζει και τελειώνει, όμως, η παρηγοριά και πού αρχίζει και τελειώνει η εξαπάτηση; Εσείς βλέπετε την ηρωίδα σας ως σωτήρα, ως χειραγωγό ή ως έναν άνθρωπο που έχει και ο ίδιος ανάγκη να πιστέψει στο παραμύθι που δημιουργεί;
Όλα μαζί. Κυρίως όμως τη βλέπω σαν πολιτικό. Άθελά της στην αρχή και αργότερα εν γνώσει της γίνεται μια ικανότατη πολιτικός, χρησιμοποιεί τις μεγαλύτερες επιθυμίες και ανάγκες για να τις ικανοποιήσει με ωραία ψέματα. Όμως τα ψέματα αργά ή γρήγορα θα σε φέρουν υπόλογο. Αυτό ανακαλύπτει προς έκπληξή της, με κωμικοτραγικό τρόπο, για μένα κυρίως τραγικό. Η διαφορά σε σχέση με τους πολιτικούς είναι ότι εκείνη κατατρύχεται από ενοχές…
Ο Ανδρέας Στάικος γράφει για το «Εν Κορακοβουνίω» ότι οι Νεοέλληνες αρνούνται να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα και επιβιώνουν με τη «λυτρωτική» συνδρομή της ψευδαίσθησης. Πόσο εύστοχη και επίκαιρη σας φαίνεται αυτή η παρατήρηση σήμερα;
Εξαιρετικά επίκαιρη και διαχρονική. Ο Νεοέλληνας από τη σύσταση του νέου ελληνικού κράτους, το 1830, μόνο έτσι ζει. Και αυτή η ψευδαίσθηση είναι που τον καταστρέφει τελικά, μαζί με μια εσωτερική, σχεδόν υπαρξιακή άρνηση να δουλέψει σκληρά. Τα θέλει όλα με τον ελάχιστο δυνατό κόπο. Έτσι, όλα είναι προς διαπραγμάτευση και τίποτα εν τέλει δεν συμβαίνει ή πολύ λιγότερα και διαφορετικά συμβαίνουν.
Ερμηνεύετε δύο διαφορετικούς χαρακτήρες στα δύο μονόπρακτα μέσα στην ίδια παράσταση. Τι απαιτεί από έναν ηθοποιό αυτή η μετάβαση; Υπάρχει κάτι που πρέπει συνειδητά να αφήσετε πίσω σας από την πρώτη ηρωίδα, προκειμένου να μεταβείτε στον κόσμο της δεύτερης;
Τα πάντα! Η ατμόσφαιρα, ο αέρας του ρόλου, η σκηνική παρουσία και η προσέγγιση είναι τελείως διαφορετικές. Το μόνο κοινό τους είναι ότι αμφότεροι είναι δυναμικοί ρόλοι και χαρακτήρες, δηλαδή εξωτερικεύουν και διεκδικούν με ένταση και θάρρος.

Αιμιλία Μήλιου
Στην «Εκδρομή στην Αρχαία Ολυμπία» συναντούμε δύο παλιές συμμαθήτριες που έχουν ακολουθήσει φαινομενικά πολύ διαφορετικούς δρόμους, καθώς η μία έχει παντρευτεί, ενώ η άλλη έχει επιλέξει έναν πιο μοναχικό μα συνάμα και ελεύθερο τρόπο ζωής. Υπάρχει, ωστόσο, πράγματι αυτή η διαφορά ανάμεσά τους ή είναι και οι δύο εγκλωβισμένες, απλώς με διαφορετικό τρόπο;
Δεν ξέρω αν οι δύο γυναίκες είναι πραγματικά τόσο διαφορετικές όσο φαίνονται. Η μία έχει επιλέξει την ελευθερία, η άλλη την ασφάλεια μιας κοινωνικά αποδεκτής ζωής. Όμως, η ελευθερία δεν σημαίνει απαραίτητα απουσία μοναξιάς, όπως και η συντροφικότητα δεν σημαίνει απαραίτητα πληρότητα. Καθεμία μπορεί να είναι εγκλωβισμένη σε διαφορετικές προσδοκίες, φόβους ή συμβιβασμούς. Κάθε επιλογή έχει το τίμημά της… Κάτι κερδίζουμε, κάτι αφήνουμε πίσω… Και ίσως η μεγαλύτερη ελευθερία να είναι όχι να τα έχουμε όλα, αλλά να μπορούμε να συμφιλιωθούμε με όσα επιλέξαμε και με όσα δεν θα ζήσουμε ποτέ.
Το έργο μιλά για το δικαίωμα μιας γυναίκας να επιθυμεί, να αναζητά την περιπέτεια και να ορίζει η ίδια τη ζωή της. Θεωρείτε ότι οι κοινωνικοί ρόλοι που πραγματεύεται ο Στάικος έχουν σήμερα ξεπεραστεί ή ότι οι περιορισμοί εξακολουθούν να υπάρχουν, απλώς με διαφορετικές και ίσως λιγότερο εμφανείς μορφές;
Θεωρώ ότι οι κοινωνικοί ρόλοι δεν έχουν ξεπεραστεί, απλώς έχουν γίνει πιο σύνθετοι. Κάθε άνθρωπος καλείται να ανταπεξέλθει στους διαφορετικούς ρόλους που έχει στη ζωή του και στις δικές του επιθυμίες. Σίγουρα, οι γυναίκες έχουν κερδίσει πολλά στις μέρες μας, όμως κουβαλάμε ακόμη στο DNA μας βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις και πρότυπα που περνούν από γενιά σε γενιά, διαμορφώνοντας τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το πώς «πρέπει» να συμπεριφέρεται μια γυναίκα, αλλά και ένας άντρας. Κι αυτό είναι εξίσου περιοριστικό και για τα δύο φύλα.
Διαβάστε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ.
Online προπώληση: https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/offer/dyo-monoprakta-tou-andrea-staikou/
Σχετικά Άρθρα:
Συνέντευξη: Βασίλης Τριανταφύλλου


